Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Ο ΝΤΙΚΕΝΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

     Εδώ και λίγο καιρό, μ' έχει πιάσει μια μανία με τον Ντίκενς· αν και γνώριζα τις υποθέσεις των πιο γνωστών έργων του από τις κινηματογραφικές μεταφορές τους ή από τα Κλασικά Εικονογραφημένα, ποτέ δεν είχα ενδιαφερθεί να διαβάσω τα ίδια τα μυθιστορήματα -μου φαίνονταν λίγο παιδικά, λίγο ξεπερασμένα, λίγο παλιομοδίτικα. Όταν όμως άρχισα να διαβάζω το Παλαιοπωλείο, συνειδητοποίησα τι έχανα τόσο καιρό! Μετά το Παλαιοπωλείο, ήρθε η σειρά του Όλιβερ Τουίστ και τώρα διαβάζω τις Μεγάλες Προσδοκίες, απολαμβάνοντας σε κάθε βιβλίο την περίτεχνη έκφραση, την εύστοχη ειρωνεία και τη ζωντάνια των χαρακτήρων. Όσο περισσότερο λοιπόν διαβάζω, τόσο πιο πολύ παρατηρώ το εξής: όλοι οι ήρωες, κάθε λίγο και λιγάκι, παίρνουν τους δρόμους: για να πάνε στο Λονδίνο, για να φύγουν από το Λονδίνο, για να συναντήσουν κάποιον, για να ξεφύγουν από κάποιον άλλο, για να ξεχάσουν κάποιον τρίτο· όλοι, περπατάνε για ώρες ή για μέρες, μίλια ολόκληρα, κι ο συγγραφέας μας δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για τις διαδρομές τους -λέει, για παράδειγμα, όταν περιγράφει την είσοδο του Όλιβερ στο Λονδίνο: "η ώρα ήταν σχεδόν έντεκα όταν έφτασαν στα διόδια του Ίσλινγκτον. Πέρασαν απ' το Άντζελ στο δρόμο του Σαιν Τζων· κατηφόρισαν το δρομάκι που τελειώνει στο Θέατρο Σάντλερ Γουέλς· από κει μπήκαν στην Έξμαουθ Στρητ και στο Κόπις Ρόου· κατέβηκαν στη μικρή πλατεία πλάι στο Φτωχοκομείο· διέσχισαν τον κλασικό χώρο που είχε κάποτε τ' όνομα "Χόκλεϋ -ιν -δι- Χόουλ", από κει έφτασαν στο Μικρό Λόφο Σάφρον κι ύστερα στο Μεγάλο Λόφο Σάφρον", δίνοντάς μας την εντύπωση ότι ήταν μια διαδρομή που ήξερε πολύ καλά.
    Και πραγματικά θα την ήξερε, όπως ήξερε ένα σωρό διαδρομές στην αγγλική μητρόπολη, μιας και ανήκε στη μεγάλη φυλή των μανιωδών πεζοπόρων, όπως κι ο Σέξπιρ, ο Μπλέικ και ο ντε Κουίνσι. Σύμφωνα με τον Matthew Beaumont, στο βιβλίο του Nightwalking: A Nocturnal History of London (για το οποίο διάβασα στο flavorwire.com, από όπου πήρα και τις παρακάτω πληροφορίες), αυτή η δραστηριότητα του ήταν άκρως απαραίτητη για τη συγγραφή των έργων του. Μάλιστα ο Chesterton, στη μονογραφία του για τον Ντίκενς υποστήριζε ότι χρωστούσε την αυθεντικότητα και την ιδιοφυΐα του στο ότι "κατείχε το κλειδί για τον δρόμο· τ' αστέρια του ήταν οι λάμπες των δρόμων· ο ήρωάς του ήταν ο άνθρωπος των δρόμων". Κι ο ίδιος, άλλωστε, ήταν, κατά κάποιον τρόπο, άνθρωπος των δρόμων. Περπατώντας στους δρόμους του Λονδίνου στο φως της μέρας και κυρίως στο σκοτάδι της νύχτας, προσπαθούσε να λύσει τα μυστήρια της πόλης, καθώς και τα μυστήρια της δικής του, αινιγματικής ύπαρξης. Περιπλανιόταν χωρίς σκοπό, ωστόσο συχνά κατέληγε σε μέρη που τον είχαν σημαδέψει. Για παράδειγμα, όπως εξομολογείται στον Φόρστερ, φίλο και ομότεχνό του, σ' ένα γράμμα του το 1847, πολλές φορές τα βήματά του τον έφερναν στον χώρο του εργοστασίου βερνικιού στο οποίο δούλευε όταν ήταν παιδί κι ο πατέρας του ήταν στη φυλακή για χρέη. Άλλες φορές χασομερούσε έξω από το σπίτι της Μαρίας Γουίντερ, της γυναίκας που είχε παλιότερα απαρνηθεί τον έρωτά του. Φαίνεται δηλαδή ότι αυτή η νυχτερινή περιπλάνηση έφερνε ξανά στην επιφάνεια τραυματικές εμπειρίες της ζωής του κι ήταν παράλληλα μια περιπλάνηση στο παρελθόν του.
     Εκτός όμως από την επίδραση που είχε στην ψυχολογία του, το περπάτημα ασκούσε καθοριστική επίδραση και στο γράψιμό του, που ήταν για τον Ντίκενς μια ακόμα ψυχαναγκαστική δραστηριότητα. Το περπάτημα ήταν αυτό που τον αποφόρτιζε από την πίεση που ένιωθε όταν έγραφε. Όπως εξομολογούνταν σ' ένα γράμμα προς τον φίλο του Cornelius Felton, καθηγητή ελληνικών στο Harvard, "Πάνω από τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα (το βιβλίο που έστελνε στον Felton), ο Τσάρλς Ντίκενς έκλαψε και γέλασε κι έκλαψε ξανά και παθιάστηκε με τον πιο εκπληκτικό τρόπο κατά τη σύνθεσή του· γι' αυτό περπάτησε στους σκοτεινούς δρόμους του Λονδίνου, δεκαπέντε και είκοσι μίλια, πολλές νύχτες, όταν όλοι οι νηφάλιοι άνθρωποι είχαν πάει για ύπνο".
     Αν για κάποιο λόγο όσο καιρό έγραφε ένα βιβλίο δε μπορούσε να τριγυρίσει στους νυχτερινούς λονδρέζικους δρόμους, ένιωθε ότι δε μπορούσε να λειτουργήσει, ότι η πλοκή του έμενε στάσιμη και οι χαρακτήρες του δεν εξελίσσονταν. Τον Αύγουστο του 1846, όταν ζούσε με την οικογένειά του στη Λοζάννη κι έγραφε το Ντόμπι και Υιος, παραπονιόταν στον Φόρστερ για την έλλειψη δρόμων και προσώπων· "δε μπορώ να εξηγήσω πόσο τα χρειάζομαι. Φαίνεται σαν να προμηθεύουν το μυαλό μου με κάτι που δε αντέχω να χάσω. Ο μόχθος του καθημερινού γραψίματος χωρίς το Λονδίνο, αυτόν τον μαγικό φανό, είναι τεράστιος. Οι ήρωές μου λιμνάζουν χωρίς πλήθη γύρω τους". Ο Ντίκενς αρρώσταινε όταν δεν είχε πρόσβαση στη φαντασμαγορία της μητρόπολης, ιδίως τη νύχτα, που έμοιαζε περισσότερο με μαγικό φανό. Ακόμα και σε αστικά κέντρα όπως η Γενεύη και η Γένοβα ένιωθε κλειστοφοβικά, γιατί δεν είχε την ίδια ελευθερία να περιπλανιέται. Δεν ένιωθε όμως το ίδιο και στο Παρίσι, όπου, όπως μας πληροφορεί ο Φόρστερ, την ίδια μέρα που έφτασε μαζί με την οικογένειά του, τους άφησε και έκανε μια "κολοσσιαία" βόλτα στην πόλη. Οι πολύωρες αυτές βόλτες έδιναν στον Ντίκενς τη δυνατότητα να λυτρωθεί από αφόρητα συναισθήματα και ν' απαλλαγεί από τα φαντάσματά του. Τον Ιανουάριο του 1847, όπως αναφέρει ο Πίτερ Άκροιντ, "έσφαξε", κατά τη δική του έκφραση, τον Πολ Ντόμπι (ήρωα στο Ντόμπι και Υιος) και μετά περπάτησε στους δρόμους του Παρισιού ως την αυγή. Μ' αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να ξεφορτωθεί ένα από τα φαντάσματά του, "να το χάσει μέσα στο πλήθος", όπως έλεγε ο ίδιος. Πολλές φορές όμως, μέσω της φαντασίας ή των αναμνήσεών του, οι ίδιοι αυτοί νυχτερινοί περίπατοι εμφάνιζαν ως δια μαγείας άλλα φαντάσματα, από τα οποία δεν μπορούσε -και μάλλον δεν ήθελε- να ξεφύγει.


     

4 σχόλια:


  1. http://tvxs.gr/news/prosopa/karolos-ntikens-marksistis-i-filanthropos

    άρθρο για το Ντίκενς
    για την απογευματινή μας κουβέντα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εξαιρετικό άρθρο -σήμερα κατάφερα να το διαβάσω... Σ' ευχαριστώ πολύ!

      Διαγραφή
  2. Πολύ καλό κείμενο!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή