Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΒΙΝΥΛΙΑ

     Πριν λίγες μέρες διάβασα στη lifo ένα κείμενο της Χίλντας Παπαδημητρίου για την Record Store Day και θυμήθηκα πόσο μου είχε αρέσει το βιβλίο της "Για Μια Χούφτα Βινύλια" από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και πόσο είχα ενθουσιαστεί μ' αυτό το κράμα High Fidelity και αστυνομικού μυθιστορήματος που βρίθει από οικείες αναφορές σε αγαπημένες μουσικές, ταινίες και τοποθεσίες του αθηναϊκού κέντρου. Αλλά πρώτα η υπόθεση: ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, που ζει με τη δεσποτική μητέρα του και διαβάζει μετά μανίας αστυνομικά τσέπης, είναι "Ο Άνθρωπος Που Δεν Του Συμβαίνει Ποτέ Τίποτα", μέχρι που τελικά του συμβαίνει κάτι: του ανατίθεται η διαλεύκανση της δολοφονίας του συλλέκτη δίσκων βινυλίου Σταμάτη Παυλίδη και ξαφνικά βρίσκεται μπλεγμένος με μια ομάδα ανθρώπων που όλοι προσπαθούν κάτι να κρύψουν κι από κάτι να κρυφτούν, βρίσκοντας καταφύγιο στη μουσική και τις αναμνήσεις τους από τη χρυσή τους εποχή, όταν ήταν πραγματικά νέοι και άτρωτοι. Ανάμεσά τους είναι οι δύο ξαδέρφες του Χάρη: η εγωκεντρική Σόνια, που περνά τον χρόνο της ρίχνοντας τα ταρώ και καθαρίζοντας την αύρα της -εκτός κι αν συλλάβει κάποιο μεγαλεπήβολο σχέδιο, για να το παρατήσει μετά από λίγο- και η νευρωτική Τατιάνα, που μετά από παρατεταμένες σπουδές στο εξωτερικό προσγειώνεται ανώμαλα στην αδυσώπητη πραγματικότητα της Αθήνας. Ακόμα, έχουμε τον Φώντα, ιδιοκτήτη δισκάδικου και πρώην άντρα της Σόνιας, ο οποίος περιφέρει την πικρία και την αλαζονεία του από το σπίτι στο μαγαζί και πάλι πίσω, καπνίζοντας άφιλτρα ζιτάν και πίνοντας άπειρους καφέδες. Και βέβαια, υπάρχουν οι τακτικοί πελάτες του δισκοπωλείου, όπως ο Παντελής, που πιστεύει ακράδαντα ότι μετά από το '80 το ροκ πέθανε κι ο Ισίδωρος, που ποτέ δεν ακούει τους δίσκους του για να μην τους χαλάσει κι αναπολεί σε κάθε ευκαιρία την ένδοξη εκείνη στιγμή που απάντησε σωστά σε μια ερώτηση του Πετρίδη κι εκείνος του έδωσε συγχαρητήρια για τις μουσικές του γνώσεις.
     Σαν να τους ξέρω όλους αυτούς... σαν να' χω συναντήσει τέτοιους σκυθρωπούς τύπους που θεωρούν πως το γεγονός ότι γνωρίζουν όλη τη δισκογραφία του Frank Zappa τους δίνει το δικαίωμα να σνομπάρουν τους πάντες· κι αυτή τη νεοχίπισσα με την επιτηδευμένη συμπεριφορά και το ύφος αγέρωχης ανωτερότητας κάπου την έχω ξαναδεί -στην Αμοργό ίσως ή στην Ικαρία· όσο για τις ατέλειωτες διαφωνίες γύρω από τον καλύτερο δίσκο της χρονιάς και το αν ο τίτλος του πιο σκατόψυχου καλλιτέχνη ανήκει στον Μπόνο ή τον Μπομπ Ντύλαν, σίγουρα κάπου τις έχει πάρει τ' αυτί μου, μπορεί μάλιστα γι' αυτό το τελευταίο να' χω πει κι εγώ τη γνώμη μου (ο Μπόνο). Όλοι αυτοί λοιπόν οι ολοζώντανοι χαρακτήρες, οι λίγο- πολύ ανυπόφοροι και συνάμα λίγο- πολύ συμπαθητικοί τύποι, που παίρνουν γλυκά από τον Ασημακόπουλο και τρώνε σε ταβερνάκια στα Πετράλωνα, που αγαπούν τα φιλμ νουάρ και τους Μπιτλς και δυσκολεύονται πολύ να μεγαλώσουν, είναι οι ήρωες της Χίλντας Παπαδημητρίου, η οποία αφηγείται την ιστορία τους με πολλή τρυφερότητα και ακόμα περισσότερο χιούμορ, διανθίζοντάς τη με στίχους από αγαπημένα τραγούδια και θέτοντας κάθε τόσο το ερώτημα: "Μα είναι δυνατόν να σκοτώσει κανείς για μια χούφτα βινύλια;"


Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

ΜΑΠΟΥΤΣΕ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΑΡΟΝ

     Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά συνέχεια γράφω για βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει εδώ και καιρό. Μερικά μάλιστα μπορεί να μην υπάρχουν πια στα βιβλιοπωλεία και να πρέπει κανείς να επιδοθεί σε κυνήγι θησαυρού για να τα εντοπίσει. Αυτή τη φορά όμως θα γράψω για ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Άγρα. Πρόκειται για το πολυβραβευμένο αστυνομικό μυθιστόρημα "Μαπούτσε", του Γάλλου Caryl Ferey, σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ, το οποίο θα γυριστεί σύντομα σε ταινία από τον Guillaume Ivernel, σε σενάριο του ίδιου του συγγραφέα.
     Η υπόθεση, σε γενικές γραμμές, είναι η εξής: Στο σύγχρονο Μπουένος Άιρες, η Ζανά, μια νεαρή γλύπτρια από τη φυλή των Μαπούτσε, και η μοναδική της φίλη, η τραβεστί Πάουλα, αναζητούν τον δολοφόνο της Λους, που έκανε πιάτσα μαζί με την Πάουλα στο λιμάνι της πόλης. Παράλληλα, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Ρουμπέν Καλδερόν, ένας από τους λίγους που βγήκαν ζωντανοί από τις φυλακές της δικτατορίας του Βιντέλα κι έκτοτε αφιερώνει όλες του τις δυνάμεις στην αποκάλυψη της αλήθειας για τους "αγνοουμένους" του καθεστώτος, ερευνά την υπόθεση της εξαφάνισης μιας φωτογράφου, κόρης ενός από τους ισχυρότερους άνδρες της πόλης. Οι δύο - φαινομενικά άσχετες - υποθέσεις συσχετίζονται κι οι δύο ήρωες φέρνουν στο φως εγκλήματα που διαπράχθηκαν την εποχή της δικτατορίας και έμειναν ατιμώρητα.
     Σ' αυτό το αστυνομικό μυθιστόρημα λοιπόν, η πλοκή ξετυλίγεται με υποδειγματικό τρόπο. Στην αρχή, όσο οι ήρωες προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, η δράση προχωρά αργά. Στη συνέχεια όμως, καθώς οι ήρωες συνδέουν όλα τα κομμάτια της ιστορίας και κυριεύονται από μια λυσσασμένη αποφασιστικότητα να λογαριαστούνε με τα καθάρματα, τα πράγματα εξελίσσονται απίστευτα γρήγορα. Η δράση είναι καταιγιστική και τα φοβερά γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό, που ένιωθα ότι θα πάθω συγκοπή από την ένταση. Εννοείται ότι δε μπορούσα ν' αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, γι' αυτό και το τελείωσα μέσα σε δυο μέρες, αν και αποτελείται από πεντακόσιες περίπου σελίδες. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει γενικά με τα αστυνομικά μυθιστορήματα: δεν μπορείς να τ' αφήσεις μέχρι να μάθεις τον δολοφόνο, με λίγα λόγια μέχρι να φτάσεις στο τέλος. Ωστόσο, εδώ έχουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση αστυνομικού μυθιστορήματος, όπου όλα είναι στον υπερθετικό βαθμό: η ένταση, οι ανατροπές και, πάνω απ' όλα, η βία. Πραγματικά, πρόκειται για ένα πάρα, μα πάρα πολύ βίαιο βιβλίο, σε βαθμό που, ειδικά στο τέλος, ένιωθα ότι μου πετούσαν στο πρόσωπο απανωτούς κουβάδες με αίμα, παρ' όλο που, κατά τη γνώμη μου, κάποιες από τις πιο βάναυσες σκηνές θα μπορούσαν να λείπουν, χωρίς να ζημιωθεί η πλοκή.
     Όσον αφορά στην πολιτική διάσταση του μυθιστορήματος τώρα, που είναι και η πιο ενδιαφέρουσα, ο συγγραφέας φέρνει στην επιφάνεια όλες τις ανοιχτές πληγές της Αργεντινής: τη γενοκτονία των Μαπούτσε κι όλων των άλλων φυλών των αυτοχθόνων, τη δικτατορία του Βιντέλα με τις απαγωγές, τις εξαφανίσεις και τα βασανιστήρια και βέβαια την προ δεκαετίας οικονομική πτώχευση, της οποίας τα σημάδια είναι ακόμη ορατά στη χώρα, με την εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, τις παραγκουπόλεις, τα φτηνά ναρκωτικά και την όξυνση της εγκληματικότητας. Είναι φανερό ότι ο συγγραφέας ξέρει για τι πράγμα μιλάει - άλλωστε στο τέλος του βιβλίου παραθέτει μια ενδεικτική βιβλιογραφία - και παρουσιάζει  μια ζοφερή πραγματικότητα, όπου οι συνεργάτες του καθεστώτος Βιντέλα παραμένουν ατιμώρητοι και συνεχίζουν να κινούν τα νήματα, τοποθετημένοι σε θέσεις -κλειδιά, ακόμα και σήμερα. Ή μάλλον σήμερα ακόμα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αφού το χάος που δημιουργήθηκε με την οικονομική καταστροφή της χώρας επέστρεψε στους συνεργάτες της δικτατορίας να επανέλθουν στο προσκήνιο.
     Αυτό ακριβώς είναι που με ανατριχιάζει σ' αυτό το βιβλίο, πολύ περισσότερο από τις σκηνές βίας: η αίσθηση ότι η ιστορία αυτή θα μπορούσε να εκτυλίσσεται στην Ελλάδα, είτε τώρα, είτε σε λίγα χρόνια. Κι εδώ, ένα μεγάλο μέρος των συνεργατών της χούντας παρέμεινε ατιμώρητο και συνεχίζει να κινείται στη σκιά. Κι εδώ, τώρα πια, η οικονομική κρίση έχει φέρει την εξαθλίωση, το φασισμό και την αποκτήνωση. Κι εδώ έχουν αρχίσει να ξυπνούν τα φαντάσματα του παρελθόντος...


Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΣΚ


      Ο Μάνος Χατζιδάκις, στο βιβλίο του "Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι", από τις εκδόσεις  Ίκαρος, αναφέρει το εξής περιστατικό: το 1943, στην Κατοχή, ο Γκάτσος τον ρωτά τι διαβάζει κι εκείνος απαντά ότι διαβάζει "Μάσκα". Ο Γκάτσος τότε τον προτρέπει, εφόσον διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα, ν' ανακαλύψει την Αγκάθα Κρίστι και τον Ζορζ Σιμενόν... Άλλο ένα στοιχείο που δείχνει ότι ο Γκάτσος, εκτός από κορυφαίος ποιητής και στιχουργός, ήταν και ωραίος τύπος! Όχι τόσο για την προτίμηση στην Αγκάθα Κρίστι, όσο για τον Ζορζ Σιμενόν, τον Βέλγο συγγραφέα που έχει εκδόσει 400 έργα κι έχει επινοήσει έναν από τους εμβληματικότερους ντετέκτιβ στην ιστορία του μυθιστορηματικού εγκλήματος, τον επιθεωρητή Μαιγκρέ. Στα ελληνικά κυκλοφορούν αρκετά από τα βιβλία του, σε εξαιρετική μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ, από τις εκδόσεις Άγρα.
     Για μένα  όμως, το ωραιότερο βιβλίο του δεν έχει ήρωα τον επιθεωρητή Μαιγκρέ. Αντίθετα, ο ήρωας του δεν έχει τίποτα το ηρωικό πάνω του, είναι ένας πράος, ταπεινός ανθρωπάκος, "ο ανθρωπάκος από το Αρχάγγελσκ", ο Ρωσοεβραίος παλαιοβιβλιοπώλης Ζονάς Μιλκ. Στην ουσία πρόκειται για μια ιστορία bullying, μιας και -κακά τα ψέμματα- το bullying δεν περιορίζεται στο χώρο του σχολείου. Απεναντίας, η κοινωνική απομόνωση και ο εκφοβισμός του ανθρώπου που φαίνεται διαφορετικός, αδύναμος κι ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του συναντώνται σ' όλους τους κοινωνικούς χώρους.
     Ο Ζονάς Μιλκ, λοιπόν, κατοικεί στην πλατεία της Παλαιάς Αγοράς μιας μικρής γαλλικής κωμόπολης από παιδί, από τότε δηλαδή που οι γονείς του έφυγαν από την επαναστατική Ρωσία κι εγκαταστάθηκαν εκεί. Αν κι έχει ζήσει όλη του τη ζωή σ' αυτή τη γειτονιά, οι υπόλοιποι κάτοικοι δεν τον θεωρούν "δικό τους". Απόδειξη, το ότι αγνοούν το γεγονός ότι είναι ένας από τους
σπουδαιότερους συλλέκτες γραμματοσήμων παγκοσμίως, με μια συλλογή πραγματικό θησαυρό. Για τον Ζονάς Μιλκ, όμως, τα γραμματόσημα δεν είναι απλώς κομμάτια μιας συλλογής. Είναι παράλληλα ένας τρόπος να μάθει τον κόσμο και κυρίως τη Ρωσία, την πατρίδα που δε θυμάται μα ξέρει καλά μέσα από τα λεπτεπίλεπτα οδοντωτά χαρτάκια. Ωστόσο η γυναίκα του, η νεαρή Τζίνα, γνωρίζει καλά τη χρηματική αξία της συλλογής, γι' αυτό όταν φεύγει από το σπίτι φροντίζει να πάρει μαζί της τα πιο σπάνια γραμματόσημά του. Όμως ο ευγενέστατος κύριος Ζονάς προτιμά να μην εκθέσει τη γυναίκα του, γι' αυτό, όταν το πρωί τον ρωτάνε για κείνην, λέει ένα αθώο ψέμα: ότι έχει πάει σε μια φίλη της σε άλλη πόλη. Αλλά καθώς η Τζίνα δεν επιστρέφει, όλοι αρχίζουν να υποψιάζονται ότι την έχει δολοφονήσει. Κι εδώ ακριβώς ξεκινά το ανελέητο ανθρωποκυνηγητό που γίνεται με λοξές ματιές, προσβλητικές κουβέντες και οδυνηρές αποκαλύψεις κι οδηγεί τον εύθραυστο Ζονάς Μιλκ στην ψυχολογική κατάρρευση. Η ευαίσθητη σκιαγράφηση της προσωπικότητας του ανθρωπάκου από το Αρχάγγελσκ και η περιγραφή της σταδιακής κατάπτωσής του, καθώς κι η απεικόνιση των αδυσώπητων νοικοκυραίων που δεν έχουν ενδοιασμούς να καταστρέψουν έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικός, στην ουσία μόνο και μόνο επειδή μπορούν, είναι που κάνουν το βιβλίο αυτό κορυφαίο.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΡΙΑ;

     Ποια είναι λοιπόν η κυρία που ποζάρει περιχαρής μπροστά από μία σανίδα του σερφ ονόματι "Fred"; Η Agatha Christie!! Ξέρω, δεν το περιμένατε. Ούτε κι εγώ. Πάντα φανταζόμουν την Agatha Christie σαν τη Miss Marple, τη διάσημη ηρωίδα της: μια γηραιά κυρία που πίνει το τσάι της κάθε μέρα στις πέντε το απόγευμα κι η εντονότερη φυσική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί, θα ήταν το κλάδεμα των τριανταφυλλιών στον κήπο. Κι όμως! Πέρα από τα ταξίδια της στη Μέση Ανατολή με τον δεύτερο σύζυγό της, που ήταν αρχαιολόγος, κατά τη διάρκεια του πρώτου γάμου της, στην αρχές της δεκαετίας του 20, γύριζε ανά τον κόσμο, αναζητώντας το τέλειο κύμα! Αρχικά, επισκέφθηκε τη Νότια Αφρική, μετά τη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία και τέλος το Γουακίκι της Χαβάης, από όπου και η παραπάνω φωτογραφία. Εκεί ήταν που έμαθε να "σερφάρει" όρθια κι ήταν μάλιστα μια από τις πρώτες Ευρωπαίες που κατόρθωναν κάτι τέτοιο... Δηλαδή, όλοι αυτοί οι σέρφερ με τα τέλεια κορμιά, τα τατουάζ και τα γυαλιά- καθρέφτες που κατακλύζουν τις παραλίες κάθε καλοκαίρι, μοιράζονται με την Agatha Christie την ίδια αγάπη για το σέρφινγκ... Κοίτα να δεις κάτι πράγματα! Κι εγώ βέβαια μοιράζομαι την ίδια αγάπη με την Agatha Christie, όχι όμως για το σέρφινγκ, ούτε για κανένα άλλο άθλημα (όπως διαπιστώνετε, δεν είμαι αυτό που λέμε "αθλητικός τύπος"...) αλλά για το αστυνομικό μυθιστόρημα. Μάλιστα, συμπεριλαμβάνω τις ιστορίες της στα κορυφαία καλοκαιρινά αναγνώσματα. Πολλά φιλιά!

Και για όσους είναι δύσπιστοι, ιδού και μια φωτογραφία επί το έργον...


Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΓΑΠΗΤΟΥ



     Το ποίημα της προηγούμενης ανάρτησης  γράφτηκε από τον Παύλο Σιλεντιάριο, ο οποίος έζησε στην αυλή του αυτοκράτορα  Ιουστινιανού. Το όνομα Σιλεντιάριος αναφέρεται στο ομώνυμο αξίωμα, το οποίο μάλιστα ερχόταν μετά τους στρατηγούς σε σειρά ιεραρχίας και ο κάτοχός του έπρεπε να φροντίζει για την τήρηση σιγής γύρω από τον αυτοκράτορα.  

     Ομολογώ ότι δε γνώριζα ότι υπήρχε τέτοιο αξίωμα στο Βυζάντιο και μάλιστα ότι τοποθετούνταν τόσο ψηλά στην ιεραρχία. Οι γνώσεις μου για το Βυζάντιο περιορίζονται στα ονόματα και τις  κατακτήσεις των αυτοκρατόρων, στις  ημερομηνίες των σημαντικών μαχών  και σε κάποια στοιχεία των αρχιτεκτονικών ρυθμών των εκκλησιών. Λίγο πολύ, αυτά μαθαίνουμε για κάθε περίοδο της ελληνικής ιστορίας: ηγεμόνες, μάχες, πολιτική οργάνωση και κάποια στοιχεία της τέχνης της εποχής. Κι αν τα μαθαίνουμε κι αυτά. Ποια ήταν όμως η καθημερινότητα των ανθρώπων σε περασμένες εποχές; Πώς ντύνονταν, τι έτρωγαν, πώς περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους; Ποτέ δε μαθαίνουμε τέτοιου είδους πληροφορίες, παρ’ όλο που κάτι τέτοιο θα έκανε την Ιστορία πιο ενδιαφέρουσα και πιο οικεία, μιας και θα συνειδητοποιούσαμε ότι όλες αυτές οι ιστορικές προσωπικότητες δεν ήταν εξ αρχής προτομές και αγάλματα αλλά άνθρωποι σαν εμάς.
     Τέτοιου είδους πληροφορίες μπορούμε ν’ αντλήσουμε, μεταξύ άλλων πηγών, από  τα τρία αστυνομικά μυθιστορήματα του Παναγιώτη Αγαπητού, καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου: «Το Εβένινο Λαούτο», «Ο Χάλκινος Οφθαλμός» και «Μέδουσα Από Σμάλτο», από τις εκδόσεις Άγρα.  Σε καμία περίπτωση βέβαια τα βιβλία αυτά δε λειτουργούν ως σχολικά εγχειρίδια. Ίσα ίσα, πρόκειται για εξαιρετικά δείγματα του είδους των αστυνομικών μυθιστορημάτων.  Εδώ, η πλοκή κρατά τον αναγνώστη σε αγωνία μέχρι την τελευταία σελίδα και οι χαρακτήρες, ακόμα και οι δευτερεύοντες,  σκιαγραφούνται σε βάθος, πράγμα που δε συμβαίνει σε άλλα μυθιστορήματα του είδους.
      Εκτός απ’ αυτά όμως, μέσα από τα τρία μυθιστορήματα ζωντανεύει μπροστά μας το Βυζάντιο του ένατου αιώνα, όταν αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Θεόφιλος. Ο ήρωας  είναι ο πρωτοσπαθάριος Λέοντας, στενός συνεργάτης του Θεόφιλου που του εμπιστεύεται διπλωματικές αποστολές σε διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας, όπου ο Λέοντας κάθε φορά έρχεται αντιμέτωπος με ένα σκοτεινό έγκλημα και καλείται να το εξιχνιάσει. Καθώς λοιπόν παρακολουθούμε την πορεία των ερευνών του, μαθαίνουμε ένα σωρό εντυπωσιακά πράγματα: ότι οι Βυζαντινοί αποκαλούνταν Ρωμαίοι και ουδέποτε Βυζαντινοί, ότι τους άρεσαν οι γλυκόξινες γεύσεις, ότι αγαπούσαν πολύ τα έντονα χρώματα στο ντύσιμο, καθώς και τα εντυπωσιακά κοσμήματα, είτε ήταν άντρες είτε γυναίκες  και ότι παντρεύονταν περίπου στην ηλικία των 15 ετών, ανεξαρτήτως φύλου! Διαπιστώνουμε ακόμη πράγματα για τα οποία έχουμε μια ιδέα, αλλά δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως: τη γόνιμη σύγκρουση με τον αραβικό κόσμο, τον κεντρικό ρόλο της ορθοδοξίας στην καθημερινή ζωή των πολιτών και την πανσπερμία των λαών που αποτελούσαν την αυτοκρατορία. Όλες αυτές οι πληροφορίες όμως, δεν παρέχονται μ’  ένα στεγνό, βαρετό τρόπο αλλά μέσα από καλογραμμένες ιστορίες που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας ως το τέλος, σε σημείο μάλιστα που όταν φτάνει στην τελευταία σελίδα, ο αναγνώστης εύχεται να υπήρχε κι άλλο! Και θα υπάρξει κι άλλο, σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα,  που έχει δηλώσει ότι οι ιστορίες του πρωτοσπαθάριου Λέοντα θα φτάσουν τον αριθμό πέντε. Μα πότε θα εκδοθεί το επόμενο;; Γιατί αργεί;;

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΡΕΜΒΗ


     Ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη», το οποίο πρόσφατα επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, ανταποκρίνεται στην εικόνα που έχω στο μυαλό μου για τους συγγραφείς: είναι σοβαρός, λέει πάντα ενδιαφέροντα πράγματα, ξέρει ένα σωρό ωραίες ιστορίες, πολλές φορές με πρωταγωνιστές άλλους συγγραφείς, τωρινούς ή περασμένους, και έχει διαβάσει πολλά, πάρα πολλά βιβλία. Και βέβαια, συχνάζει σε κλασικά μπαρ και πίνει ουίσκυ. Τα δύο τελευταία χαρακτηριστικά μπορεί να σας φαίνονται άσχετα, φανταστείτε όμως τον Joyce να πηγαίνει σε τρέντι μπαρ και να πίνει χρωματιστά κοκτέιλ. Όχι, όχι, με τίποτα. Τη μόνη υποχώρηση την κάνω για τον Hemingway κι αυτό γιατί έπινε mojito πολύ πριν γίνει της μόδας και μάλιστα στην Κούβα, οπότε συγχωρείται.
     Πέρα από τις εξυπνάδες τώρα, ο Χρήστος Αστερίου είναι πραγματικός συγγραφέας όχι λόγω προτιμήσεων στο αλκοόλ αλλά λόγω γραφής. Για να γίνω περισσότερο σαφής, συχνά έχω την εντύπωση ότι οι νέοι Έλληνες συγγραφείς έχουν μπερδέψει την ευκολία στο γράψιμο με το ταλέντο και γράφουν με μία προχειρότητα στην έκφραση, με έναν ναρκισσευόμενο, εξυπνακίστικο τρόπο που θυμίζει περισσότερο δημοσιογραφία παρά λογοτεχνία. Αντίθετα, σ’ αυτό το μυθιστόρημα, όπως και στα άλλα έργα του Αστερίου, απολαμβάνει κανείς τον άψογο χειρισμό της γλώσσας και την εγκεφαλικότητα της έκφρασης που αντικατοπτρίζει ακριβώς την εγκεφαλικότητα της πλοκής.
     Ας περάσουμε λοιπόν στην πλοκή: ο Ιάσονας Ρέμβης, πετυχημένος ζωγράφος που ζει στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, συνειδητοποιεί μετά από ένα σοβαρό δυστύχημα ότι το έργο του δεν τον ικανοποιεί. Στην προσπάθειά του να επαναπροσδιοριστεί ως καλλιτέχνης, επιστρέφει στην πόλη που γεννήθηκε, την Αθήνα, για ν’ αναζητήσει τα ίχνη της μάνας του, η οποία πέθανε όταν ο ήρωας ήταν πέντε ετών, οπότε και μετανάστευσε με τον πατέρα του στη μακρινή Αυστραλία. Τα βήματά του τον φέρνουν ξανά στην παλιά του γειτονιά, την πολυπολιτισμική, ξεπεσμένη περιοχή του Άγιου Παντελεήμονα, που προσφέρεται ως σκηνικό συναρπαστικών ιστοριών, παλιών και καινούριων. Ο Ρέμβης καταφέρνει μάλιστα να βρει το πατρικό του, μια πολυκατοικία του ’50 στην οδό Μιχαήλ Βόδα, κι αποφασίζει να εγκατασταθεί εκεί και να γνωρίσει απ’ την αρχή μια πόλη που του είναι εντελώς ξένη.
     Ο αναγνώστης περιμένει ότι οι έρευνες του ήρωα για τη μητέρα του θ’ αρχίσουν σιγά σιγά ν’ αποδίδουν καρπούς και τελικά θ’ αποκαλυφθεί μια φοβερή ιστορία. Εδώ ακριβώς όμως, η πλοκή κάνει ένα γύρισμα και η αφήγηση βρίσκει απόλυτα το ρυθμό της, μιας και το ενδιαφέρον τόσο του ίδιου του εστέτ ζωγράφου όσο και του αναγνώστη μετατοπίζεται στην ένοικο του τρίτου ορόφου, μια γερασμένη σοπράνο που μετά από το θάνατο του παιδιού της εγκατέλειψε την καριέρα της. Ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες αναπτύσσεται μια φιλική σχέση που βοηθά τον Ρέμβη να δει την Αθήνα σαν μια μαγική σκηνή όπου όλα μπορούν να συμβούν. ‘Η να μη συμβούν. Το ρεαλιστικό μπλέκεται με το φανταστικό και βυθίζουν τον αναγνώστη σ’ ένα απολαυστικό διανοητικό παιχνίδι.
     Σ’ αυτό το σημείο, θέλω να κάνω μια επισήμανση ως μανιώδης αναγνώστρια αστυνομικών μυθιστορημάτων: τα στοιχεία που συνθέτουν την ιστορία του Ιάσονα Ρέμβη θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν την πρώτη ύλη για ένα πρώτης τάξεως νουάρ μυθιστόρημα: η αγάπη για το αστικό τοπίο, ένας ψυχρός, παρατηρητικός ήρωας, με τις εμμονές του και τις αδυναμίες του, μια μυστηριώδης γυναίκα, έστω και προχωρημένης ηλικίας, και ένα παρελθόν γεμάτο μυστικά, θα μπορούσαν, αξιοποιημένα αριστοτεχνικά από τον Αστερίου, να οδηγήσουν σε ένα μοναδικό νουάρ μυθιστόρημα. Μήπως να σκεφτεί κάτι τέτοιο στο μέλλον;

Υ.Γ.: Ας ακούσουμε και μια άρια από τους "αλιείς μαργαριταριών" του Bizet, που έχει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο. Η συγκεκριμένη εκτέλεση βέβαια δεν είναι από τη Μαρίκα Ναβάρου αλλά από μια άλλη Ελληνίδα σοπράνο, τη Μαρία Κάλλας.