Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα orson welles. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα orson welles. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΆΛΜΠΑΤΡΟΣ

     Στο παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του A Voyage Round The World By Way Of The Great South Sea, ο Άγγλος ναυτικός George Shelvocke περιγράφει το πώς ο δεύτερος καπετάνιος του, τον Οκτώβριο του 1719, σκότωσε ένα άλμπατρος στ'  ανοιχτά του ακρωτηρίου Χορν, στη Γη του Πυρός, επειδή το θεωρούσε κακό οιωνό και πίστευε ότι, σκοτώνοντάς το, θα υποχωρούσε η κακοκαιρία. Η αφήγηση αυτού του περιστατικού ενέπνευσε τον ποιητή S.T. Coleridge για το κεντρικό γεγονός στο διασημότερο ποίημά του, την Μπαλάντα του Γέρου Ναυτικού.

     
Gustave Dore, "Η Μπαλάντα Του Γέρου Ναυτικού"
Στις εφτά το βράδυ, ενώ μάζευαν το κύριο πανί, κάποιος Γουίλιαμ Κάμελ φώναξε ότι τα χέρια και τα δάχτυλά του είχαν μουδιάσει τόσο ώστε δε μπορούσε πια να κρατηθεί, όμως πριν προλάβουν να τον βοηθήσουν αυτοί που βρίσκονταν πιο κοντά του, έπεσε και πνίγηκε.

     Το κρύο είναι ασφαλώς πολύ πιο ανυπόφορο σ' αυτά τα πλάτη, παρά στα ίδια του βορείου ημισφαιρίου. Παρόλο που η θερινή εποχή ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη και οι ημέρες είχαν μεγαλώσει πολύ, είχαμε συνεχείς θύελλες με χαλάζι, χιόνι και βροχή και τους ουρανούς μας τους έκρυβαν συνέχεια σκυθρωπά, μελαγχολικά σύννεφα. Με δυο λόγια, θα πίστευε κανείς πως ήταν αδύνατο να ζήσει οποιοδήποτε πλάσμα σ' ένα τόσο σκληρό κλίμα. Και πραγματικά παρατηρήσαμε ότι δεν είχαμε δει κανενός είδους ψάρι από τότε που είχαμε περάσει στα νότια του Πορθμού του Λε Μερ, ούτε ένα θαλασσοπούλι, εκτός από ένα απαρηγόρητο μαύρο άλμπατρος, που μας συνόδευε αρκετές μέρες, πετώντας από πάνω μας σαν χαμένο, ώσπου ο Χάτλεϊ (ο δεύτερος καπετάνιος μου), σε μια από τις κρίσεις μελαγχολίας του, παρατήρησε ότι αυτό το πουλί πετούσε πάντα κοντά μας και φαντάστηκε, από το χρώμα του, ότι ίσως ήταν κάποιος κακός οιωνός. Αυτό που, πιστεύω, ενίσχυσε τη δεισιδαιμονία του ήταν η αδιάκοπη αλληλουχία αντίθετων θυελλωδών ανέμων, οι οποίοι μας βασάνιζαν από τότε που είχαμε ανοιχτεί στη θάλασσα. Όμως, όπως κι αν έχει το πράγμα, μετά από μερικές άκαρπες προσπάθειες, στο τέλος πυροβόλησε και σκότωσε το άλμπατρος, χωρίς ν' αμφιβάλλει (ίσως) ότι μετά απ' αυτό θα είχαμε ευνοϊκό άνεμο.

Υ.Γ.1: Η αφήγηση του Shelvocke (μτφρ. Αγγέλα Βερυκοκάκη) περιλαμβάνεται στο βιβλίο "Τα Μεγάλα Ρεπορτάζ", εκδόσεις Νάρκισσος, που αποτελείται από αφηγήσεις σημαντικών ή παράξενων γεγονότων από αυτόπτες μάρτυρες, μεταξύ των οποίων είναι ο Ξενοφώντας, ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Δαρβίνος, ο Γκογκέν και πολλοί άλλοι. Τα γεγονότα ξεκινούν από τον λοιμό της Αθήνας το 430 π.Χ. και φτάνουν ως τον πόλεμο των Μπόερς τον Μάιο του 1900.

Υ.Γ.2: "Η Μπαλάντα Του Γέρου Ναυτικού" κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χατζηνικολή, σε μετάφραση Β. Αθανασόπουλου. Παρακάτω, μπορείτε να ακούσετε το πρωτότυπο σε απαγγελία Orson Welles.




Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

ΜΟΜΠΙ ΝΤΙΚ: Η ΤΑΙΝΙΑ

     Λοιπόν, ένα τελευταίο post για το "Μόμπι Ντικ" και μετά κιχ, γιατί σας έχω πρήξει. Σκέφτηκα ν'ανεβάσω την ομώνυμη ταινία του Τζον Χιούστον, όπου το διασκευασμένο σενάριο έχει αναλάβει ο συγγραφέας Ρέι Μπράντμπερι και το ρόλο του Άχαμπ παίζει ο Γκρέγκορι Πεκ, ενώ εμφανίζεται κι ο Όρσον Ουέλς σ'ένα μικρό ρόλο, αυτόν του ιερέα που ευλογεί το ταξίδι του Πίκουοντ. Μιλάμε δηλαδή για ονόματα πρώτης γραμμής που εγγυώνται για το τελικό αποτέλεσμα! Πράγματι, η ταινία είναι καταπληκτική, αν και όταν πρωτοπροβλήθηκε, το 1956, πήρε πολλές αρνητικές κριτικές, εν μέρει επειδή ο Γκρέγκορι Πεκ θεωρήθηκε ακατάλληλος για το ρόλο, μιας και τότε ήταν μόλις 38 χρονών, ενώ ο Άχαμπ υποτίθεται ότι πλησίαζε τα 60. Εμένα πάντως μια χαρά μου φαίνεται στο ρόλο του Άχαμπ, ενώ αντίθετα θεωρώ εντελώς άστοχη επιλογή τον Ρίτσαρντ Μπέιζχαρτ για το ρόλο του Ισμαήλ. Μα καλά κι αυτός ο Χιούστον, τόσοι ηθοποιοί στο Χόλιγουντ, αυτόν διάλεξε; Πρώτα- πρώτα, τότε ήταν 40 χρονών, ενώ ο Ισμαήλ υποτίθεται ότι ήταν 20+, κι ακόμα, είναι εντελώς νερόβραστος! Όχι τίποτε άλλο, αλλά, μιας και είδα την ταινία προτού διαβάσω το βιβλίο, είμαι καταδικασμένη να φαντάζομαι για πάντα τον Ισμαήλ με τη φάτσα αυτού του ξενέρωτου...

 

Υ.Γ.: Μια εμπειρία εντελώς διαφορετική από τη θεατρική ή την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου είναι το "moby dick big read project", για το οποίο σας έχω μιλήσει εδώ. Άκουσα μερικά κεφάλαια, αυτά που μου άρεσαν περισσότερο στο βιβλίο, και η αίσθηση ήταν συναρπαστική! Ακούστε το κεφάλαιο "η πρώτη φορά που κατεβάσαμε τις βάρκες" και θα με θυμηθείτε!

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

     Και μ' αυτόν τον τίτλο βέβαια δε μιλάω για καμιά απιστία αλλά εννοώ την ταινία του 1949, στην οποία πρωταγωνιστεί και ο Orson Welles, παρ' όλο που εμφανίζεται αρκετά αργά στο έργο, σε μία σκηνή ανθολογίας. Αυτήν εδώ:


     Η ταινία, σε σενάριο του Βρετανού συγγραφέα Graham Greene και σε σκηνοθεσία Carol Reed, διαδραματίζεται στη ρημαγμένη Βιέννη μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τα περισσότερα γυρίσματα έχουν γίνει όντως εκεί, πράγμα που δίνει στην ταινία ένα επιπλέον- ιστορικό- ενδιαφέρον. Εκτός απ' αυτό όμως είναι τόσα πολλά: η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία, η πλοκή, οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών και βέβαια η πολύ χαρακτηριστική μουσική. Όλ' αυτά της δίνουν επάξια μια θέση όχι μόνο στα καλύτερα film noir αλλά και στις καλύτερες ταινίες γενικότερα. Θα μπορούσαμε να μιλάμε γι' αυτή την ταινία μέχρι αύριο, ωστόσο, επειδή τις Τετάρτες η διάθεσή μου γίνεται πολύ νωχελική, ας ακούσουμε απλώς το διάσημο μουσικό θέμα του Anton Karas. Πολλά φιλιά!


Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Ο ORSON WELLES ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ HEMINGWAY

     Ποτέ δε συμπάθησα τον Ernest Hemingway ενώ αντιθέτως έτρεφα πάντα μεγάλο θαυμασμό και συμπάθεια για τον Orson Welles. Ίσως αυτό να φαίνεται κάπως περίεργο, καθώς έχουν αρκετά κοινά: πρόκειται για δύο πληθωρικές προσωπικότητες που αγαπούσαν πολύ τις ταυρομαχίες και το ποτό και το έργο τους έχει αναγνωριστεί για την αξία του τόσο από επίσημους θεσμούς όσο και από τον απλό κόσμο. Πέραν τούτου, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος ο Orson Welles στο βίντεο, ήταν φίλοι. Ο Welles βέβαια φροντίζει να πει από την αρχή ότι δεν ήταν μέλος της "αυλής" του Hemingway, γιατί τολμούσε να κάνει πλάκα μαζί του, ενώ εκείνος δε δεχόταν πλάκα από κανένα. Αυτό ακριβώς το στοιχείο αποκαλύπτει το λόγο για τον οποίο ποτέ δε συμπάθησα τον Hemingway: ήταν το είδος του ανθρώπου που ενδιαφέρεται να "χτίσει" μια εικόνα για τον εαυτό του, ώστε να επιβάλλει το θαυμασμό των άλλων. Όταν όμως κάποιος αφιερώνει όλη του την ενέργεια στην προσπάθεια να δημιουργήσει έναν  "άλλο" εαυτό, πιο ελκυστικό ίσως και πιο αστραφτερό, ξεχνά τον πραγματικό εαυτό του, που πάντα αναδύεται στην επιφάνεια και ζητά προσοχή. Δίνεται η εντύπωση ότι όλη αυτή η συναρπαστική ζωή, τα ταξίδια ανά τον κόσμο, τα σαφάρι στην Αφρική και η συμμετοχή στον Ισπανικό Εμφύλιο δεν ήταν εμπειρίες στις οποίες επέτρεψε να τον διαμορφώσουν αλλά αποσκοπούσαν μόνο στο να δημιουργεί εντυπώσεις μιλώντας γι' αυτές. Βέβαια, όλα αυτά που λέω είναι απλές υποθέσεις, θεωρώ όμως ότι ένας άνθρωπος που έχει χορτάσει τη ζωή κάνοντας αυτά που πραγματικά ήθελε και έχει αφήσει τις εμπειρίες του να τον αλλάξουν δεν είναι τόσο εύθικτος, παρά μπορεί να αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο, να αυτοσαρκάζεται και να δέχεται τα αστεία των άλλων.
     Αντίθετα, ο Orson Welles ήταν, κατά τη γνώμη μου, πολύ ωραίος τύπος: είχε εκπληκτικό ταλέντο, σε σημείο που ίσως ήταν πρόβλημα το γεγονός ότι ήταν τόσο ταλαντούχος που κάποιες φορές έδινε την εντύπωση πως το ταλέντο του έλεγχε εκείνον και όχι εκείνος το ταλέντο του. Δεν έμπαινε ωστόσο στον κόπο να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά (έλεγε π.χ. "ξεκίνησα από την κορυφή και δούλεψα πολύ για να φτάσω στον πάτο"), παρ' όλο που λίγοι κινηματογραφιστές κατάφεραν να πάρουν Όσκαρ με την πρώτη τους εμφάνιση στο πανί ή ν' αναγνωριστεί κάποια ταινία τους ως η κορυφαία όλων των εποχών, τόσο από το αμερικάνικο όσο και από το βρετανικό ινστιτούτο κινηματογράφου. Δείτε λοιπόν το σχετικό βίντεο και απολαύστε τις σπινθηροβόλες ατάκες του Welles. Ειδικά εκεί που λεει ότι ο Hemingway ήταν ένας τύπος "με αέρα στο στήθος", η σπόντα είναι μεγαλειώδης. Φιλιά πολλά!


Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟ

     Δύο είναι τα βιβλία που δεν έχω καταφέρει να τελειώσω, αν και φανατική βιβλιοφάγος: το ένα είναι το "Βιβλίο της Ανησυχίας" του Πεσόα και το άλλο η "Αμερική" του Κάφκα. Και για τα δύο, ο λόγος ήταν περίπου ο ίδιος. Παραήταν κλειστοφοβικά και μου δημιουργούσαν μια αίσθηση ασφυξίας. Ειδικότερα στο έργο του Κάφκα, η σύνθλιψη του ατόμου από τις διάφορες μορφές εξουσίας ήταν κάτι τόσο βαρύ που δε μπορούσα να σηκώσω. Τον τελευταίο καιρό, όμως, καθώς ο αμείλικτος παραλογισμός της καθημερινής ζωής απειλεί όλο και περισσότερο να μας συνθλίψει, διάβασα αρκετά έργα του.
     Το τελευταίο που διάβασα ήταν ένα μικρό αφήγημα, το οποίο βρίσκεται και στη "Δίκη" εν είδει εισαγωγής και αποφάσισα να το παραθέσω εδώ, σε μετάφραση Τέας Ανεμογιάννη. Για όσους βαριούνται να διαβάσουν, έχω αναρτήσει και ένα βίντεο κινουμένων σχεδίων, όπου ο Orson Welles διαβάζει το αφήγημα. Το βίντεο αυτό χρησιμοποιήθηκε από τον Welles ως εισαγωγή στη μεταφορά της "Δίκης" στον κινηματογράφο, με σκηνοθέτη τον ίδιο τον Welles, το 1962.




ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟ

     Μπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ' αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει αργότερα. "Ίσως", λέει ο θυρωρός, "τώρα όμως όχι". Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοιτάξει μέσα από την πόρτα. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελά και λέει: "Αν το τραβά η όρεξή σου, δοκίμασε να μπεις, μόλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω απ' όλους τους θυρωρούς. Από αίθουσα σ' αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου μόλις, ουτ' εγώ μπορώ να την αντέξω". Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Ο νόμος ωστόσο πρέπει να' ναι στον καθένα και πάντα προσιτός, σκέπτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προσεκτικά το θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, τη μεγάλη σουβλερή του μύτη, τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει να περιμένει καλύτερα ίσαμε να πάρει την άδεια να μπει. Ο θυρωρός του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πόρτα. Εκεί δα κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει, και κουράζει το θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός του κάνει συχνά μικρορωτήματα, σαν αυτά που κάνουν οι μεγάλοι κύριοι, και στο τέλος του λέει ολοένα πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, ξόδεψε όλα, ακόμη κι ό, τι πολύτιμο είχε, σε δωροδοκίες για το θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: "Τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις πως παράλειψες τίποτα". Όλα αυτά τα πολλά χρόνια, ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό σχεδόν αδιάκοπα. Αποξεχνά τους άλλους θυρωρούς, κι αυτός ο πρώτος του φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να μπει στο νόμο. Καταριέται την κακή τύχη. Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρατημό και δυνατά, αργότερα, όσο γεράζει, μουρμουρίζει μόνο. Αρχίζει να παιδιαρίζει και, μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό γνώρισε και τους ψύλλους του γούνινου γιακά του, παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και ν' αλλάξουν τη γνώμη του θυρωρού. Τέλος, το φως λιγοστεύει και δεν ξέρει αν γύρω του αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μονάχα τα μάτια του τον απατούν. Ωστόσο, αναγνωρίζει τώρα μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα από του νόμου την πόρτα. Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θάνατό του σμίγουν οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ρώτημα, που δεν είχε κάνει ως σήμερα στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δε μπορεί πια ν' ανασηκώσει το ξυλιασμένο του κορμί. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί το ύψος του ανθρώπου έχει πολύ αλλάξει. "Τι θες λοιπόν ακόμα να μάθεις;" ρωτά ο θυρωρός, "είσαι αχόρταγος..." "Όλοι μάχονται για το νόμο", λέει ο άνθρωπος, "πώς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;" Ο θυρωρός νιώθει πως ο άνθρωπος αγγίζει κιόλας στο τέλος και, για να φτάσει την ακοή του που χάνεται, ουρλιάζει:"Κανένας άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πήγαινε τώρα να την κλείσω."