Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

     Εχθές το βράδυ κάθισα στο σπίτι και είδα στην τηλεόραση τον αγώνα Αγγλία - Ισλανδία. Ευχαρίστως θα έκανα οτιδήποτε άλλο εκείνη την ώρα, θα μπορούσα ακόμα και να σιδερώσω την πελώρια στοίβα ρούχων που έχω καταχωνιάσει στην ντουλάπα, όμως μια ξαφνική αδιαθεσία μ' έριξε  στον καναπέ και ήταν αδύνατο να σηκωθώ από εκεί. Με λίγα λόγια, δε με συγκινεί το ποδόσφαιρο· δεν ξέρω κανέναν τωρινό παίκτη μεγάλης ελληνικής ομάδας, ούτε ξέρω ποια ομάδα νίκησε στο champions league, ούτε καν κάθε πότε γίνονται το euro και το champions league.Το θέμα είναι ότι για χρόνια πίστευα ότι αυτή η άγνοια περί ποδοσφαίρου είναι χαρακτηριστική των ανθρώπων που αγαπούν το διάβασμα, μιας κι έχουν πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουν από το να παρακολουθούν 22 κάγκουρες να κυνηγούν μια μπάλα. Ώσπου βγήκε το πρώτο τεύχος της lifo πριν από καμιά δεκαριά χρόνια και διαπίστωσα ότι η στήλη του Κωστή Παπαγιώργη γράφει για ποδόσφαιρο. Του Κωστή Παπαγιώργη. Για ποδόσφαιρο. Επομένως, αυτό που μέχρι τότε με βόλευε να πιστεύω δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Στη συνέχεια, διαπίστωσα ότι πολλοί άλλοι συγγραφείς και διανοούμενοι ήταν παθιασμένοι με το ποδόσφαιρο, οπότε κατάπια την έπαρση μου και πήρα ένα γερό μάθημα. Γι' αυτό σήμερα, που το euro περνά στη φάση των 8, όπως έμαθα εχθές, είπα να γράψω κάτι για τους ποδοσφαιρόφιλους συγγραφείς.
     Ο πρώτος είναι βέβαια ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος, εκτός από ποδοσφαιρόφιλος, ήταν ποδοσφαιριστής κι ο ίδιος. Η θέση του ήταν πάντα στο τέρμα κι αυτό γιατί ο τερματοφύλακας καταστρέφει τα παπούτσια του λιγότερο από τους άλλους παίκτες, πράγμα σημαντικό για ένα παιδί που ζει σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, όπως ο μικρός Καμύ. Ως φοιτητής έπαιξε με την πανεπιστημιακή ομάδα Racing Universitaire Algerois (RUA), ωστόσο τα όνειρά του για μια καριέρα στο ποδόσφαιρο τερματίστηκαν όταν αρρώστησε με φυματίωση και έκτοτε τα πνευμόνια του δεν άντεχαν την καταπόνηση που απαιτεί το ποδόσφαιρο. Τη δεκαετία του '50, όταν του ζήτησαν από ένα περιοδικό αποφοίτων του πανεπιστημίου του να γράψει κάτι, ο Καμύ έγραψε μεταξύ άλλων πως "ό,τι γνωρίζω περί ηθικής, το χρωστάω στο ποδόσφαιρο". (πηγή: toutelaculture.com)

     Τερματοφύλακας ήταν επίσης ο σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο συγγραφέας του Σέρλοκ Χολμς. Έπαιζε για την ομάδα Portsmouth Association Football Club με το ψευδώνυμο AC Smith τον καιρό που ζούσε στο Southsea. Γενικότερα, φαίνεται ότι ήταν αθλητικός τύπος, αφού, εκτός από ποδόσφαιρο, έπαιζε κρίκετ κι έκανε σκι. Το μόνο που δεν κολλάει με την εικόνα του ιδιοφυούς συγγραφέα και συγχρόνως σκληραγωγημένου αθλητή είναι το γεγονός ότι πίστευε στις νεράιδες. Αλλά άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. (πηγή: www.telegraph.co.uk)

     Ο Νικ Χόρνμπι, εκτός από κολλημένος με τη μουσική, όπως φαίνεται από το εκπληκτικό High Fidelity, είναι και κολλημένος με τη μπάλα. Άλλωστε, πριν το High Fidelity είχε κυκλοφορήσει τον Πυρετό Της Μπάλας, ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, όπου καταθέτει τη λατρεία του για την Άρσεναλ. Το βιβλίο έγινε ταινία το 1997 στην Αγγλία και το 2005 στην Αμερική, μόνο που εκεί το πάθος για το ποδόσφαιρο μετατράπηκε σε πάθος για το μπέιζμπολ, μιας και οι Αμερικάνοι έχουν αυτή την ακατανόητη προτίμηση για το μπέιζμπολ έναντι του ποδοσφαίρου. (πηγή: en.wikipedia.org)

     Από ένα τέτοιο ποστ δε θα μπορούσε να λείπει η Λατινική Αμερική, η οποία εκπροσωπείται από τον Ουρουγουανό Εδουάρδο Γκαλεάνο. Όντας, εκτός από ποδοσφαιρόφιλος, πολιτικός ακτιβιστής και πολυγραφότατος συγγραφέας, ήταν φυσικό ν' αναφέρεται συχνά στις πολιτικές προεκτάσεις του ποδοσφαίρου και να γράφει βιβλία γι' αυτό, με πρώτο το Η Μεγαλειότητά του Το Ποδόσφαιρο (Su Majestad El Futbol) το 1968 και αργότερα, το 1995, Τα Χίλια Πρόσωπα Του Ποδοσφαίρου (El Futbol A Sol Y Sombra), όπου δηλώνει ότι "δεν είμαι τίποτα παραπάνω παρά ένας ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου". (Διαβάστε όλο το βιβλίο εδώ)

     Για να έρθουμε επιτέλους και στα δικά μας, πάθος με το ποδόσφαιρο είχε ο Κωστής Παπαγιώργης. Φανατικός οπαδός του Παναθηναϊκού, παρακολουθούσε κάθε αγώνα κι έγραφε για το ποδόσφαιρο με την ίδια διεισδυτικότητα που έγραφε για τον Ντοστογιέφσκι ή τον Παπαδιαμάντη (ένα άρθρο του για τον Παπαδιαμάντη το 'χω κόψει και φυλάξει κι όποτε το διαβάζω φυσάει καθαρός αέρας μέσα μου). Όπως γράφει ο Ζαχαρίας Σώκος (www.oanagnostis.gr), ο Παπαγιώργης, που του άρεσε να πηγαίνει στο ξενυχτάδικο Ανατολή, συνήθιζε να λέει πως  "στο σκυλάδικο και στο γήπεδο παίζονται όλα".

     Τελειώνοντας, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος ήταν και ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Δεν έχανε αγώνα για αγώνα, είτε στο γήπεδο είτε στην τηλεόραση και μπορούσε να συζητά ώρες για το ποδόσφαιρο, κάνοντας εμβριθέστατες αναλύσεις για την τάδε φάση του δείνα αγώνα. Η πρώτη του ομάδα ήταν ο ΠΑΟΚ, όταν όμως ήρθε να ζήσει στην Αθήνα (έμενε στο Νέο Ηράκλειο, κοντά στο σχολείο μου, και κάθε μεσημέρι που περνούσα πρόσεχα μήπως τον δω να κάθεται στον κήπο) έγινε οπαδός του Απόλλωνα στη Ριζούπολη. Ωστόσο, η μεγάλη του αγάπη ήταν ο Άγιαξ, για τον οποίο έγραψε στην Αυγή της 28ης Οκτωβρίου του 1984 ένα κείμενο λατρείας με το ψευδώνυμο Αλ. Καμής, παραπέμποντας φυσικά σε έναν άλλο αριστερό διανοούμενο που λάτρευε το ποδόσφαιρο, τον Αλμπέρ Καμύ. (μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο εδώ)

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗΝ ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗΝ ΑΠΟ ΘΑΛΑΣΣΗΣ

Όταν η Αφροδίτη
μέσα απ' το πορφυρό κύμα
γυμνή αναδύθηκε,
και τα μαλλιά της έσταζαν αλμύρα,
τα χέρια σήκωσε
κι έστιβε την πλεξούδα
πλάι στα λευκά της μάγουλα
που έσταζε
νερό του Αιγαίου
δείχνοντας ακάλυπτα
τα στήθη της μονάχα,
όσο η ντροπή επιτρέπει.
Μ' αν η θεά του πίνακα
είναι σαν την αλήθεια,
τότε φαντάζομαι
τι ταραχή μες στην καρδιά του Άρη.

Δημόκριτος, μτφρ. Ανδρέας Λεντάκης, Παλατινή Ανθολογία, Εκδόσεις Δωρικός.

Σάντρο Μποτιτσέλι, "Η Γέννηση Της Αφροδίτης"





















Υ.Γ.: Ναι, πρόκειται για τον γνωστό Δημόκριτο, τον φιλόσοφο από τα Άβδηρα, που υπήρξε σύγχρονος και συνομήλικος του Σωκράτη. Σύμφωνα με την παράδοση, έζησε εκατό χρόνια. Θεωρείται ιδρυτής της ατομικής θεωρίας. Για τον Γαλαξία είχε πει ότι αποτελείται από πλήθος "μικρών αστέρων συμφωτιζομένων αλλήλοις δια την πύκνωσιν". Για τον χρόνο έλεγε ότι είναι αγέννητος, όπως και η κίνηση· για την τύχη, ότι είναι ένα σκιάχτρο που το 'φτιαξαν οι άνθρωποι για να ομορφαίνουν την ανοησία τους.

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν.
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ' εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.
Λυτρώνεται ο άνθρωπος;
Απαντά το λουλούδι: "Θα χαθούμε"
Κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.

Νίκος Καρούζος


Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΑΡ

Τι
ολόμαυρα μαλλιά
που τόσο χύνονταν
στις
πλάτες
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου)
ωσότου
χάθηκε στη γωνία του δρόμου
η γυναίκα.
Δεν είναι πια
(ο θάνατος)
δεν ήτανε πριν
(η ανυπαρξία)
και πόσο να 'μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου
μ' ένα κάψιμο.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
κάποιο δέντρο είμαι
κ' έγινε ποτάμι η ρίζα μου
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη ειν' η θάλασσα
και το ποτάμι πάει...
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου
τη νύχτα
ο άγγελος της μοναξιάς
με τολμηρά ενδύματα.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
εποχή εχθρική
ως το μυρωμένο βράδυ
ως μέσα στα μεσάνυχτα.
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι
να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

Νίκος Καρούζος, "Η Πρώτη Εποχή", εκδόσεις Ερατώ.

                    πηγή: www.maldemar.com

Υ.Γ.1: Εδώ μπορείτε ν' ακούσετε το ποίημα σε απαγγελία του ίδιου του Καρούζου.

Υ.Γ.2: Ο Καρούζος είναι από τους αγαπημένους μου ποιητές, σχεδόν σε πείσμα του εαυτού μου: η ποίησή του είναι εγκεφαλική κι απελπισμένη κι αυτά τα δύο μου φαίνεται πολλές φορές ότι δεν μπορώ να τ' αντέξω· κι όμως στον Καρούζο ακριβώς αυτά είναι που αγαπώ. Ίσως η ποίηση μας διαβάζει καλύτερα απ' ό,τι τη διαβάζουμε εμείς.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΈΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη
όταν την είδα
να έρχεται από μακριά:
μισή γυναίκα, μισή όνειρο.
Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω
στεφανωμένη με άνθη κερασιάς.
Τότε κατάλαβα τι δύναμη έχουν τα ποιήματα.

Χρίστος Λάσκαρης, Ποιήματα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης


Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

ΠΙΣΤΟΜΑ

     Όταν ύστερα από την αναρχία  που' χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Μαγουλαδίτης Αντώνης Κουκουλιώτης.
     Είτουν τότες ως σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Το πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
     Ο άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Κι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Κουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
     Εγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. Κ' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, το' σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
     Αλλά ο Κουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας της είπε:
     "Μη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Είναι το παιδί τούτο δικό σου; Ναι; Μα όχι δικό μου! Με ποιον, λέγε, το' χεις κάμει;"
     Τ' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
     "Αντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Το φταίσμα μου είναι μεγάλο. Μα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θα' ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Κοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ, Κάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
     Καθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Εσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
     "Γυναίκα κακή! Δε ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκείνου θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
     Εμολόησε. Κι ο Κουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Κι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Μα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ως το ξημέρωμα.
     Την άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
     "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
     "Τον σκότωσες!"
     "Την ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Ανατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
     Κι ο Κουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
     Και φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
     Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Το σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. Η γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. Κ' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
     Κι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Κουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
     "Βαλ' το πίστομα μέσα".

Κωνσταντίνος Θεοτόκης, από τα Διηγήματα [Κορφιάτικες Ιστορίες]

Νικόλαος Γύζης

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

     [...] Πέρασε ήσυχα η εβδομάδα. Η ψιψίνα σαν να κατάλαβε τη φοβέρα και τη συμβουλή, φυλάχθηκε να μην ξανακάνει "τα ίδια". Την Κυριακήν όμως την αυγή, μόλις σηκώθηκε ο παπα-Ζήσιμος κι έκανε την τουαλέτα του και την πρώτη του προσευχή στην καμαρούλα του, κάποιος του χτύπησε την πόρτα με χέρι βιαστικό και φοβισμένο. Τίποτα καλό δεν προμηνούσε αυτό το κτύπημα! Ο παπάς το φοβήθηκε αμέσως.
"Ποιος είναι;", ρώτησε.
"Εγώ, ο Χρήστος!", αποκρίθηκε η φωνή του κλαμπανάρου.
"Έμπα μέσα... Τι είναι, παιδί μου;"
 Ο Χρήστος ο κλαμπανάρος μπήκε στην καμαρούλα χλωμός:
"Πάλε τα ίδια, παπά μου!"
"Ε;"
"Η γάτα, πανάθεμά τη!..."
"Ω, συμφορά μου!... Στο ίδιο μέρος;"
"Όχι, στην Αγία Πρόθεση..."
"Ω, μεγάλη συμφορά!... Ω, μεγάλη αμαρτία!... Ω, κατάρα!... ω, Θε μου και συχώρεσέ με!... ω!..."
Απελπισμένος, ο παπάς κτυπούσε τα χέρια και σήκωσε τα μάτια προς το ταβάνι, ζητώντας τον ουρανό. Ο Χρήστος ο κλαμπανάρος σώπασε μια στιγμή, για να συμμερισθεί με τα ίδια κινήματα την απελπισία του "αφεντός", κι έπειτα είπε:
"Να πω τση κυρά- παπαδιάς να μου δώσει ό,τι χρειάζεται για να παστρέψω, κι έλα γλήγορα και του λόγου σου να συγυρίσεις και να διαβάσεις την ευχή για το...". "Όχι, ευλογημένε, όχι!", τον αντίσκοψε ο παπάς με τρόμο. "Εσύ να μην αγγίξεις τίποτα· και να μην πεις λέξη τση παπαδιάς! ούτε τση Σουζάνας, ούτε κανενός!... Τώρα, τώρα, έρχουμ' εγώ... Θα τα βολέψω... Ωχ, παλιόγατα, τι μου κάνεις!" Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο το βόλεμα, χωρίς να πάρει είδηση το σπιτικό. Κρύβουνται τέτοιες "συφορές";... Νερά, σαπούνια, πανιά, ξίδια, κουβαλήθηκαν κρυφά στο Ιερό και το καθάρισμα έγινε από τον παπά και τον κλαμπανάρο, χωρίς υποψία από μέρους της παπαδιάς, που ούτε την ενόχλησαν καθόλου. Αλλά χρειάζονταν και καινούρια στρωσίδια για την Πρόθεση και τα κλειδιά της "μπιανκαρίας" τα είχε πάντα η παπαδιά. Ο παπάς -τι να κάνει;- της έστειλε το Χρήστο. "Να μου δώσεις", της είπε, "δύο παστρικά σκεπάσματα της Αγίας Πρόθεσης· έν' απλό γι' από κάτου, κι ένα χυλισμένο για από πάνου". "Μα δεν τ' αλλάξαμε την περασμένη Κυριακή;", ρώτησε μ' απορία η παπαδιά. "Ναι, μα... δεν εβάλαμε τα καλά", αποκρίθηκε ο Χρήστος. "Ο Αιδεσιμότατος θέλει εκείνο με τα μέρλα και με τσι κόκκινους φιόγκους, που το έκαμε η σόρα- Σουζάνα". "Ο ίδιος σ' το είπε; "Ο ίδιος, ναίσκε". "Έλα Χριστέ και Παναγία! Πάει, ο γέρος μου ξεκουτιάστηκε και δεν ξέρει άλλο τι να κάνει! Μα τ' είναι σήμερα; Χριστού Λαμπρή ή τ' Αϊ Γιαννιού; Κυριακή είναι! Απλή Κυριακή!"
"Ναι, μα ξέρεις, κυρά-παπαδιά... Προχτές μου χύθηκε το μποτσολάκι με το κρασί... λίγο πάντα... μα ο Αιδεσιμότατος δε θέλει να βλέπει μάκες". Πρέπει να μπέρδευε λιγάκι τα λόγια του ο Χρήστος, γιατί μ' αυτό η παπαδιά υποψιάστηκε αμέσως. "Μωρέ, Χρήστο", του είπε· "με γελάς!... Εδώ κάτι τρέχει! Γιατί τι παναπεί;" Και διαμιάς σώπασε, κτύπησε το μέτωπό της, κι όπως ήταν ασυγύριστη, με την πρωινή της σκαμπαβία, ροβόλησε τη σκαλίτσα, βγήκε στο περβόλι, έτρεξε στα χαλίκια με τις παντούφλες της και μπήκε στην Εκκλησιά από τη γυάλινη πόρτα του περβολιού. "Καλέ, τι μου λέει ετούτος εδώ;" άρχισε αμέσως να φωνάζει του παπά. "Θέλεις, αλήθεια, ν' αλλάξεις τα σκεπάσματα της Πρόθεσης;... Μα γιατί;" "Ωχ, αδερφή!" αποκρίθηκε από το Ιερό ο παπα-Ζήσιμος, σταματώντας την ευχή που μουρμούριζε· "ζήτημα θα το κάμεις και τούτο; Έτσι θέλω! έτσι μ' αρέσει!"
     Η παπαδιά στάθηκε στα σκαλοπάτια του Ιερού και πιάστηκε από το κλειστό μισοθυρόφυλλο της ακρινής θύρας. Σαν γυναίκα δεν είχε το δικαίωμα να μπει παραμέσα. "Άσ'τα εφτούνα και λέγε μου! Μην εμαγάρισε πάλι η γάτα; Μην την έκαμε πάλι την κουτσουκέλα, η καταραμένη, ε;..." "Μη με σκοτίζεις", αποκρίθηκε ο παπάς, "μόνο δώσε του Χρήστου ό,τι σου είπε, και γλήγορα! Έλα! για τα λιγότερα, γιατί σήμερα δε μου περισσεύει όρεξη". Η παπαδιά κοίταξε μέσα στο Ιερό, για να καταλάβει από τα σημάδια. [...] "Παπά τι μου το κρύβεις;;", ξαναφώναξε· την έκανε πάλι η παλιόγατα! Είναι άλλο;" "Άι...", ούρλιασε η παπαδιά και δάγκασε με λύσσα το δάκτυλό της. "Πού είναι; Τώρα, τώρα θα την εύρω! Κι αν δεν τη σκοτώσω από το ξύλο, να μη με ματαπείς Μαρία!" [...]
"Να μου φέρεις πρώτα τα σκεπάσματα να συγυρίσω την Άγια Πρόθεση", της φώναξε στο περβόλι, "κι έπειτα να πας να βρεις τη γάτα και μακάρι να τη σουβλίσεις. Εμένα μονάχα να μη μου πεις λόγο. Τ' ακούς; Κοίταξε, μη με κολάσεις αμπονόρα, γιατί σήμερα θα λειτουργήσω!..." "Σαν να μην έφτανε, βλέπεις, το κόλασμα που σου κάνει η γάτα!", αποκρίθηκε η παπαδιά καθώς έμπαινε στο σπιτάκι. "Βλέπε τα τώρα που δε μ' άφησες να την πετάξω με το πρώτο". Στο τέλος-τι είχε να κάνει;- έβγαλε τα καλά σκεπάσματα, τα έδωσε του Χρήστου, κλάφτηκε στη Σουζάνα, που άμα άκουσε την καινούρια "συφορά" έκανε χίλιους σταυρούς, κι έπειτα άρχισε να ψάχνει να βρει τη γάτα. Μα η ψιψίνα δεν ήταν πουθενά. "Καπνός εγίνηκε και χάθηκε;", έλεγε με φούρκα η παπαδιά. "Νόημα ωστόσο που έχει εφτούνο το ζωντανό!", έλεγε η Σουζάνα. "Δεν το ματαείδα! Το κατάλαβε πως κάτι μεγάλο κακό έκαμε και κρύβεται..." "Μπορεί να την έκρυψε κι ο πατέρας σου, για να μην του τη σκοτώσω", είπε η παπαδιά. "Ξέρεις αγάπη που τση έχει;"
     Μ' αυτό ήταν καθαρή συκοφαντία! Ούτε στιγμή συλλογίστηκε ο παπα-Ζήσιμος να κρύψει τη γάτα από την οργή της συμβίας του. Μάλιστα μπορούμε να πούμε, πως την εύρισκε δίκαιη, γιατί, αλήθεια, η αγαπημένη του το παράκανε. Όχι πάλι ίσιαμε εκεί!... Κι ενώ αποτέλειωνε το συγύρισμα στο Ιερό, με τις σχετικέ ευχές, συλλογιζόταν πως έπρεπε να καταπνίξει τη συμπάθειά του και ν' αφήσει την παπαδιά να ξεκάμει τη γάτα, όπως ήθελε. Σιγά σιγά η σκληρή αυτή σκέψη υποχώρησε σ' άλλη μαλακότερη. Δεν έπρεπε να επιτρέψει στην παπαδιά να βασανίσει άδικα το ζώο. Γιατί κι ο Διάβολος αν το έκανε όργανό του, τι έφταιγε το κακόμοιρον; Όχι, δε θα το' δινε του Χρήστου να το πετάξει στη θάλασσα. Θα το' δινε του Γερόλυμου, του φίλου του, να το κρατήσει στο μαγαζί. -Και πάλι αργότερα, αφού "πήρε καιρό" κι άρχισε να ντύνεται τ' άμφιά του για τη λειτουργία, με τη βοήθεια του μικρού Νιόνιου, ακόμη μαλακότερη σκέψη του ήλθε: θα κρατούσε τη γάτα και θα πρόσεχε μόνο κάθε βράδυ να κλείνει καλά και τις τρεις θύρες του Ιερού. Αλήθεια, για τα ποντίκια της Εκκλησιάς την είχε και την άφηνε να μπαινοβγαίνει ελεύθερα. Μ' αφού ήταν τέτοια, θα την περιόριζε.
   
 Σ' όλο αυτό το διάστημα, η Ψιψίνα εξακολουθούσε να είναι κρυμμένη. Κανείς από το κελί δεν την είδε, μολονότι την εγύρευαν όλοι. Αλίμονό της αν "εκομπαρίριζε" εκείνη την αυγή! Μα ήταν πολύ πονηρή ή πολύ τυχερή· και δεν εφάνηκε καθόλου ως το μεσημέρι. Μόνο που την ώρα που η παπαδιά εκκένωσε στην απλάδα το ραγού, ακούστηκε από το περβόλι ένα δειλό νιαούρισμα. Ο παπα-Ζήσιμος, περιμένοντας στην τραπεζαρία, πετάχθηκε αμέσως. Αλαφιασμένη, πετάχθηκε αμε΄σως κι η παπαδιά· μα ο παπάς την κράτησε στην πορτούλα της κουζίνας. "Στάσου", της είπε, "είναι δική μου δουλειά! Έγνοια σου, και θα την κάμω εγώ που να με θυμάται". Η παπαδιά υποχώρησε γιατί είχε και το φαϊ, κι ο παπάς έκραξε με γλύκα τη γάτα και, μόλις εζύγωσε, την άρπαξε απότομα από τη μέση. "Έλα εδώ", της είπε· "έλα εδώ, να σε μάθω εγώ πως..." Δεν απόσωσε τη φράση, μον' ανέβηκε τη σκάλα της σοφίτας, πέταξε κει μέσα τη γάτα, την κλείδωσε, πήρε το κλειδί και κατέβηκε. "Τση έδωσα κάτι κλοτσιές, μα κάτι κλοτσιές!...", είπε ψέματα τη στιγμή που καθόταν στο τραπέζι, τάχα θυμωμένος. "Εσύ; Ούτε καν θα την άγγιαξες, κάνω όρκο!", είπε η παπαδιά. "Ας είναι, έπειτα τη λογαριάζω εγώ". "Ναι, αν τη βρεις!" "Έφυγε;" "Αμή ματαγυρίζει εφτούνη, άμα είδε πως τη δέρνω κι εγώ; Μέρεςθα κάμει τώρα να πατήσει εδώ μέσα".
     Έτσι ο παπα-Ζήσιμος κατόρθωσε να προφυλάξει τη γάτα του από το θυμό της παπαδιάς, ώσπου πέρασαν οι πρώτες επικίνδυνες ώρες. Ύστερα ξανανέβηκε κρυφά στη σοφίτα, για να της ρίξει λίγο φαϊ, και προσπάθησε να μερέψει τη συμβία του με λόγια. Ήταν εκεί κι ο Άνθιμος ο αναγνώστης, κι ο φίλος του ο Γερόλυμος, κι ένας άλλος ενορίτης, που είχαν μάθει εμπιστευτικά την αυγινή συφορά και λυπηθήκανε πολύ. "Ε, παιδιά μου", τους έλεγε ο παπα-Ζήσιμος, ενώ έπιναν τον καφέ στη σάλα. "Πόσοι κι από μας τους ανθρώπους δε μαγαρίζουν τα Άγια και δε βεβηλώνουν τα Ιερά κάθε μέρα, χωρίς να'χουν περισσότερη συναίσθηση από τη γάτα μου! Είδα εγώ τέτοιους στη ζωή μου!... Πρέπει όμως να συγχωράμε αυτούς τους δυστυχισμένους, όπως συγχωράμε και το ζώο που δεν έχει λογικό. Δεν το κάνουν από κακό. Μονάχα δεν ξέρουν τι κάνουν".
"Καλά λέει ο παπάς", επεδοκίμασε ο Γερόλυμος.
"Μπορεί να λέει καλά ο παπάς", είπε τότε η παπαδιά· "εγώ όμως αν ξανακάμει τέτοιο πράμα η γάτα του θα την πνίξω. Δε μου γλιτώνει!".

Γρηγόριος Ξενόπουλος, "Άνθρωποι και ζώα στη Νεοελληνική Πεζογραφία", επιμέλεια- ανθολόγηση Δ. Παπακώστας, Ωκεανίδα.

Υ.Γ.: Οι εικόνες είναι παρμένες από το theanimalarium.blogspot.gr

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΗ

     Ένα από τα πολλά στοιχεία που έχω πάρει από τη μάνα μου είναι η αγάπη για τα αυτοβιογραφικά βιβλία και κυρίως γι' αυτά που είναι γραμμένα από γυναίκες, γυναίκες οι οποίες καταφέρνουν να βρουν τον δρόμο τους και ν' αρθρώσουν τον δικό τους λόγο μέσα σε μια κοινωνία φτιαγμένη από άντρες για άντρες. Όταν, λοιπόν, η μητέρα μου μού έδωσε να διαβάσω το βιβλίο της Ξένιας Καλογεροπούλου "Γράμμα στον Κωστή" (εκδόσεις Πατάκη), δεν μπορούσα να τ' αφήσω από τα χέρια μου: μέσα σε μια μέρα το είχα τελειώσει κι ύστερα μετάνιωσα που το διάβασα τόσο λαίμαργα, αντί να πάρω τον χρόνο μου και να το κάνω να κρατήσει περισσότερο. Ήταν όμως αδύνατο. Είναι τέτοια η αμεσότητα του λόγου και η ζωντάνια της αφήγησης, που απορροφήθηκα από τις αναμνήσεις που καταγράφει, άλλοτε μελαγχολικά, άλλοτε με χιούμορ, ποτέ όμως με πικρία. Το πατρικό της στο Ψυχικό, τα ελληνικά νησιά της δεκαετίας του '40 και του '50, οι αθηναϊκοί θίασοι και οι περιοδείες τους στην επαρχία συνθέτουν μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια, υπάρχουν όμως οι άνθρωποι που διαμορφώθηκαν μέσα σ' αυτήν, όπως η ίδια η συγγραφέας, οι αγαπημένες της φίλες Μαρίνα Καραγάτση και Άλκη Ζέη, καθώς και πολλά άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο με τρυφερότητα, γενναιοδωρία και κατανόηση.
     Ωστόσο, το πρόσωπο που σφραγίζει με την απουσία/παρουσία του όλο το βιβλίο, είναι ο Κωστής Σκαλιόρας, ο αγαπημένος της, που έφυγε από τη ζωή το 2013 και που, γράφοντάς του αυτό το γράμμα, συνεχίζει να μοιράζεται τη ζωή της μαζί του. Μ' αυτό το βιβλίο, λοιπόν, μετουσιώνει τον πόνο της απώλειας σε δημιουργία, αποκαλύπτοντας παράλληλα τον εαυτό της, έναν άνθρωπο γεμάτο αρχοντιά και ταπεινότητα, με δίψα για ζωή και ανθρώπινη επικοινωνία. Πάνω απ' όλα, το "Γράμμα στον Κωστή" αξίζει γιατί μας δείχνει πώς είναι το να ζει κανείς τη ζωή του με νόημα και ουσία, αγαπώντας και δημιουργώντας, πώς είναι, δηλαδή, το να ζει τη ζωή του καλά.

Υ.Γ.: Πάντα θεωρούσα την Καλογεροπούλου μια πολύ όμορφη γυναίκα, η οποία, μάλιστα, όσο μεγαλώνει γίνεται ακόμα πιο όμορφη και λαμπερή. Νομίζω ότι στην περίπτωσή της ταιριάζει αυτό που μου είχε πει πριν χρόνια μια αγαπημένη φίλη: "όταν είμαστε νέοι, έχουμε το πρόσωπο που μας έχει δώσει η φύση· όταν μεγαλώνουμε, έχουμε το πρόσωπο που εμείς οι ίδιοι έχουμε φτιάξει για τον εαυτό μας".


Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου' μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σα μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα να' ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κική Δημουλά, Το Λίγο Του Κόσμου, 1971


Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Πήραν στρατί -στρατί το μονοπάτι
βασιλοπούλες και καλοκυράδες,
από τις ξένες χώρες βασιλιάδες
και καβαλλάρηδες απάνω στ' άτι!

Και γύρω στης γιαγιάς μου το κρεββάτι,
ανάμεσα από δυο χλωμές λαμπάδες,
περνούσανε και σαν τραγουδιστάδες
της τραγουδούσαν -ποιος το ξέρει;- κάτι...

Κανείς για της γιαγιάς μου την αγάπη
δε σκότωσε το Δράκο ή τον Αράπη,
και να της φέρει αθάνατο νερό.

Η μάνα μου είχε γονατίσει κάτου·
μ' απάνω - μ ι ά   φ ο ρ ά   κ'  έ ν α ν
κ α ι ρ ό . . . -
ο Αρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του.

Λάμπρος Πορφύρας


Νικόλαος Γύζης

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Ο ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

     Σαν σήμερα, το 1953, ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Saint Vincent's στη Νέα Υόρκη. Ήταν μόνο 39 ετών, αλλά η υγεία του ήταν κατεστραμμένη από το αλκοόλ. Πριν λίγες μέρες, στις 3 Νοεμβρίου, είχε καταρρεύσει στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο Chelsea αναφωνώντας "Ήπια 18 διπλά ουίσκι· νομίζω ότι έσπασα το ρεκόρ!". Εκτός από  τον Μπομπ Ντύλαν, που πήρε το όνομά του απ' αυτόν, φόρο τιμής στον ποιητή έχει αποτίσει κι ο ομότεχνός του Μίλτος Σαχτούρης με το παρακάτω ποίημα, που περιλαμβάνεται στη Συλλογή Το Σκεύος (1971).

...μα εκεί κάτω στα τεράστια της Ουαλίας 
φεγγάρια
μέσα στα ολοστρόγγυλα της Ουαλίας
φεγγάρια
Ο ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ ΆΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΡΕΛΟΣ
ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΕΙ                                                       


ΣΤΟΝ ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

Σήμερα καθώς οργίζομαι και μπαίνω
εις τα πενήντα δυο μου χρόνια
με δέος και θάμβος μαζί σε χαιρετίζω
αδελφικό μου χάσμα Ντύλαν Τόμας
που τόσο νέος ήξερες
φωτιά να βάζεις μεσ' στις λέξεις
να τις πυροδοτείς
κι αυτές με κρότο και με θεό μαζί
να εκρήγνυνται, στο αχανές


     Κι ένα ποίημα του ίδιου του Ντύλαν Τόμας σε μετάφραση Νίκου Ράπτη (πηγή: www.poiein.gr) και σε συγκλονιστική απαγγελία από τον ίδιο τον ποιητή.

ΑΒΡΟΣ ΜΗΝ ΠΑΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΚΑΛΗ

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέρας
Πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ' τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λαμπρή, καχεκτική
Σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι, 
Όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι εσύ πατέρα, απ' το θλιμμένο ύψος, από κει,
Δωσ' μου κατάρα και ευχή
Με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.


Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

Ο Κρητικός είναι ένα από τ' αριστουργήματα του Διονύσιου Σολωμού και της ελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα. Αφηγείται την ιστορία ενός Κρητικού που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του όταν οι Τούρκοι κατέπνιξαν την εξέγερση στη Λαβύρινθο, ένα ρωμαϊκό λατομείο στην περιοχή της Γόρτυνας, όπου, το καλοκαίρι του 1823, είχαν βρει καταφύγιο πολλοί Κρητικοί. Ο Κρητικός, όταν το πλοίο που τον μετέφερε σε ασφαλές έδαφος ναυάγησε εν μέσω καταιγίδας, πάλεψε με τα κύματα, προκειμένου να σώσει τον εαυτό του και την αγαπημένη του. Ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του μια θεϊκή μορφή, η Φεγγαροντυμένη, η οποία διάβασε "τους πόνους που φύτρωσαν στα σωθικά του" και τον ανάγκασαν ν' αφήσει την πατρίδα του. Λίγο μετά την εξαφάνιση της, ο Κρητικός έφτασε τελικά στη στεριά, όπου διαπίστωσε ότι η αγαπημένη του ήταν ήδη νεκρή.

Βρύση έγινε το μάτι μου, κι' ομπρός του δεν εθώρα,
Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα 'ς τα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ' άφιναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ' όπου
Βλέπουνε μεσ' ΄ς την άβυσσο και 'ς την καρδιά τ' ανθρώπου,
Κ' ένοιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου·
"Κύττα με μεσ' 'ς τα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ' αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μου τ' αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν, κι αμέσως την εσφάξαν,
Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρήξανε τη μάννα 'ς το πηγάδι
Στην Κρήτη     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Μακρυά πο κείθ' εγιόμισα ταις φούχτες μου κ' εβγήκα
Βοήθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι' αυτό βαστώ μονάχο".



πηγή: www.theatlantic.com

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΆΛΛΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ...

Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα
Τις ημέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα
Τα βράδια ξαπλώναμε κάτω απ' τα δέντρα και τα σύννεφα
Τις νύχτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε
Ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου
Και μονάχα ύστερα ησυχία
Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς
Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά
Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε ο Γαλαξίας
Και όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά ο Θεός.

Γιώργος Σαραντάρης


πηγή: arisztokratesz.tumblr.com

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ'
αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής
παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε
ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

Ανδρέας Εμπειρίκος, από την Υψικάμινο, εκδόσεις Άγρα

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ "ΑΜΟΡΓΟ"

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε
            μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνου στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο
             τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
              τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγκανοπήγαδο σκουρια-
              σμένο βογκάει
Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους
              το καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη
              μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων
Μαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε
Και μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι
Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα
             στ' αστέρια
Τόσους αιώνες φευγάτο
Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτι-
             μόρης
Κι απ' τη χαμένη Αγια- Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
Έτσι σ' ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπα-
            ναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφε-
            ρη μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω
           στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον
           κλέφτη
Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!
[...]

Νίκος Γκάτσος


Jessica Tremp (πηγή: www.jessicatremp.com)

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

ΓΚΙΑΚ

   
     Τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο "Γκιακ", το τελευταίο βιβλίο του Δημοσθένη Παπαμάρκου, είναι αφηγήσεις αντρών από τ' αρβανιτοχώρια της περιοχής της Λοκρίδας, οι οποίοι πήραν μέρος στον Μικρασιατικό Πόλεμο· το θέμα όμως δεν είναι τόσο ο ίδιος ο πόλεμος, όσο το βάρος της εμπειρίας του πολέμου μετά την επιστροφή στην "κανονική" ζωή -και μάλιστα μια ζωή που κινείται σε πλαίσιο αυστηρά καθορισμένο από τους χθόνιους νόμους ενός πατροπαράδοτου κώδικα τιμής. Οι ήρωες, φορείς αυτής της αρχέγονης παράδοσης, προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο και τη ζωή του χωριού τους αλλά έχουν πια αλλάξει· ο πόλεμος, η ευθύνη των όσων έχουν συμβεί εκεί, μπορεί να βαραίνουν με διαφορετικό τρόπο πάνω στους ώμους κάθε ήρωα, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση καταφέρνουν να τους τσακίσουν. Άνθρωποι λαϊκοί, που λειτουργούν κυρίως με το ένστικτο, αφήνουν να φανεί το κομμάτι εκείνο της ψυχής τους που'ναι "μαύρο σαν του λαγού το αίμα", μέσα από μια σειρά μονολόγων/ διαλόγων, όπου η σχέση του συνομιλητή με τον αφηγητή αποκαλύπτεται στην τελευταία πρόταση. Αυτός ακριβώς ο εξομολογητικός τόνος της ιστορίας, που λέγεται από τη μεριά του θύτη, είναι που κάνει τον αναγνώστη (όπως και το περιβάλλον του ήρωα) να νιώθει άβολα καθώς προχωρά την ανάγνωση και συνειδητοποιεί αυτά που ξέρει και προτιμά να ξεχνάει όσον αφορά στον πόλεμο. Με τον ίδιο τρόπο, άλλωστε, ξεχνά και τις συνθήκες παραγωγής των προϊόντων μαζικής κατανάλωσης ή τις συνθήκες σφαγής των ζώων: όλα μπορούμε να τα ξεχάσουμε, αρκεί να φεύγει από πάνω μας η ευθύνη, αρκεί να είναι προς όφελός μας, όπως άλλωστε υπογραμμίζει ο συγγραφέας στην πιο δυνατή ιστορία, το "Νόκερ", που πολύ σωστά έχει τοποθετηθεί στο τέλος του βιβλίου. Η γραφή του Παπαμάρκου, που χρησιμοποιεί το ιδίωμα της περιοχής, είναι αδρή, δωρική, και η πλοκή σφιχτοδεμένη. Τίποτα δεν περισσεύει στο έργο αυτό, που έρχεται από πολύ παλιά αλλά φέρνει κάτι καινούριο.

Υ.Γ.: Το βιβλίο, που έχει πάρει το βραβείο διηγήματος του περιοδικού  Αναγνώστης  (www.oanagnostis.gr), κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, έναν καινούριο εκδοτικό οίκο, ο οποίος ήδη έχει να επιδείξει εξαιρετικές εκδόσεις .

Nuri Bilge Ceylan, "The Road Home" (πηγή: www.nuribilgeceylan.com)

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

CHE FECE... IL GRAN RIFIUTO

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τοχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ'όχι -το σωστό- εις όλην την ζωήν του.

Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Τοσίρο Μιφούνε στο "Γιοζίμπο" του Κουροσάβα

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

ΛΑΚΩΝΙΚΟΝ

Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη
           μου επέστρεψε στον ήλιο.

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της
           πέτρας και του αιθέρος.

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Χειμώνα ελάχιστε,

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ'ένα μικρό τριζόνι
              κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.

Οδυσσέας Ελύτης                                               

    
    πηγή: www.jessicatremp.com

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

ΕΠΙΚΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

     Όπως είπα και στο προηγούμενο ποστ, αυτόν τον καιρό το' χω ρίξει στον Ντίκενς. Είναι βέβαια λιγάκι παράξενο, ενώ βρίσκομαι σε μια πανέμορφη παραλία στην Πάρο, με τον ήλιο να λάμπει και τη θάλασσα να στραφταλίζει, να διαβάζω για μέρη που περιγράφονται κάπως έτσι: "Πιο βρωμερό και πιο άθλιο μέρος δεν είχε ξαναδεί. Ο δρόμος είταν πολύ στενός κι όλο λάσπη κι ο αέρας γεμάτος βρωμερές αναθυμιάσεις.Υπήρχαν αρκετά μικρομάγαζα, μα το μόνο εμπόρευμα που πλεόναζε είταν κοπάδια ολόκληρα από κουτσούβελα που ακόμα και την προχωρημένη αυτή ώρα μπαινόβγαιναν απ' τις πόρτες ή ξεφώνιζαν απ' το εσωτερικό των σπιτιών. Τα μοναδικά μέρη που φαίνονταν να ευημερούν ανάμεσα στο γενικό μαρασμό αυτού του τόπου είταν τα καπηλειά·" (Όλιβερ Τουίστ, Κάρολος Ντίκενς, μτφρ. Π. Αναγνωστόπουλος, εκδόσεις Γκοβόστη).
     Μπορεί να φαίνεται κάπως παράταιρο. Δε διαφωνώ. Ωστόσο, το καλοκαίρι είναι η ιδανική εποχή για να διαβάσουμε κλασική λογοτεχνία και μάλιστα κάποιο από εκείνα τα ογκώδη, περιπετειώδη και πολυπρόσωπα μυθιστορήματα που μας συνεπαίρνουν και μας απορροφούν σε τέτοιο σημείο, που σχεδόν ξεχνάμε ότι έχουμε δική μας ζωή -όπως περιγράφει τόσο ωραία και η Ζέιντι Σμιθ σ' ένα κείμενό της. Το καλοκαίρι με τους αργούς ρυθμούς του μας επιτρέπει όχι μόνο ν' αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στην ανάγνωση βιβλίων αλλά και να δώσουμε πιο πολλή προσοχή, να μεταφερθούμε στον χρόνο και τον χώρο και να εμπλακούμε στενότερα στις περιπέτειες των πολύπαθων ορφανών, των ερωτευμένων κυριών και των ιδεαλιστών στρατιωτικών.
     Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, οι συγγραφείς και τα βιβλία που θα πρότεινα γι' αυτό το καλοκαίρι είναι τα εξής:

  1. Ντίκενς, φυσικά. Πρώτος- πρώτος ο Όλιβερ Τουίστ (εκδόσεις Γκοβόστη)  κι ακόμα οι Μεγάλες Προσδοκίες (εκδόσεις Πόλις) κι ο Ζοφερός Οίκος (εκδόσεις Gutenberg).
  2. Τολστόι! Όπως λέει κι η Ζέιντι Σμιθ "Όταν το μόνο που κάνω είναι να παρακολουθώ ένα τετράχρονο να σκάβει μια μεγάλη λακκούβα στην άμμο, είναι ωραίο να ξέρω ότι κάπου αλλού ο ρωσικός στρατός προελαύνει". Πόλεμος και Ειρήνη (εκδόσεις Πατάκη) και Άννα Καρένινα (εκδόσεις Άγρα).
  3. Τσίρκας. Πριν από μερικά χρόνια, είχα περάσει όλο τον Ιούλιο διαβάζοντας τις Ακυβέρνητες Πολιτείες (εκδόσεις Κέδρος)· είχα τόσο πολύ βυθιστεί μέσα στην ιστορία, που νόμιζα ότι, βγαίνοντας από την εξώπορτα, δε θα βρεθώ στα ήσυχα δρομάκια της γειτονιάς, με τους γηραιούς κυρίους που πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι και τα παιδάκια που κάνουν ποδήλατο, αλλά στα λαβυρινθώδη σοκάκια του Καΐρου, όπου οι κατάσκοποι κι οι πράκτορες μηχανορραφούν, ρυθμίζοντας την τύχη της Ελλάδας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. 
  4. Πάστερνακ. Δόκτωρ Ζιβάγκο. Ξέρουμε κι αγαπάμε την ομώνυμη ταινία, με τον Ομάρ Σαρίφ και την Τζούλι Κρίστι να προσπαθούν να ζήσουν τον έρωτά τους στη δίνη των γεγονότων της Ρώσικης Επανάστασης, οπότε σίγουρα θ' αγαπήσουμε ακόμα περισσότερο το ίδιο το μυθιστόρημα, που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Ποταμός.
  5. Το Έπος Του Γκίλγκαμες (εκδόσεις Ιστός). Πριν λίγες μέρες διάβασα αυτό το άρθρο, στο οποίο ο συγγραφέας μιλάει για τον πανικό που νιώθει όταν κάποιος μη συστηματικός αναγνώστης του ζητά να του προτείνει ένα βιβλίο: η πρώτη του σκέψη είναι να προτείνει την Καρδερίνα της Ντόνα Ταρτ, όμως για κάποιο λόγο διακατέχεται από την ακατανίκητη επιθυμία να φωνάξει "Το Έπος Του Γκίλγκαμες!", καταπιέζοντας τελικά τον εαυτό του να μην το κάνει. Έχει πλάκα, γιατί έχω νιώσει ακριβώς το ίδιο, με τα ίδια δύο βιβλία· η Καρδερίνα είναι η ιδανική επιλογή: είναι πρόσφατο, είναι βραβευμένο και όλοι μιλάνε γι' αυτό με τα καλύτερα λόγια. Αντιθέτως, το Έπος Του Γκίλγκαμες είναι ένα έπος των Ασσυρίων που γράφτηκε πριν από τέσσερις χιλιάδες χρόνια και μιλάει για τα κατορθώματα του ομώνυμου βαβυλωνιακού ήρωα, που θυμίζουν τα κατορθώματα του Αχιλλέα και του Οδυσσέα στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Φαντάζομαι λοιπόν να τα λέω αυτά σε κάποιον που μου ζήτησε απλώς να του προτείνω ένα βιβλίο και, καθώς οι φράσεις "πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια", "ασσυριακό έπος" και "βαβυλωνιακός ήρωας" βουίζουν μέσα στο κεφάλι του, ν' αποφασίζει να μη με ρωτήσει ποτέ ξανά για κανένα βιβλίο ή μάλλον, ποτέ ξανά, για τίποτα, μιας και το πιθανότερο είναι ν' αρχίσω να του μιλάω για τους Χετταίους και τους Φοίνικες, κι άλλους πολιτισμούς χαμένους στα βάθη των αιώνων. Επειδή όμως εδώ στο μπλογκ μπορώ να γράφω ό,τι μου κατέβει χωρίς να καταπιέζω και να λογοκρίνω τον εαυτό μου, προτείνω ανεπιφύλακτα, το έργο από το οποίο άρχισαν όλα, την ιστορία του μυθικού βασιλιά της μυθικής πόλης Ουρούκ, του Γκίλγκαμες.
Υ.Γ.: Πολλές από τις εκδόσεις που προτείνω πιο πάνω είναι εξαντλημένες. Αν δεν τις βρείτε, μπορείτε να κοιτάξετε στις δανειστικές βιβλιοθήκες -αυτό κάνω κι εγώ!


Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

ΘΕΜΑ ΓΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ

Τέσσερα ξυπόλητα παιδιά
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Νοσοκομείο.
Είναι γύρω απ' το κρεβάτι της.
Και δε μιλούν.
Τι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν.
Μιλά εκείνη. Μιλά διαρκώς εκείνη.
Και τα ρωτά και τα ρωτά
χωρίς να περιμένει απάντηση
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.
Έπειτα τους δίνει τέσσερις καραμέλες
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη
και τις φύλαξε
(Της είχε πει: "Μπορώ να πάρω τέσσερις;")
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιά έφυγαν,
τα δυο μεγάλα έσερναν τα δυο μικρά κι έφυγαν.
Ξυπόλητα καθώς ήταν, σιωπηλά καθώς ήταν,
έφυγαν σα γατάκια.
Μα δεν έφυγαν αμέσως απ' το Νοσοκομείο,
έμειναν πολλή ώρα ακόμα στην αυλή.
Κι η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες
αν τα βλέπουν απ' το μπαλκόνι,
όλο και ρωτά.

Κώστας Μόντης

Antonio Arissa (πηγή; blog.burnedshoes.com)