Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιζυηνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιζυηνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΟΙ ΚΑΚΟΙ


     Αν φέρουμε στο μυαλό μας τους αγαπημένους μας λογοτεχνικούς ήρωες, το πιθανότερο είναι ότι θα περιλαμβάνουν ανθρώπους που αγωνίστηκαν ενάντια σε αντίξοες συνθήκες, που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν στις επιταγές τις εξουσίας ή απλώς ανθρώπους που "γεννήθηκαν για ν' αγαπούν και όχι για να μισούν", όπως έλεγε κι η Αντιγόνη. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει περίπτωση να συμπεριλάβουμε ήρωες όπως ο Κρέοντας, οι συνεργάτες της δικτατορίας Βιντέλα στο Μαπούτσε ή ο παιδεραστής στον Θεό Των Μικρών Πραγμάτων, ήρωες, δηλαδή, που με μία λέξη θα χαρακτηρίζαμε κακούς. Υπάρχουν όμως κι άλλοι κακοί, που, αν και κακοί, είναι αξιαγάπητοι, επειδή κάποια στιγμή αλλάζουν ή επειδή ο συγγραφέας τους σκιαγραφεί με χιούμορ ή, ακόμα, γιατί, ερήμην του συγγραφέα, έχουν κάποια δίκια με το μέρος τους. Ένα τέτοιο τοπ-τεν παρουσιάζεται παρακάτω:
  1. Ποσειδώνας (Οδύσσεια): Ο Ποσειδώνας είναι κακός επειδή κάνει τον ήρωα να υποφέρει και μάλιστα για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ωστόσο, τον αντιμετωπίζουμε με μια κάποια συγκατάβαση, μιας και οι άλλοι θεοί δε φαίνεται να τον υπολογίζουν ιδιαίτερα: με το που πετάχτηκε μέχρι τη χώρα των Αιθιόπων, τα μαγείρεψαν μεταξύ τους κι έστειλαν τον Οδυσσέα στην πατρίδα του με δόξες και τιμές. Εκτός απ' αυτή τη λίστα, ο Ποσειδώνας ανήκει επάξια και στη λίστα με τους χειρότερους γονείς και κηδεμόνες· πέρα από το ότι δεν έμαθε στον γιο του βασικούς κανόνες συμπεριφοράς (ας πούμε, δεν τρώμε τους επισκέπτες μας), αντί να παραδεχτεί πως του άξιζε η τιμωρία, του 'δωσε δίκιο και προσπάθησε να πάρει εκδίκηση για χάρη του. Να πώς βγαίνουν τα κακομαθημένα.
  2. Φάγκιν (Όλιβερ Τουίστ): Στην περίπτωση του Ντίκενς ισχύει παραλλαγμένο το απόφθεγμα της Μαίη Γουέστ: όταν σχεδιάζει καλούς χαρακτήρες είναι καλός, αλλά όταν σχεδιάζει κακούς, είναι καλύτερος. Ένας από τους καλύτερους ντικενσιανούς κακούς είναι ο γερο- Φάγκιν, που προσπαθεί να κάνει τον αθώο Όλιβερ εγκληματία, όπως έκανε με όλα τα φτωχά ορφανά που είχαν την ατυχία να πέσουν στα χέρια του (πράγμα που τοποθετεί και αυτόν στη λίστα με τους απαράδεκτους κηδεμόνες). Ωστόσο, ο Ντίκενς τον σκιαγραφεί με το γνωστό του χιούμορ κι ακόμα, οι νεαροί προστατευόμενοί του (Τσίφτης, Τσάρλι Μπέιτς) είναι τόσο υπέροχοι τύποι, που σχεδόν ξεχνάς ότι ζουν ξαφρίζοντας πορτοφόλια. Στα συν, το ότι στον κινηματογράφο τον έχει υποδυθεί ο κορυφαίος Άλεκ Γκίνες -σ'έναν ιδανικό Οκτώβρη του 2015, ο κινηματογράφος Αττικον θα είχε αφιέρωμα στις ταινίες του Άλεκ Γκίνες κι όταν θα βγαίναμε από την κατάμεστη αίθουσα, θα πηγαίναμε να τσιμπήσουμε κάτι στα Wendy's του Συντάγματος και μετά θ' ανηφορίζαμε την Αμερικής για να πιούμε ένα ποτό στο παλιό Low Profile
  3. Σκρουτζ (Χριστουγεννιάτικη Ιστορία): Άλλος ένας τρομερός κακός του Ντίκενς· και μάλιστα τόσο κακός, που το όνομά του έχει γίνει συνώνυμο του τσιγκούνη -κι όπως όλοι ξέρουμε, δεν υπάρχει χειρότερος άνθρωπος από τον τσιγκούνη. Παρ' όλα αυτά, παρ' όλο που ο Σκρουτζ είναι αφόρητα παραδόπιστος, μίζερος και αναίσθητος, τον συμπαθούμε γιατί, όπως όλοι γνωρίζουμε, στο τέλος αλλάζει και γίνεται πραγματικά αξιαγάπητος. Προσθέτουμε κι εδώ στα θετικά, το ότι σε μία από τις αμέτρητες κινηματογραφικές μεταφορές της ιστορίας, τον ρόλο του Σκρουτζ έχει παίξει ο ανυπέρβλητος Bill Murray
  4. Γιαγιά Χατζήδενα (Το Μόνον Της Ζωής Του Ταξείδιον): Η γιαγιά του αφηγητή σ' αυτό το διήγημα, η γιαγιά του ίδιου του Βιζυηνού δηλαδή, είναι πραγματικά στριμμένο άντερο. Δεν έχει καλή κουβέντα για κανέναν κι αγγαρεύει όποιον μπει στο οπτικό της πεδίο με όλων των ειδών τις δουλειές. Βέβαια, εκείνος που υποφέρει περισσότερο εξαιτίας της είναι ο άντρας της, όπως φαίνεται από την τελική του φράση όταν αφηγείται στον εγγονό του την ιστορία του (οι γονείς του τον είχαν μεταμφιέσει σε κορίτσι για να γλιτώσει το παιδομάζωμα): "Μ' επάνδρεψαν λοιπόν εν πομπή και παρατάξει, κι έτσι, ψυχή μου, αντί να με πάρη κανένας Γιανίτσαρος -μ' επήρεν η γιαγιά σου." Παρ' όλα αυτά, την κατατάσσουμε στους συμπαθητικούς χαρακτήρες γιατί τον αγαπούσε τελικά τον παππού, με τον δικό της, παράξενο τρόπο κι ακόμα, λόγω της ποικιλίας και της πρωτοτυπίας των βρισιών που του απηύθυνε, με κορυφαίο το ευφάνταστο "ψωμοκαταλύτη". 
  5. Ντάμα Κούπα (Η Αλίκη Στη Χώρα Των Θαυμάτων): Προφανώς, μια βασίλισσα που κάθε λίγο και λιγάκι ξεφωνίζει "Πάρτε του το κεφάλι!" για ασήμαντα παραπτώματα, και μάλιστα το εννοεί, είναι ένας εξαιρετικά κακός άνθρωπος. Από την άλλη, μια βασίλισσα που παίζει κροκέ με σκατζόχοιρους αντί για μπάλες και φλαμίνγκος αντί για μπαστούνια, δεν μπορούμε παρά να τη συμπαθήσουμε για την εκκεντρικότητά της. 
  6. Μόμπι Ντικ (Μόμπι Ντικ): Ο ίδιος ο Χέρμαν Μέλβιλ δε φαίνεται να θεωρεί τον Μόμπι Ντικ καθόλου αξιαγάπητο ή έστω συμπαθητικό, ωστόσο, με όλη αυτή τη σφαγή των φαλαινών που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, δε μπορούμε να μην ταχθούμε με το μέρος του... Ακόμα όμως κι αν ακολουθήσουμε την αλληγορία του Μέλβιλ, αν δηλαδή θεωρήσουμε τον Μόμπι Ντικ ως θεϊκή νέμεση για την ύβρη του Άχαμπ ή ως προσωποποίηση της ίδιας της φύσης, που κάνει αυτό που είναι να κάνει, αδιάφορη για την ανθρώπινη δικαιοσύνη και ηθική, δε μπορούμε να μη δώσουμε δίκιο στη λευκή φάλαινα.
  7. Μπεγκεμότ (Ο Μαίτρ Κι Η Μαργαρίτα): Ανάμεσα στους υπέροχους κακούς του κορυφαίου έργου του Μπουλγκάκοφ, την πιο ξεχωριστή θέση έχει ο δαιμονικός γάτος Μπεγκεμότ. Ο συγγραφέας δεν τον περιγράφει με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια ("ένας γάτος τεράστιος σαν γουρούνι, μαύρος σαν κοράκι, και με πελώρια μουστάκια αξιωματικού του ιππικού) κι ούτε βοηθάει το γεγονός ότι στη σύντομη παραμονή του στη Μόσχα κατάφερε να κάνει άνω -κάτω το θέατρο "Βαριετέ", να φέρει το χάος στο πολυκατάστημα "Τοργκσίν" και να βάλει φωτιά στο "Σπίτι των Λογοτεχνών". Δεν μπορούμε, εν τούτοις, να παραβλέψουμε την αγωγή του: την αγάπη του για το σκάκι και το καλό χαβιάρι, τους ευγενικούς του τρόπους και την εκκεντρική κομψότητά του, που φτάνει μέχρι το σημείο να πασπαλίσει τα μουστάκια του με χρυσόσκονη για τον Μεγάλο Χορό του Διαβόλου. Κυρίως όμως, πρέπει ν' αναγνωρίσουμε ότι, κάποιες φορές, χρειάζονται χαοτικές καταστάσεις για να ξεσκεπάσουν τους σοβαροφανείς και τους τυχάρπαστους. 
  8. Ρασπούτιν (Η Μπαλάντα Της Αλμυρής Θάλασσας): ο κακομούτσουνος πειρατής Ρασπούτιν, πάντα έτοιμος να πει ψέματα, να κλέψει και να σκοτώσει, έτοιμος να πουλήσει και τη μάνα του ακόμα για να κερδίσει κάτι παραπάνω, θεωρεί αναφαίρετο δικαίωμά του να κάνει ό,τι του αρέσει χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν. Ακόμα περισσότερο, θεωρεί ότι οι άλλοι, και κυρίως ο Κόρτο Μαλτέζε, έχουν την υποχρέωση να τον βοηθήσουν κάθε φορά που μπλέκει ή τα κάνει θάλασσα, πράγμα που συμβαίνει αρκετά συχνά, χωρίς αυτό να του δημιουργεί καμιά υποχρέωση ν' ανταποδώσει στους άλλους τη χάρη. Παρ' όλα αυτά, ο Κόρτο ποτέ δεν μπορεί να του κρατήσει κακία για πολύ κι εμείς δεν μπορούμε ν' αντιπαθήσουμε αυτό το μεγάλο παιδί που θέλει πάντα να γίνεται το δικό του. 
  9. Μις Τρέντσμπολ (Ματίλντα): Αν υπάρχει ένας χώρος όπου επιβεβαιώνεται περίτρανα ο αφορισμός του Σαρτρ  "η κόλαση είναι οι άλλοι", αυτός είναι το σχολείο. Ο διευθυντής, οι καθηγητές και οι συμμαθητές βρίσκονται εκεί για να κάνουν τη ζωή των άλλων δύσκολη, μόνο και μόνο επειδή μπορούν. Ειδικά η διευθύντρια της Ματίλντας, με τη θηριώδη εμφάνισή της και τις σαδιστικές τιμωρίες που επινοεί για τους μαθητές της, είναι χειρότερη κι από το πιο καυτό καζάνι της κόλασης. Κι όμως, λίγο ο ντουλαποειδής σωματότυπος, λίγο η αποτυχημένη καριέρα της στη σφαιροβολία κι η ακόμα πιο αποτυχημένη καριέρα της στην εκπαίδευση και βέβαια, η τελική κατατρόπωσή της από τη μικροσκοπική Ματίλντα, μας κάνουν να τη λυπόμαστε, αν όχι να τη συμπαθούμε, τη φουκαριάρα τη διευθύντρια... 
  10. Μπάρυ Κεντ (Άντριαν Μολ): Στα αναρίθμητα βάσανα του Άντριαν Μολ, που έχουν να κάνουν με τους γονείς του, τα σπυράκια του, τη Θάτσερ και την αγαπημένη του Πανδώρα, πρέπει να προσθέσουμε ένα ακόμα: τον bully του σχολείου, τον σκίνχεντ Μπάρυ Κεντ. Ο Μπάρυ Κεντ καταφεύγει σε όλα τα γνωστά βασανιστήρια του bullying ενάντια στον κακομοίρη τον Άντριαν: τον κοροϊδεύει, τον απειλεί και του παίρνει το χαρτζιλίκι. Όλ' αυτά όμως, μέχρι που η γιαγιά του Άντριαν παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και -άγνωστο με ποιο τρόπο- πείθει τον Μπάρυ Κεντ ν' αφήσει ήσυχο τον εγγονό της. Στη συνέχεια, οι σχέσεις τους βελτιώνονται σε τέτοιο βαθμό, που ο Άντριαν μπαίνει στη συμμορία του Μπάρυ Κεντ κι όταν αργότερα κλείνουν τον Μπάρυ στη φυλακή, ο Άντριαν πάει να τον επισκεφτεί. Ωστόσο, ο Μπάρυ εξακολουθεί να βασανίζει ακούσια τον παλιό του συμμαθητή, γιατί απέκτησε τελικά τη λογοτεχνική καριέρα που ο Άντριαν ονειρευόταν για τον εαυτό του, από τότε που έγινε γνωστός ως "Μπαζ, ο Σκίνχεντ Ποιητής", κερδίζοντας χειροκροτήματα και παρακλήσεις για αυτόγραφα ακόμα και από τους φοιτητές της Οξφόρδης.

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΜΑΔΕΣ (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ)

     Ο George Harrison πίνει μια μπύρα μαζί με τη μητέρα του, η οποία τον κοιτάζει με ολοφάνερη λατρεία λίγο πριν κατεβάσει κι αυτή μια γουλιά. Ό,τι κι αν ονειρευόταν εκείνη τη στιγμή για τον γιο της, δεν υπάρχει περίπτωση να μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος της επιτυχίας του μ' εκείνο το συγκρότημα που είχε φτιάξει με κάτι παιδιά από το σχολείο...

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε ένα παχουλό νήπιο που δεν είναι άλλος από τον Keith Richards. Από το βλέμμα καταλαβαίνουμε ότι ήταν ζόρικος ακόμα και ως πιτσιρίκι, αλλά τουλάχιστον τότε η μαμά κρατούσε σφιχτά τα λουριά· μετά που τα χαλάρωσε, τα είδαμε τα χαΐρια του γιου της, τα οποία μπορούμε άλλωστε και να διαβάσουμε στην απολαυστικότατη αυτοβιογραφία του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροδακιό (σειρά Λατέρνατιβ) και συμπυκνώνεται στο τρίπτυχο sex and drugs and rock and roll στην πιο καθαρόαιμη μορφή του.

     Κι η αγαπημένη μου Μέριλιν, απαστράπτουσα, δίπλα στη μαμά της. Η Μέριλιν δεν ήταν τυχερό παιδί: ούτε γνώρισε τον πατέρα της ούτε έζησε μαζί με τη μητέρα της, που έπασχε από μανιοκατάθλιψη και περνούσε μεγάλα διαστήματα στο νοσοκομείο. Το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας η Μέριλιν το πέρασε στο ορφανοτροφείο και σε ανάδοχες οικογένειες, από τις οποίες όμως καμιά δεν την υιοθέτησε μιας και η μητέρα της δεν ήθελε να υπογράψει τα χαρτιά υιοθεσίας -υποθέτω ότι δεν ήθελε, έστω και τυπικά, να της πάρουν την κόρη της.

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε τη μητέρα ενός συγγραφέα αλλά όχι τον ίδιο τον συγγραφέα, καθώς η μητέρα του Γεώργιου Βιζυηνού δεν ποζάρει μαζί με το "Γιωργί" της αλλά με τον άλλο της γιο, τον Μιχαήλο, και τη γυναίκα του. Δε μπορούσα όμως να μην τη συμπεριλάβω στο αφιέρωμα, εφόσον κατέχει τόσο σημαντικό ρόλο στο έργο του γιου της και γενικότερα στην ελληνική λογοτεχνία με το συγκλονιστικό Αμάρτημα της Μητρός μου. Η ζωή μπορούσε να γίνει πολύ σκληρή για τις φτωχές γυναίκες στα Βαλκάνια, στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά ειδικά γι' αυτή την γυναίκα, που είδε όλα της τα παιδιά να πεθαίνουν με τραγικό τρόπο, παραήταν σκληρή.

     Σ' αυτή την οικογενειακή φωτογραφία βλέπουμε τον Νίκο Καζαντζάκη (όρθιος πάνω αριστερά) μαζί με τη μητέρα του που κάθεται δίπλα στον αδερφό της και άλλα μέλη της οικογένειάς τους. Διαβάζοντας το εκπληκτικό βιβλίο του ψυχιάτρου Πέτρου Χαρτοκόλλη "Λογοτεχνία και Ψυχανάλυση" από τις εκδόσεις Θεμέλιο, αντιλήφθηκα το, κατά κάποιο τρόπο, δράμα του Καζαντζάκη: ενώ πάσχιζε να μοιάσει στη ρωμαλέα προσωπικότητα του πατέρα του, τον αρχετυπικό Κρητικό που περιγράφει στον καπετάν Μιχάλη, στην πραγματικότητα είχε την εύθραυστη ιδιοσυγκρασία της μητέρας του, πράγμα που δε μπόρεσε ποτέ να αποδεχτεί. Ίσως αυτή η αίσθηση ότι προσπαθεί να πείσει για κάτι που δεν είναι και κρύβεται πίσω από τα μεγάλα λόγια του τύπου "δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λέφτερος" να είναι που με απωθεί στο έργο του.

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε τον Τσέχοφ με τη μητέρα του και τις δύο αδερφές του. Ούτε ο Τσέχοφ είχε χαρούμενα παιδικά χρόνια -δεν ξέρω αν υπάρχει μεγάλος συγγραφέας με χαρούμενα παιδικά χρόνια, είμαι όμως σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχει μεγάλος Ρώσος συγγραφέας με χαρούμενα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας του, όπως και ο πατέρας του Ντοστογιέφσκι, ήταν αυταρχικός, βίαιος και μέθυσος, ενώ η μητέρα του, που υπέφερε όπως και τα παιδιά της από τα ξεσπάσματα του άντρα της, προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν άλλο, πιο χαρούμενο κόσμο γι' αυτά, μέσα από τις ιστορίες που τους αφηγούνταν για τα ταξίδια που έκανε σε όλη τη Ρωσία μαζί με τον έμπορο πατέρα της.

     Από τις οικογενειακές φωτογραφίες δε θα μπορούσε να λείπει αυτή του Μαρσέλ Προυστ μαζί με τον αδερφό του Ρομπέρ και την αγαπημένη του μητέρα, της οποίας τα χαρακτηριστικά έχει δώσει στους χαρακτήρες της μητέρας και της γιαγιάς του αφηγητή στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο. Ο Προυστ ήταν εξαιρετικά δεμένος με τη μάνα του· όντας φιλάσθενος ως παιδί, ενέπνευσε στη μητέρα του μια υπερπροστατευτική συμπεριφορά, που μάλλον τον οδήγησε ν' αναπτύξει μια ανυπόφορη ευαισθησία που άγγιζε (για να μην πω ξεπερνούσε) την υποχονδρία.

     Το αφιέρωμα στις μαμάδες θα κλείσει με τη φωτογραφία του Μπρεχτ και του αδερφού του μαζί με τη μητέρα τους. Πέρα από το ότι ο Μπρεχτ φαίνεται να ήταν ένα γλυκύτατο παιδάκι, έχει γράψει ένα συγκλονιστικό ποίημα για τον θάνατο της μητέρας του, με το οποίο θα ήθελα να κλείσω αυτό εδώ το post:

Τη μορφή της δεν τη θυμάμαι πια, πώς ήταν πριν οι πόνοι της 
αρχίσουν. Αποκαμωμένη, ανασήκωνε τα μαύρα μαλλιά της
απ' το ξεσαρκωμένο μέτωπό της - το βλέπω ακόμα 
κείνο το χέρι να σαλεύει.

Χειμώνες είκοσι τη φοβερίσαν, τα βάσανά της δεν είχαν σωσμό,
κι ο θάνατος ντρεπόταν σαν τη ζύγωνε. Και τότε πέθανε, 
και το κορμί της ήτανε σαν παιδιού κορμί.

Στο δάσος είχε μεγαλώσει.

Πέθανε ανάμεσα σε πρόσωπα που' χαν τραχύνει βλέποντας
την τόσο καιρό να ξεψυχάει. Τη συγχωρέσαμε που έτσι βασανίστηκε,
μα κείνη είχε χαθεί ανάμεσα στα πρόσωπά μας, 
προτού να σβήσει ολότελα.

Τόσοι και τόσοι μας αφήνουνε χωρίς να τους κρατήσουμε.
Έχουμε πει το καθετί, τίποτα πια δεν έχει απομείνει ανάμεσα σε
μας κι εκείνους, σκληραίνουνε τα πρόσωπά μας σαν χωρίζουμε.
Κι όμως το πιο σπουδαίο δεν το είπαμε, τόσο αναμασούσαμε 
τ' ασήμαντα.

Ω, γιατί τα πιο σπουδαία να μην τα πούμε, ήτανε τόσο εύκολο,
και τώρα θα κολαστούμε για τη σιωπή μας. 
Εύκολες ήταν οι λέξεις, σφίγγονταν πίσω από τα δόντια μας.
Καθώς γελούσαμε έπεσαν,
και τώρα το λαιμό μας πνίγουν.

Το δείλι, χτες, πρωτομαγιά, πέθανε η μητέρα μου!
Και δε μπορώ από τη γη να τηνε ξεριζώσω με τα νύχια μου!

Μπέρτολντ Μπρεχτ, "Ποιήματα", μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Εκδόσεις Θεμέλιο


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΙ ΆΛΛΟ ΚΟΥΙΖ

     Μήνες μετά από αυτό το κουίζ, ήρθε η στιγμή για το επόμενο! Το προηγούμενο είχε να κάνει με την πρώτη πρόταση γνωστών βιβλίων, ενώ τούτο αναφέρεται στην τελευταία. Σε μερικές περιπτώσεις σας δίνω μια μικρή βοήθεια (λέξεις- κλειδιά), για να μην απογοητευτείτε από το σκορ κι αποφασίσετε ν' απαρνηθείτε το bibliokult μια για πάντα.. Οι απαντήσεις, όπως πάντα, στα σχόλια.
  1. Ζήτω ο Καραμάζοφ! -κραύγασε ακόμα μια φορά με ενθουσιασμό ο Κόλια, και για ακόμα μια φορά τα αγόρια επανέλαβαν το επιφώνημά του.
  2.  Αχ Μπάρτλεμπυ! Αχ ανθρωπότης!
  3. Και ο Τούρκος έμεινε Τούρκος.
  4. Μα τρεις μέρες μετά τον Ζυλιέν, πέθανε αγκαλιάζοντας τα παιδιά της.
  5. Και τη στιγμή που το κατάλαβε, έπαψε πια να καταλαβαίνει.
  6. Κι όταν τον φτάνουν επιτέλους οι φλόγες ξεκαρδίζεται στα γέλια, πρώτη φορά στη ζωή του.
  7. Κι ο Τουρκόγιαννος έγειρε το βλέμμα του προς τη σιδερένια πόρτα, εκοίταξε μια στιγμή τη Μαργαρίτα, αναστέναξε κι εμπήκε ξανά κλαίοντας στο κελί του.
  8. Αφήνω αυτή τη γραφή, δεν ξέρω για ποιον, δεν ξέρω πια γύρω από τι: stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus.
  9. Για πρώτη φορά στη ζωή τους είχαν κάνει κάτι από αγάπη.
  10.  Δε γνωρίζω τι απέγινε η Ραραού.
  11. Όπου, τρεις μήνες μετά την αθώωσή του, ο Μπενίτο Σερένο, στο φέρετρό του, ακολούθησε πράγματι τον αρχηγό του.
  12. Έτσι και το κάνεις, τότε όλοι αρχίζουν να σου λείπουνε.
  13. Ένα πουλί ψιθύρισε στον Μπίλι Πίλγκριμ: "Που- τι- ουίτ;"
  14. Στην άκρη της αραβικής συνοικίας το τραμ, φορτωμένο ακόμη μ' ανθρώπους, έκανε μια μεγάλη στροφή 180 μοιρών και σταμάτησε· ήταν το τέλος της γραμμής.
  15. Αυτό θα μπορούσε να είναι το θέμα ενός καινούργιου μυθιστορήματος· το σημερινό μας όμως τελειώνει εδώ.
 

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΥΡΑ ΚΥΡΑΛΙΝΑ

     Ο Παναϊτ Ιστράτι (1884- 1935) ήταν γιος μιας Ρουμάνας πλύστρας κι ενός Έλληνα λαθρέμπορου, τον οποίο δε γνώρισε ποτέ. Από μικρός έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει και κατάφερε με τα χίλια ζόρια να τελειώσει το δημοτικό. Αγαπούσε πάρα πολύ το διάβασμα κι αφιέρωνε σ' αυτό τις λίγες ώρες που είχε για να ξεκουραστεί και να κοιμηθεί. Στα δώδεκα περίπου, αφέθηκε στο κάλεσμα του ανοιχτού δρόμου και περιπλανήθηκε στους τόπους της Ανατολής και της Ευρώπης: Πόλη, Κάιρο, Δαμασκός, Βηρυτός, Αθήνα, Παρίσι... Έζησε μια ζωή αλήτικης ελευθερίας, χωρίς όμως να είναι ανέμελος, αφού το 1921, στη Νίκαια της Γαλλίας, έκανε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Στο νοσοκομείο, ήρθε να τον επισκεφτεί ο Ρομαίν Ρολάν, που λίγο καιρό πριν είχε λάβει ένα γράμμα από τον Ιστράτι. Αναγνωρίζοντας το συγγραφικό του ταλέντο, έγραψε την εισαγωγή στο πρώτο - και σημαντικότερο - έργο του Ιστράτι, "Κυρά Κυραλίνα". 
      Η ιστορία της "Κυράς" είναι στην ουσία η ιστορία του μικρού αδερφού της, του Δραγομίρ. Ο ήρωας είναι ένας ομοφυλόφιλος μικροπωλητής, που του' χουν γυρίσει την πλάτη όλοι οι καθως πρέπει κάτοικοι της Βραϊλας. Ο κεντρικός αφηγητής νιώθει συμπάθεια για τον ήρωα, τον πλησιάζει και μαθαίνει τελικά την ιστορία του: ο Δραγομίρ μεγάλωσε με τη μητέρα του και την αδερφή του την Κυρά μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς, αγάπης και ανατολίτικης ηδυπάθειας. Μητέρα και κόρη -πανέμορφες και οι δύο- ζουν ανέμελα τον έρωτα, την πολυτέλεια, τη μουσική και το χορό, κάνοντας την κάθε μέρα γιορτή. Το μόνο πρόβλημα στη ζωή τους είναι ο πατέρας και ο μεγάλος αδερφός, που έρχονται κάθε τόσο για να δείρουν τη μάνα, τιμωρώντας την για τη ζωή που έχει επιλέξει. Σε μια τρομερή επίθεσή τους, την παραμορφώνουν φρικτά κι αυτή αποφασίζει να πεθάνει, αφήνοντας τα παιδιά μόνα. Ο Δραγομίρ και η Κυρά, απονήρευτοι κι απροστάτευτοι, γίνονται θύματα ενός Τούρκου μπέη, που πουλά την Κυρά σε χαρέμι και κρατά κοντά του τον Δραγομίρ- στο δικό του χαρέμι. Όταν μετά από δυο χρόνια δραπετεύει, αρχίζει ν' αναζητά την αγαπημένη του Κυρά στην Πόλη, τη Βηρυτό και τη Δαμασκό. Πάντα βασίζεται στην καλοσύνη των ξένων και πάντα το πληρώνει ακριβά. Η ζωή όμως του κάνει ένα δώρο: φέρνει στο δρόμο του έναν καλό φίλο, τον Μπαρμπα Γιάννη τον σαλεπιτζή, που τον παίρνει κοντά του και μαζί γυρίζουν όλη την οθωμανική επικράτεια, παίρνοντας τη ζωή όπως έρχεται.
     Παρ' όλο που αφηγείται μια θλιβερή ιστορία, ο Ιστράτι παρουσιάζει τον κόσμο σαν πανηγύρι, γεμάτο με τη δίψα για μακρινούς ορίζοντες και περιπέτειες, που καταφέρνει να συνεπάρει τελικά τον ήρωα κι ας μην μπορεί να πάρει μακριά τη θλίψη του. Είναι ο πολύχρωμος, μαγικός κόσμος της Ανατολής και των Βαλκανίων, που περιγράφει κι ο Κανέτι όταν μιλά για τα παιδικά του χρόνια στη Βουλγαρία· ένας κόσμος όπου οι φυλές, οι γλώσσες κι οι πολιτισμοί όχι μόνο συνυπάρχουν αλλά και συμπλέκονται: στην καθημερινή ομιλία, τα ρουμάνικα εναλλάσσονται με τα ελληνικά και τα τούρκικα, στο γλέντι, οι ελληνικοί χοροί συνοδεύονται από τούρκικο ναργιλέ και εβραϊκά φαγητά και βέβαια στο εμπόριο ή την περιπλάνηση δεν υπάρχουν οι περιορισμοί των συνόρων.
     Η περιπετειώδης ζωή του Ιστράτι, η πολιτική του τοποθέτηση και η θεματολογία των έργων του, του χάρισαν τον χαρακτηρισμό "Γκόρκι των Βαλκανίων". Εκτός από τον Γκόρκι όμως, θυμίζει αρκετά και τον Βιζυηνό: κι οι δύο έζησαν βασανισμένα παιδικά χρόνια στα οθωμανικά Βαλκάνια και κατάφεραν, με δική τους επιμονή, να μάθουν γράμματα. Ταξίδεψαν κι οι δυο στην Ανατολή και την Ευρώπη, γνώρισαν την επιτυχία αλλά πέθαναν μόνοι σε κάποιο ίδρυμα. Πέρα από τις ομοιότητες στη ζωή των δύο συγγραφέων, υπάρχουν κοινά στοιχεία και στο έργο τους: οι ήρωές τους, που κινούνται στον ίδιο περίπου χώρο, αγωνίζονται, υποφέρουν αλλά δε μπορούν ν' αλλάξουν τη μοίρα τους. Είναι άνθρωποι τσακισμένοι από τη ζωή, που όμως διατηρούν ζωντανή την ανθρώπινη φλόγα. Υπάρχουν, ακόμα, κοινά μοτίβα: το ταξίδι, η περιπλάνηση, η πολυπολιτισμικότητα και η σεξουαλική ταυτότητα είναι θέματα που εμφανίζονται στο έργο και των δύο, ωστόσο ο Βιζυηνός -μάλλον λόγω εθνικών και κοινωνικών περιορισμών- είναι συγκρατημένος στο χειρισμό αυτών των στοιχείων. Κι οι δύο, πάντως, μέσα από τη ζωή τους και το έργο τους, είχαν το θάρρος να κοιτάξουν στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής.

 Υ.Γ. 1: Τον κόσμο που περιγράφει ο Ιστράτη στην "Κυρά" μου τον θυμίζει πάντα το παρακάτω τραγούδι του Χατζιδάκι με τη Φλέρυ Νταντωνάκη.



Υ.Γ. 2: Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος, σε μετάφραση Αιμίλιου Χουρμούζιου, η οποία μου φαίνεται άκρως εκνευριστική. Έχει όλες αυτές τις "λαϊκές" λέξεις (μικροπουλητής, κίντυνος, ζούλια, ρώτηξα) που δε νομίζω ότι τις χρησιμοποιούσε ποτέ κανείς και σε καμιά περίπτωση δεν κάνουν τον λόγο πιο αυθεντικό. Υπάρχει, πάντως, άλλη μια έκδοση, από τον Κάκτο, σε μετάφραση Όλγας Τρέμη (!), έχει όμως εξαντληθεί.

Υ.Γ. 3: Η Κυρά Κυραλίνα είχε μεγάλή απήχηση και στον κινηματογράφο. Πρώτη φορά γυρίστηκε σε ταινία το 1927, στη Σοβιετική Ένωση. Μετά το 1993 και μια τελευταία φέτος, μόνο που δεν έχει προβληθεί ακόμα (μπορείτε να δείτε το τρέιλερ εδώ). Σκόπευε κι η Τώνια Μαρκετάκη να γυρίσει την "Κυρά" σε ταινία, είχε μάλιστα γράψει το σενάριο και είχε κάνει όλη την προεργασία - αλλά την πρόλαβε ο θάνατος.