Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρήστος μπουλώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρήστος μπουλώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

ΚΑΛΟ ΜΟΥ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΛΥΚΟΣΚΥΛΟ

Καλό μου αδέσποτο λυκόσκυλο, απόψε
σου χαρίζω την κειμήλια καμπαρντίνα
της φοιτητικής μου νιότης,
λάγνους τους στίχους μου,
τις δασυνόμενες λέξεις από άλφα
που τόσο με κατοίκησαν περιπαθώς
κι ένα φεγγάρι αλώνι
να πλανηθείς απόψε όπως χρωστήρας
ελεήμων
κι όπως μύθος

αξίωσέ με μόνο το κοφτερό σου δόντι
βαθιά ως το κόκαλο
και πιο βαθιά.

Χρήστος Μπουλώτης, Σιωπηρή Ευωχία, Εκδόσεις Γαβριηλίδης






















Υ.Γ.:Ναι, ξέρω, έχω αυτή τη μανία να προσθέτω ένα τραγούδι στο τέλος οποιουδήποτε post. Είναι όμως ωραία συνήθεια, δεν είναι; Άλλωστε, ειδικότερα η ποίηση, πρώτα τραγουδήθηκε και μετά απαγγέλθηκε... Επομένως κι εδώ προσπάθησα να βρω ένα τραγούδι για λύκους, για να συνοδεύσω αυτό το ποίημα του Μπουλώτη, που διαπερνά τα σκοτάδια της ύπαρξης και φτάνει ως το κόκαλο- σαν το κοφτερό δόντι του λυκόσκυλου. Πολλά τραγούδια μιλάνε για λύκους: "hey mama wolf" του Devendra Banhart, "werewolf" των Cocorosie και της Cat Power, "ο λύκος" της Αρλέτας κι άλλα. Μάλλον είναι η άγρια πλευρά του που μας συγκινεί. Ωστόσο, πιο πολύ νομίζω ότι ταιριάζει το "the wolf'" του Eddie Vedder από το soundtrack της ταινίας "Into the Wild": μοιάζει σαν την ίδια κραυγή απόγνωσης (ή μήπως λύτρωσης;), μόνο χωρίς λόγια.


Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΜΙΣΙΣΙΠΗΣ

                                                       In the small town  of Hanibal, Missouri,
                                                       when I was a boy, everybody was poor
                                                       but didn't know it;and everybody was
                                                      comfortable and did know it.
                                                                   MARK TWAIN

Αποζητώ την πάχνη του Μισισιπή ξημέρωμα
πάνω στο ποταμόπλοιο.
Μ' αποζητούν οι νέγροι φίλοι μου
με τραγουδιών τις λυγμικές φυτείες
στην άκρη των χειλιών
κλειστά που ηχούν ή που σφαδάζουνε ελπίδα.
Γι' αυτό απ' τη χρωμολιθόγραφη δεκαετία
των Κλασσικών Εικονογραφημένων
αθόρυβα κυλάει στα νερά μου
σαν φάντασμα  πολύφωτο το ποταμόπλοιο.
Το ποταμόπλοιο.
Κι εγώ, ντυμένος στα λευκά,
μ' ένα γαρίφαλο σαξόφωνο στο αφτί, για να πενθώ
ό, τι μ' αφήνει δίχως να μακραίνει.

Κάπου κάπου μεγαλώνω ξαφνικά
και σκιάζομαι.

Μα όλο βρίσκω τρόπους κρυφά να επιβιβάζομαι
στο ποταμόπλοιο
στο ποταμόπλοιο
μαζί με τους ατίθασους του Μαρκ Τουαίην κι ένα κορίτσι
που έχει τη γυαλάδα των βρεγμένων κερασιών
και ξέρει
κάθε ποτάμιου πτηνού το λάλημα και της χελώνας
τις άβατες συνήθειες.

κρατάει το κορίτσι από τους Ινδιάνους της Ντακότα,
λέει,
κι επιμένει να ρωτά κατάματα με ποιους είμαι,
με τους δικούς της ή τους άλλους,
στις μολυβένιες μάχες και στα αιματόβρεχτα πεδία
του σινεμά.

Κάπου κάπου μεγαλώνω ξαφνικά
και σκιάζομαι.

Μια μέρα θα' ρθει ως την πόρτα μου ο Μισισιπής
- το ξέρω -
για να με πάρει μες στον μύθο του,
και τότε θα΄μαι εγώ το ποταμόπλοιο σε πάχνη πρωινή,
το ποταμόπλοιο,
και το σαξόφωνο εγώ και όλα τ' άλλα.

Κάπου κάπου μεγαλώνω ξαφνικά και σκιάζομαι.

Χρήστος Μπουλώτης, Σιωπηρή Ευωχία, Εκδόσεις Γαβριηλίδης