Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

ΚΙ ΌΜΩΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ

     Το κούφιο παράθυρο στον μοναχικό τοίχο έχασκε μενεξεδένιο, γεμάτο από τον πρώιμο απογευματινό ήλιο. Σύννεφα σκόνης άστραφταν ανάμεσα στα υψωμένα απομεινάρια των καπνοδόχων. Η έρημος των ερειπίων λαγοκοιμόταν.
     Είχε τα μάτια κλειστά. Μεμιάς σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. Κατάλαβε ότι κάποιος είχε έρθει και στεκόταν τώρα μπροστά του σκοτεινός, σιωπηλός. Τώρα με τσάκωσαν, σκέφτηκε. Αλλά παίζοντας λίγο τα βλέφαρα είδε μονάχα δυο πόδια ντυμένα μ' ένα παντελόνι κάπως φτωχικό. Έτσι στραβά που στέκονταν μπροστά του, μπορούσε να δει ανάμεσά τους.
     Τόλμησε να ρίξει μια γρήγορη ματιά από τα μπατζάκια προς τα πάνω και διέκρινε έναν ηλικιωμένο άντρα. Είχε ένα μαχαίρι κι ένα καλάθι στο χέρι. Και λίγο χώμα στην άκρη των δαχτύλων.
     - Κοιμάσ' εδώ, ε; ρώτησε ο άντρας και κοίταξε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Ο Γύργκεν, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα, είδε τον ήλιο ανάμεσα απ' τα πόδια του άντρα και είπε: "Όχι, δεν κοιμάμαι. Πρέπει να φυλάω εδώ πέρα".
     Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. -Α, γι' αυτό έχεις λοιπόν αυτό το μεγάλο ξύλο;
     -Ναι, απάντησε ο Γύργκεν θαρραλέα και κράτησε σφιχτά το ξύλο.
     -Και τι φυλάς;
     -Δεν μπορώ να το πω. Τα χέρια του έσφιγγαν το ξύλο.
     -Τίποτα λεφτά μήπως; Ο άντρας άφησε κάτω το καλάθι και σκούπισε το μαχαίρι εδώ κι εκεί πάνω στο παντελόνι του.
     -Όχι, λεφτά πάνως όχι, είπε ο Γύργκεν με περιφρόνηση. Κάτι εντελώς διαφορετικό.
     -Ε, τι λοιπόν;
     -Δεν μπορώ να το πω. Κάτι άλλο τελοσπάντων.
     -Καλά, όχι λοιπόν. Τότε κι εγώ βέβαια δεν θα σου πω τι έχω μέσα στο καλάθι. Ο άντρας χτύπησε με το πόδι το καλάθι κι έκλεισε το μαχαίρι.
     -Μμ, το φαντάζομαι τι έχει το καλάθι, είπε ο Γύργκεν υποτιμητικά. Τροφή για κουνέλια.
     -Ναι, που να πάρει! είπε ο άντρας έκπληκτος, είσαι και ξύπνιος. Και πόσων χρονών είσαι;
     -Εννιά.
     -Μπα, για δες, εννιά λοιπόν. Τότε βέβαια θα ξέρεις κιόλας πόσα μας κάνουν τρία επί εννιά, ε;
     -Σίγουρα, είπε ο Γύργκεν και για να κερδίσει χρόνο συνέχισε: "Είναι πολύ εύκολο". Και κοίταξε μέσα απ' τα πόδια του άντρα. "Τρία επί εννιά, ε;" ξαναρώτησε. "Είκοσι εφτά. Το ήξερα απ' την αρχή".
     -Σωστά, είπε ο άντρας, ακριβώς τόσα κουνέλια έχω.
     -Ο Γύργκεν έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα. "Είκοσι εφτά;"
     -Μπορείς να τα δεις. Πολλά ειν' ακόμα πάρα πολύ μικρά. Θέλεις;
     -Δεν μπορώ όμως. Αφού πρέπει να φυλάω, είπε ο Γύργκεν αβέβαια.
     -Συνέχεια; ρώτησε ο άντρας, ακόμα και τη νύχτα;
     -Ακόμα και τη νύχτα. Συνέχεια. Πάντα. Ο Γύργκεν κοίταξε ψηλά πάνω απ' τα στραβά πόδια. Ήδη απ' το Σάββατο, ψιθύρισε.
     -Και δεν πηγαίνεις δηλαδή καθόλου στο σπίτι; Πρέπει να τρως κιόλας.
Ο Γύργκεν σήκωσε μια πέτρα. Από κάτω είχε μισό ψωμί. Και μια ταμπακιέρα.
     -Καπνίζεις; ρώτησε ο άντρας, έχεις και πίπα;
Ο Γύργκεν έπιασε με δύναμη το ξύλο του κι είπε διστακτικά: "Εγώ στρίβω. Η πίπα δεν μ' αρέσει.
     -Κρίμα! ο άντρας έσκυψε προς το καλάθι του, τα κουνέλια θα μπορούσες άνετα να τα δεις μια φορά. Ειδικά τα μικρά. Μπορεί να διάλεγες και κανένα. Αλλά εσύ δεν μπορείς να φύγεις από δω.
     -Όχι, είπε ο Γύργκεν λυπημένα, όχι, όχι.
     Ο άντρας πήρε το καλάθι και σηκώθηκε. "Καλά λοιπόν, αν πρέπει να μείνεις εδώ, κρίμα". Και γύρισε να φύγει. "Αν δε μαρτυρήσεις", είπε τότε βιαστικά ο Γύργκεν, "εξαιτίας των ποντικών".
     Τα στραβά πόδια έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω. "Εξαιτίας των ποντικών;"
     -Ναι, τρώνε τους πεθαμένους. Τους ανθρώπους. Απ' αυτό ζούνε.
     -Ποιος το λέει αυτό;
     -Ο δάσκαλός μας.
     -Κι εσύ φυλάς τους ποντικούς; ρώτησε ο άντρας.
     -Όχι αυτούς βέβαια. Και μετά είπε σιγά σιγά: "Ο αδερφός μου, ειν' εκεί κάτω. Εκεί". Ο Γύργκεν έδειξε με το ξύλο τους γκρεμισμένους τοίχους. "Το σπίτι μας δέχτηκε μια βόμβα. Μεμιάς χάθηκε το φως απ' το υπόγειο. Κι αυτός χάθηκε. Φωνάξαμε κιόλας. Ήταν πολύ μικρότερος από μένα. Μόλις τεσσάρων. Πρέπει να είναι δω ακόμα. Είναι πολύ μικρότερος από μένα".
     Ο άντρας κοίταζε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Αλλά μετά είπε ξαφνικά: "Ναι, αλλά δεν σας είπε ο δάσκαλός σας ότι τη νύχτα οι ποντικοί κοιμούνται;"
     -Όχι, ψιθύρισε ο Γύργκεν και φάνηκε αμέσως πάρα πολύ κουρασμένος· αυτό δεν το είπε.
     Ορίστε, είπε ο άντρας, τι δάσκαλος είναι, αν δεν ξέρει ούτε καν αυτό. Κι όμως, τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί. Τη νύχτα μπορείς να πηγαίνεις ήσυχα στο σπίτι. Τη νύχτα κοιμούνται πάντα. Απ' την ώρα που βραδιάζει κιόλας.
     Ο Γύργκεν έφτιαχνε με το ξύλο μικρούς λάκκους στα συντρίμμια.
     Πολλά μικρά ζωάκια, σκεφτόταν, όλο μικρά ζωάκια. Τότε είπε ο άντρας (και τα στραβά του πόδια ήταν πολύ ανήσυχα καθώς μιλούσε): "Ξέρεις τι θα γίνει;  Τώρα θα ταΐσω γρήγορα γρήγορα τα κουνέλια μου κι όταν νυχτώσει, θα σε πάρω. Μπορεί να φέρω κι ένα μαζί μου. Ένα μικρό. Τι λες;
     Ο Γύργκεν έσκαβε μικρούς λάκκους στα συντρίμμια. Πολλά μικρά κουνέλια. Άσπρα, γκρίζα, ασπρόγκριζα. "Δεν ξέρω", είπε σιγανά και κοίταξε τα στραβά πόδια, "αν στ' αλήθεια κοιμούνται τη νύχτα".
     Ο άντρας σκαρφάλωσε πάνω απ' τα ερείπια του τοίχου και βγήκε στο δρόμο. "Φυσικά", είπε από κει, "ο δάσκαλός σας πρέπει να τα μαζεύει αν δεν ξέρει ουτ' αυτό".
     Τότε ο Γύργκεν σηκώθηκε πάνω και ρώτησε: "Μπορώ μήπως να πάρω ένα; Μήπως ένα μικρό;"
     Θα προσπαθήσω, φώναξε ο άντρας φεύγοντας, αλλά πρέπει να περιμένεις εδώ, μέχρι τότε. Μετά θα 'ρθω μαζί σου στο σπίτι, εντάξει; Πρέπει να πω στον πατέρα σου πώς φτιάχνεται ένα κλουβί για κουνέλια. Γιατί αυτό μια φορά πρέπει να το ξέρετε.
     Ναι, φώναξε ο Γύργκεν. Θα περιμένω. Πρέπει, άλλωστε, να φυλάω μέχρι να νυχτώσει. Θα περιμένω οπωσδήποτε. Και φώναξε: "Έχουμε ακόμα σανίδες στο σπίτι. Σανίδες από κιβώτια", φώναξε.
     Αλλ' αυτά ο άντρας δεν τ' άκουγε πια. Προχωρούσε με τα στραβά του πόδια προς την κατεύθυνση του ήλιου. Ήταν αυτός ο κόκκινος απογευματινός ήλιος κι ο Γύργκεν μπορούσε να τον δει να λάμπει μεσ' απ' τα πόδια, τόσο στραβά ήταν. Και το καλάθι έγερνε ανήσυχα από δω κι από κει. Είχε τροφή για κουνέλια εκεί μέσα. Πράσινη τροφή για κουνέλια που είχε γίνει λίγο γκρίζα απ' τη σκόνη.

Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ

Romualdas Rakauskas

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

Ο Κρητικός είναι ένα από τ' αριστουργήματα του Διονύσιου Σολωμού και της ελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα. Αφηγείται την ιστορία ενός Κρητικού που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του όταν οι Τούρκοι κατέπνιξαν την εξέγερση στη Λαβύρινθο, ένα ρωμαϊκό λατομείο στην περιοχή της Γόρτυνας, όπου, το καλοκαίρι του 1823, είχαν βρει καταφύγιο πολλοί Κρητικοί. Ο Κρητικός, όταν το πλοίο που τον μετέφερε σε ασφαλές έδαφος ναυάγησε εν μέσω καταιγίδας, πάλεψε με τα κύματα, προκειμένου να σώσει τον εαυτό του και την αγαπημένη του. Ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του μια θεϊκή μορφή, η Φεγγαροντυμένη, η οποία διάβασε "τους πόνους που φύτρωσαν στα σωθικά του" και τον ανάγκασαν ν' αφήσει την πατρίδα του. Λίγο μετά την εξαφάνιση της, ο Κρητικός έφτασε τελικά στη στεριά, όπου διαπίστωσε ότι η αγαπημένη του ήταν ήδη νεκρή.

Βρύση έγινε το μάτι μου, κι' ομπρός του δεν εθώρα,
Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα 'ς τα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ' άφιναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ' όπου
Βλέπουνε μεσ' ΄ς την άβυσσο και 'ς την καρδιά τ' ανθρώπου,
Κ' ένοιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου·
"Κύττα με μεσ' 'ς τα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ' αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μου τ' αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν, κι αμέσως την εσφάξαν,
Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρήξανε τη μάννα 'ς το πηγάδι
Στην Κρήτη     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Μακρυά πο κείθ' εγιόμισα ταις φούχτες μου κ' εβγήκα
Βοήθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι' αυτό βαστώ μονάχο".



πηγή: www.theatlantic.com

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

ΤΡΕΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Τρία στιγμιότυπα από την κατάρρευση του ναζισμού στην Ευρώπη.


Έγκλειστοι στο Άουσβιτς μετά την απελευθέρωσή τους από τους Σοβιετικούς.

25 Αυγούστου 1944, Παρίσι, κοντά στην Όπερα, Γερμανοί αξιωματικοί οδηγούνται αιχμάλωτοι στην πλησιέστερη Κομμαντατούρ.

Απρίλιος του 1945, Γερμανία, Ντέσσαου: Σε ένα στρατόπεδο προσφύγων, τοποθετημένο ανάμεσα στην αμερικάνικη και τη σοβιετική ζώνη, μια γυναίκα αναγνωρίζει μία πρώην πληροφοριοδότη της Γκεστάπο που προσπαθεί να κρυφτεί στο πλήθος.
 Υ.Γ.: Την πρώτη φωτογραφία τη βρήκα στο Pinterest, ενώ οι άλλες δύο είναι του Henri Cartier Bresson και τις βρήκα εδώ.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΌΡΟ "ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ"

Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
     "Μετανάστες".
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα' ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
     στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλη όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
     ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς
     οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.

Μπ. Μπρεχτ, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, εκδόσεις Θεμέλιο.

πηγή: www.theatlantic.com

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ "ΑΜΟΡΓΟ"

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε
            μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνου στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο
             τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
              τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγκανοπήγαδο σκουρια-
              σμένο βογκάει
Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους
              το καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη
              μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων
Μαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε
Και μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι
Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα
             στ' αστέρια
Τόσους αιώνες φευγάτο
Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτι-
             μόρης
Κι απ' τη χαμένη Αγια- Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
Έτσι σ' ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπα-
            ναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφε-
            ρη μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω
           στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον
           κλέφτη
Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!
[...]

Νίκος Γκάτσος


Jessica Tremp (πηγή: www.jessicatremp.com)

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

     Στην παρακάτω φωτογραφία, βλέπουμε τον Paul McCartney με τις κόρες του Heather και Mary, φωτογραφημένους από τη Linda McCartney, σύζυγο του Paul και μητέρα των κοριτσιών. Είναι μάλλον στα τέλη της δεκαετίας του '60 και κατά πάσα πιθανότητα βρίσκονται σε κάποια βρετανική ακτή. Κοιτώντας αυτή τη σκηνή, βλέπω μια άλλη, κάπως διαφορετική, από τα μέσα της δεκαετίας του '80, που δε θυμάμαι αν υπάρχει σε φωτογραφία: τα δύο παιδάκια, είναι περίπου στην ηλικία της Heather και η θάλασσα της Ραφήνας το ίδιο φουρτουνιασμένη. Κι ο μπαμπάς έχει τα ίδια πυκνά, μαύρα μούσια και μαλλιά, το ίδιο βλέμμα και την ίδια προστατευτική αγκαλιά... Χρόνια Πολλά μπαμπά!