Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διονύσιος σολωμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διονύσιος σολωμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

Ο Κρητικός είναι ένα από τ' αριστουργήματα του Διονύσιου Σολωμού και της ελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα. Αφηγείται την ιστορία ενός Κρητικού που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του όταν οι Τούρκοι κατέπνιξαν την εξέγερση στη Λαβύρινθο, ένα ρωμαϊκό λατομείο στην περιοχή της Γόρτυνας, όπου, το καλοκαίρι του 1823, είχαν βρει καταφύγιο πολλοί Κρητικοί. Ο Κρητικός, όταν το πλοίο που τον μετέφερε σε ασφαλές έδαφος ναυάγησε εν μέσω καταιγίδας, πάλεψε με τα κύματα, προκειμένου να σώσει τον εαυτό του και την αγαπημένη του. Ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του μια θεϊκή μορφή, η Φεγγαροντυμένη, η οποία διάβασε "τους πόνους που φύτρωσαν στα σωθικά του" και τον ανάγκασαν ν' αφήσει την πατρίδα του. Λίγο μετά την εξαφάνιση της, ο Κρητικός έφτασε τελικά στη στεριά, όπου διαπίστωσε ότι η αγαπημένη του ήταν ήδη νεκρή.

Βρύση έγινε το μάτι μου, κι' ομπρός του δεν εθώρα,
Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα 'ς τα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ' άφιναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ' όπου
Βλέπουνε μεσ' ΄ς την άβυσσο και 'ς την καρδιά τ' ανθρώπου,
Κ' ένοιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου·
"Κύττα με μεσ' 'ς τα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ' αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μου τ' αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν, κι αμέσως την εσφάξαν,
Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρήξανε τη μάννα 'ς το πηγάδι
Στην Κρήτη     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Μακρυά πο κείθ' εγιόμισα ταις φούχτες μου κ' εβγήκα
Βοήθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι' αυτό βαστώ μονάχο".



πηγή: www.theatlantic.com

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Ο ΛΑΜΠΡΟΣ

ΔΕΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

ΤΟ ΕΣΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Και προβαίνει η Μαρία λίγη να πάρη
Δροσιά 'ς τα σωθικά τα μαραμένα·
Είναι νύκτα γλυκειά, και το φεγγάρι
Δε βγαίνει να σκεπάση άστρο κανένα·
Περίσσια, μύρια, 'ς όλη τους τη χάρη
Λάμπουν άλλα μονάχα, άλλα δεμένα·
Κάνουν και κείνα Ανάσταση  που πέφτει
Του ολόστρωτου πελάου μες 'ς τον καθρέφτη.

"Τα μαλλιά σέρνω 'ς τα λιγνά μου στήθη·
Δένω σταυρό τα χέρια· Ουράνια, θεία!
Πέστε Εκεινού, που σήμερα αναστήθη,
Να ελεηθή τη μαύρη τη Μαρία.
Μέρα είναι Αγάπης· Άδης ενικήθη·
Καίονται τα σπλάχνα, καίονται τα στοιχεία·
Και η πυρκαϊά του Κόσμου αναγαλλιάζει,
Και κατ' Αυτόν τη σπίθα της τινάζει. 

Ο Ουρανός Αλληλούϊα ηχολογάει·
Κατά την γην ερωτεμένος κλίνει·
Ζη του νερού και η στάλα όπου κολλάει
Σ' το ποτήρι· Αλληλούϊα εγώ κ' εκείνη.
Όταν η Πύλη ακούστηκε να σπάη, 
Τι χλαλοή 'ς τον κάτου κόσμο εγίνη;
Χαίρεται μέσα στην άβυσσο κι ασπρίζει·
Ο περασμός του Λυτρωτή σφυρίζει."

Ουμβέρτος Αργυρός, Ανάσταση

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΟΛΩΜΟ

     Στα "Τετρακόσια Χτυπήματα", τη σχεδόν αυτοβιογραφική ταινία του Τριφό, ο μικρός Αντουάν Ντουανέλ έχει φτιάξει ένα εικονοστάσι που περιέχει μόνο ένα πορτρέτο του Μπαλζάκ· αν είχα κι εγώ εικονοστάσι, θα ήταν παρόμοιο: θα είχε μόνο ένα πορτρέτο του Σολωμού κι ένα του Παπαδιαμάντη. Ούτε του Κανέτι, ούτε του Ντοστογιέφσκι, ούτε καν του Μέλβιλ -φαίνεται τελικά ότι η γλώσσα είναι η πιο βαθιά μας ρίζα. Αυτούς τους δύο, γιατί "κράτησαν τον πόνο στο σωστό του ύψος", όπως γράφει κι ο Νίκος Καρούζος στο ποίημά του για τον Παπαδιαμάντη· γιατί έγραψαν αντίστοιχα τον "Λάμπρο" και το "Χωρίς Στεφάνι". Υπάρχουν ένα σωρό έργα τους για να τους δώσουν την πιο σπουδαία θέση στην ελληνική λογοτεχνία, για μένα όμως, για το δικό μου εικονοστάσι, αρκούν αυτά τα δύο: ο "Λάμπρος" και το "Χωρίς Στεφάνι".

Υ.Γ. Στην παρακάτω διεύθυνση (papadiamantis.org/multimedia/61-video/145-to-skoteino-trygoni-tv), μπορείτε να δείτε τα 36 επεισόδια της σειράς "το σκοτεινό τρυγόνι", που γύρισε η ΕΡΤ το 2011 για τα εκατό χρόνια από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη. Στο παρακάτω βίντεο, βλέπουμε το αφιέρωμα της εκπομπής "Εποχές και Συγγραφείς" στον κορυφαίο συγγραφέα.


Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Η ΦΕΓΓΑΡΟΝΤΥΜΕΝΗ

Ακόμη εβάστουνε η βροντή .     .     .     .     .     .
Κ' η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
Σαν περιβόλι ευώδησε κ' εδέχτηκε όλα τ' άστρα·
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Κάθε ομορφιά να στολιστη και το θυμό ν' αφησει.
Δεν ειν' πνοή 'ς τον ουρανό, 'ς τη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει 'ς τον ανθό η μέλισσα περνώντας
Όμως κοντά 'ς την κορασιά, που μ' έσφιξε κ' εχάρη,
Εσειότουν τ' ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι
Και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι' ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
'Ετρεμε το δροσάτο φως 'ς τη θεϊκιά θωριά της,
΄Σ τα μάτια της τα ολόμαυρα και 'ς τα χρυσά μαλλιά της.

Εκύτταξε τ' αστέρια, κ' εκείνα αναγαλλιάσαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι' από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνη,
Κυπαρισσένιο ανάερα τ' ανάστημα σηκώνει,
Κι' ανεί τ'ς αγκάλες μ' έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κ' έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλωσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
Κ' η χτίσις έγεινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.
Τέλος 'ς εμέ που βρίσκομουν ομπρός της μεσ΄΄ς'τα ρείθρα,
Καταπώς στέκει 'ς το Βοριά η πετροκαλαμήθρα,
Όχι 'ς την κόρη, αλλά ΄ς εμέ την κεφαλή της κλίνει·
Την κύτταζα ο βαρυόμοιρος, με κύτταζε κ' εκείνη.
Έλεγα πως την είχα ιδή πολύν καιρόν οπίσω,
Κάν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήση ο λογισμός μου,
Κάν τ' όνειρο, όταν μ' έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά, κι' αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ' όλη της τη δύναμη προβαίνει·
Σαν το νερό, που το θωρεί το μάτι ν' αναβρύζη
Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι' ο ήλιος το στολίζει
Βρύση έγινε το μάτι μου, κι' ομπρός του δεν εθώρα,
Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα 'ς τα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ' άφιναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ' όπου
Βλέπουνε μεσ' ΄ς την άβυσσο και 'ς την καρδιά τ' ανθρώπου,
Κ' ένοιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου·
"Κύττα με μεσ' 'ς τα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ' αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μου τ' αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν, κι αμέσως την εσφάξαν,
Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρήξανε τη μάννα 'ς το πηγάδι
'Στην Κρήτη     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Μακρυά πο κείθ' εγιόμισα ταις φούχτες μου κ' εβγήκα
Βοήθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι' αυτό βαστώ μονάχο".

Εχαμογέλασε γλυκά 'ς τον πόνο της ψυχής μου,
Κ' εδάκρυσαν τα μάτια της, κ' εμοιάζαν της καλής μου
Εχάθη, αλιά μου! αλλ'  άκουσα του δάκρυου της ραντίδα
'Στο χέρι, που χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα --

Διονύσιος Σολωμός, ο Κρητικός (απόσπασμα)

Howard Pyle, 1910 (πηγή: www.theparisreview.org)