Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρικ χομπσμπάουμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρικ χομπσμπάουμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ (ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ)

     Πολλές φορές αναρωτιέμαι από πού έχει πάρει την έμπνευση ένας συγγραφέας, ποτέ όμως δε είχα αναρωτηθεί πού βρισκόταν όταν μετέφερε αυτή την έμπνευση στο χαρτί και τη μετέτρεπε σε βιβλίο. Κακώς βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, γιατί μπορούμε να μάθουμε πάρα πολλά πράγματα για έναν άνθρωπο βλέποντας το χώρο όπου περνά το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του. Άρχισα λοιπόν να αναζητώ στο ίντερνετ φωτογραφίες των γραφείων στα οποία έγραψαν τα βιβλία τους διάσημοι συγγραφείς, για να διαπιστώσω ότι συμπληρώνουν την εικόνα που έχουμε γι' αυτούς μέσα από το έργο τους. Οι φωτογραφίες των παρακάτω γραφείων προέρχονται κυρίως από εδώ κι εκεί.



Ξεκινάμε με τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν να ρεμβάζει έξω από το παράθυρο σε μια μάλλον στημένη πόζα. Επομένως δε γνωρίζουμε αν το γραφείο ήταν πάντα τόσο τακτοποιημένο ή το συμμάζεψαν για χάρη της φωτογράφισης.

Το γραφείο του Τολστόι φαίνεται μια χαρά άνετο: μόνο η χωριάτικη πουκαμίσα που φοράει ο συγγραφέας υποδηλώνει την απόφαση που είχε πάρει στα τελευταία χρόνια της ζωής του να ζήσει όπως οι μουζίκοι.


Το γραφείο της Τζέιν Όστεν σχεδόν με συγκινεί: ενώ άλλοι συγγραφείς έγραφαν σε τεράστιες γραφειάρες για λόγους άνεσης αλλά και ματαιοδοξίας, εκείνη περιοριζόταν σε ένα τόσο δα γραφειάκι στο διάδρομο του σπιτιού της...

Το γραφείο του Ράντγιαρτ Κίπλινγκ ανταποκρίνεται στην εικόνα που έχουμε για τη διακόσμηση στη βικτοριανή εποχή. Η υδρόγειος δίπλα στο γραφείο ίσως βοηθούσε τον συγγραφέα να δραπετεύει νοερά από την Αγγλία στην αγαπημένη του Ινδία.


Το γραφείο του Τζακ Λόντον είναι το αγαπημένο μου: φανερώνει έναν τραχύ, περιπετειώδη χαρακτήρα, όπως ήταν ο ίδιος κι όπως ήταν κι οι ήρωές του.


Το γραφείο του Ντύλαν Τόμας έχει κάτι ακατέργαστο και ταραγμένο, κάπως όπως κι ο ίδιος. Τα άδεια μπουκάλια πάνω στο τραπέζι μας φέρνουν στο μυαλό το πρόβλημά του με το αλκοόλ.

Το γραφείο της Αναϊς Νιν αποπνέει την ίδια ατμόσφαιρα ηδυπάθειας, κομψότητας και εξωτισμού που αποπνέει και το έργο της.

Το γραφείο της Σου Τάουνσεντ δείχνει χιούμορ και μια χαριτωμένη ακαταστασία. Κάπως έτσι φανταζόμουν το χώρο όπου γράφτηκαν οι ξεκαρδιστικές περιπέτειες του Άντριαν Μολ. Τα πολλά γυαλιά ηλίου μάλλον έχουν να κάνουν με το σοβαρό πρόβλημα όρασης που είχε η συγγραφέας στα τελευταία χρόνια της ζωής της.

Κι από τα γραφεία των λογοτεχνών, στο γραφείο ενός ιστορικού, του Έρικ Χομπσμπάουμ. Από το πλήθος των βιβλίων και των εγγράφων φαίνεται ότι αυτό το γραφείο δε θα μπορούσε παρά να ανήκει σε έναν ερευνητή. Ο χώρος είναι εντυπωσιακά απλός, με μοναδικό στοιχείο διακόσμησης μια αφίσα της Billie Holiday, για το θάνατο της οποίας ο Χόμπσμπάουμ είχε γράψει ένα καθηλωτικό κείμενο.

Για το τέλος, το γραφείο ενός καλλιτέχνη και όχι ενός συγγραφέα. Ο λόγος που επέλεξα το γραφείο του Αλεξάντερ Κάντλερ για να κλείσω αυτό το post, είναι για να παρηγοριέμαι κάθε φορά που νομίζω ότι το δικό μου γραφείο είναι ακατάστατο...

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

O ERIC HOBSBAWM ΓΙΑ ΤΗΝ BILLIE HOLIDAY

    Στις 17 Ιουλίου του 1959 πέθανε η Billie Holiday. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε λίγες βδομάδες μετά το θάνατό της στο New Statesman and Nation. Στα ελληνικά, περιλαμβάνεται στο βιβλίο "Ξεχωριστοί άνθρωποι. Αντίσταση, εξέγερση και τζαζ", του Έρικ Χομπσμπάουμ, σε μετάφραση Παρασκευά Μάταλα, από τις εκδόσεις Θεμέλιο.

     Η Billie Holiday πέθανε πριν από λίγες εβδομάδες. Δεν τα κατάφερα μέχρι τώρα να γράψω γι'
αυτήν. Αφού όμως το όνομά της θα επιζήσει πολύ περισσότερο από πολλών άλλων για τους οποίους γράφονται πολύ μεγαλύτερες νεκρολογίες, μια μικρή καθυστέρηση σ' αυτό το μικρό δείγμα αναγνώρισης δε θα βλάψει ούτε αυτήν ούτε εμάς. Όταν πέθανε, όλοι μας - μουσικοί, κριτικοί, όλοι όσοι μείναμε κάποτε αποσβολωμένοι ακούγοντας την πιο συγκινητική φωνή της περασμένης γενιάς - θρηνήσαμε πικρά. Κι όμως δεν υπήρχε λόγος. Λίγοι άνθρωποι κυνήγησαν την αυτοκαταστροφή πιο αποφασιστικά από αυτήν, κι όταν το κυνήγι έφτανε στο τέλος του, στα σαράντα τέσσερα, είχε κάνει τον εαυτό της ένα σωματικό και καλλιτεχνικό ράκος. Κάποιοι από εμάς προσπαθούσαμε ευγενικά να παριστάνουμε πως δεν ήταν έτσι, και παρηγορούμασταν όταν κάποιες στιγμές φαινόταν σαν μια κατεστραμμένη ηχώ της εποχής του μεγαλείου της. Σε άλλους πάλι από εμάς, δεν μας έκανε καρδιά να την ακούμε πλέον. Προτιμούσαμε να καθόμαστε σπίτι και, αν ήμασταν αρκετά μεγάλοι και τυχεροί για να έχουμε τους ασύγκριτους δίσκους της εποχής της ακμής της, μεταξύ 1937 και 1946, πολλοί απ' τους οποίους δεν είναι διαθέσιμοι σε βρετανικά άλμπουμ, να αναπαράγουμε εκείνους τους χοντροϋφασμένους, ελικοειδείς και αφόρητα μελαγχολικούς ήχους που της εξασφάλισαν μια σίγουρη θέση στην αθανασία. Ο φυσικός της θάνατος θα έπρεπε να προκαλέσει μάλλον ανακούφιση παρά θλίψη. Τι είδους ζωή θα μπορούσε να έχει δίχως τη φωνή της που της επέτρεπε να βγάζει τα ποτά της και τις δόσεις της, δίχως τα βλέμματα - και στις μέρες τη υπήρξε βασανιστικά όμορφη - για να τραβάει τους άνδρες που χρειαζόταν, δίχως την επιχειρηματική αίσθηση, δίχως τίποτε, παρά μόνο την ανιδιοτελή λατρεία κάποιων ανθρώπων που την είχαν δει και ακούσει την εποχή της δόξας της και τώρα γερνούσαν;
     Κι όμως, η θλίψη μας, όσο και να είναι παράλογη, ήταν ταιριαστή με την τέχνη της Μπίλυ Χόλιντεϋ, την τέχνη μιας γυναίκας για την οποία πρέπει κανείς να λυπάται. Οι μεγάλες τραγουδίστριες των μπλουζ, με τις οποίες πρέπει δικαίως να συγκρίνεται, έπαιζαν το παιγνίδι τους από θέση ισχύος. Ήταν λέαινες, αν και συχνά πληγωμένες ή στριμωγμένες (μήπως η Μπέσυ Σμιθ δεν αποκάλεσε τον εαυτό της "μια τίγρη, έτοιμη να πηδήσει";), που είχαν ως δραματικά αντίστοιχά τους την Κλεοπάτρα και τη Φαίδρα. Το αντίστοιχο της Μπίλυ ήταν μια πικραμένη Οφηλία. Ήταν μια ηρωίδα του Πουτσίνι μεταξύ των τραγουδιστών της τζαζ, γιατί, αν και τραγουδούσε ασύγκριτα ένα είδος μπλουζ των καμπαρέ, η φυσική της γλώσσα ήταν το ποπ τραγούδι. Το επίτευγμά της ήταν ότι το παραποίησε, κάνοντάς το μια γνήσια έκφραση των μεγάλων παθών, μέσα από μια πλήρη αδιαφορία για τους ζαχαρένιους τόνους του ή και για οποιοδήποτε άλλο τόνο πέρα από τις λίγες δικές της απαλά κλαίουσες επιμηκυμένες νότες, αρθρωμένες όπως και στη Μπέσυ Σμιθ ή τον Λούις Άρμστρονγκ, με σπαρακτικό τρόπο, τραγουδισμένες με μια λεπτή, τολμηρή, βασανιστική φωνή που η φυσική διάθεση που εξέφραζε ήταν ένα ανυπόμονο και φιλήδονο καλωσόρισμα των πόνων του έρωτα. Κανένας άλλος δεν τραγούδησε, κι ούτε θα τραγουδήσει ποτέ, όπως αυτή το τραγούδι της Μπες από το Porgy. Είναι αυτός ο συνδυασμός πίκρας και φυσικής υποταγής, σαν κάποιος να είναι ξαπλωμένος και να βλέπει τα πόδια του ακρωτηριασμένα, που σου κόβει το αίμα στο Strange Fruit, στο ποίημα κατά του λιντσαρίσματος το οποίο μετέτρεψε σε ένα αξέχαστο τραγούδι τέχνης. Το να υποφέρει ήταν το επάγγελμά της αλλά δεν το αποδέχθηκε.
     Λίγα χρειάζεται να ειπωθούν για την τρομερή ζωή της, που την περιέγραψε με τέτοια συγκινητική, αν και όχι και τόσο πραγματολογική, αλήθεια στην αυτοβιογραφία της με τίτλο "η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ". Μετά από μια εφηβεία κατά την οποία ο αυτοσεβασμός της μετριόταν από την εμμονή του κοριτσιού να μαζεύει με τα χέρια της τα κέρματα που της πέταγαν οι πελάτες, κανείς δεν μπορούσε πλέον να τη βοηθήσει. Η προσφορά βοήθειας δεν της έλειπε. Είχε τον John Hammond, η διαίσθηση και η ευσυνειδησία του οποίου την ανέδειξε, είχε τους καλύτερους μουσικούς της δεκαετίας του 1930 να τη συνοδεύουν - ιδιαίτερα τους Teddy Wilson, Frankie Newton και Lester Young - , είχε την απεριόριστη αφοσίωση όλων των σοβαρών ειδημόνων, αλλά και μεγάλη απήχηση στο κοινό. Ήταν όμως πολύ αργά για να σταματήσει μια πορεία συστηματικού και πικρού αυτοσφαγιασμού. Το να γεννηθείς με ομορφιά και αυτοσεβασμό στο νέγρικο γκέτο της Βαλτιμόρης το 1915 αποτελούσε ένα πολύ μεγάλο πρόσκομμα, ακόμα κι αν δε σε είχαν βιάσει στα δέκα σου, ακόμα κι αν δεν είχες εθιστεί στα ναρκωτικά στα δεκαπέντε σου. Κι όμως, ενώ κατέστρεφε τον εαυτό της, τραγουδούσε με μια φωνή βαθιά, μια πικρή φωνή που σου έσκιζε την καρδιά. Δεν είναι δυνατό να μην κλάψουμε για την Μπίλυ Χόλιντέυ, να μη μισήσουμε τον κόσμο που την κατάντησε έτσι.