Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χανς φάλαντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χανς φάλαντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Ο ΦΑΛΑΝΤΑ ΚΑΙ Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

     Ανάμεσα σε πάρα πολλούς βασανισμένους συγγραφείς, ο Φάλαντα (1893-1947) διεκδικεί τον τίτλο του πιο βασανισμένου: στα δεκαέξι είχε ένα σοβαρό ατύχημα (τον παρέσυρε μια άμαξα της οποίας το άλογο τον κλότσησε στο πρόσωπο) κι ένα χρόνο μετά κόλλησε τύφο. Στα δεκαοχτώ, αποφάσισε ν' αυτοκτονήσει μαζί μ' έναν φίλο του, πυροβολώντας ο ένας τον άλλο στην καρδιά -μόνο που τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα είχαν συμφωνήσει· ο Φάλαντα πέτυχε τον στόχο του, ενώ ο φίλος αστόχησε. Κατηγορήθηκε για φόνο και, παρά την αθωωτική απόφαση, κλείστηκε σε ψυχιατρείο, ξεκινώντας μια μακρά σειρά εγκλεισμών σε διάφορα ιδρύματα. Μεταξύ αυτών των ιδρυμάτων ήταν και η φυλακή, εξαιτίας των μικροκλοπών που του εξασφάλιζαν τη δόση του, μιας και, λόγω των φρικτών πόνων μετά από το ατύχημα, είχε εθιστεί στη μορφίνη.
     Παρ' όλα αυτά, μετά το 1928, η μίζερη ζωή του φαινόταν ν' αλλάζει. Καταφέρε ν' απεξαρτηθεί, παντρεύτηκε, έπιασε δουλειά ως δημοσιογράφος και άρχισε να γίνεται γνωστός ως συγγραφέας. Ωστόσο, η ευτυχισμένη αυτή περίοδος δεν κράτησε πολύ. Η άνοδος των ναζί στην εξουσία έφερε καινούρια προβλήματα στον Φάλαντα, όπως άλλωστε σε όλους τους Γερμανούς. Το 1933 φυλακίστηκε από την Γκεστάπο με την κατηγορία της αντιναζιστικής δράσης, αν και μια βδομάδα αργότερα αναγκάστηκαν να τον αφήσουν ελεύθερο λόγω έλλειψης στοιχείων. Την επόμενη χρονιά, το Υπουργείο Προπαγάνδας πρότεινε την απόσυρση των έργων του από τις Δημόσιες Βιβλιοθήκες, γεγονός που συνοδεύτηκε από τη μείωση των πωλήσεων των βιβλίων του και επομένως την οικονομική κατάρρευση του συγγραφέα. Το 1935 ανακηρύχθηκε επίσημα "ανεπιθύμητος συγγραφέας", οπότε, προκειμένου ν' αποφύγει περαιτέρω προβλήματα με το καθεστώς, ξεκίνησε να γράφει παιδικά βιβλία. Αλλά τελικά τα προβλήματα δεν μπόρεσε να τ' αποφύγει. Όταν το 1937 εκδόθηκε το βιβλίο του "Λύκος μεταξύ Λύκων", ο Γκέμπελς όχι μόνο το ενέκρινε αλλά το βρήκε καταπληκτικό. Η επιδοκιμασία του Υπουργού Προπαγάνδας γέμισε με φόβο τον Φάλαντα, γιατί ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα ζητούσαν τη συνεργασία του. Πραγματικά, μετά από λίγο καιρό, ο Γκέμπελς του ζήτησε να γράψει ένα βιβλίο για τα δεινά μιας γερμανικής οικογένειας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, από τα οποία τους ανακούφισαν οι ναζί όταν πήραν την εξουσία. Ο Φάλαντα τελικά υπέκυψε στις πιέσεις του Γκέμπελς κι έγραψε τον "Σιδερένιο Γκουστάβ".
μια σελίδα από το πυκνογραμμένο χειρόγραφο του Φάλαντα
     Αν και θα μπορούσε ν' αποφύγει έναν τέτοιο εξευτελιστικό συμβιβασμό με το να φύγει από τη χώρα, ο Φάλαντα δεν μπόρεσε να το κάνει, οπότε το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου τον βρήκε στη Γερμανία. Η καθημερινότητά του έγινε ακόμα πιο δύσκολη λόγω της γενικής έλλειψης σε βασικά αγαθά, αλλά και λόγω των γειτόνων, που απειλούσαν ότι θ΄αποκαλύψουν στις αρχές τα ψυχιατρικά του προβλήματά, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και στη θανάτωσή του. Τα πράγματα χειροτέρεψαν κι άλλο το 1944, όταν, μεθυσμένος, απείλησε με όπλο την πρώην γυναίκα του, οπότε τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν -για μια ακόμη φορά- σε ψυχιατρείο. Για να γλιτώσει τις βάναυσες τιμωρίες που επιφύλασσαν οι Ναζί στους ψυχικά αρρώστους, πήρε την απόφαση να συνεργαστεί ξανά με τον Γκέμπελς και να γράψει ένα βιβλίο με αντισημιτικό περιεχόμενο. Αυτό που τελικά έγραψε όμως ήταν ένα παιδικό παραμύθι, ένα μικρό ημερολόγιο κι ένα εν πολλοίς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με αντιναζιστικό περιεχόμενο, τον "Πότη" (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κίχλη), κι όλα αυτά σ' ένα μόνο τετράδιο, όπου έγραψε πάρα πολύ πυκνά, με μικροσκοπικά γράμματα, ακόμα και ανάποδα και πλαγίως, φτάνοντας τις 72 γραμμές ανά σελίδα. Σε περίπτωση που οι Ναζί καταλάβαιναν τι είχε κάνει, δε θα γλίτωνε τον θάνατο, ωστόσο, εκείνοι μπόρεσαν να διακρίνουν μόνο το παιδικό παραμύθι, που ήταν γραμμένο με μεγαλύτερα γράμματα στις "κανονικές" γραμμές. Τελικά βγήκε από το ψυχιατρείο λίγο πριν από την ήττα του ναζιστικού καθεστώτος, τον Δεκέμβριο του '44, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την οδυνηρή αυτή εμπειρία. Κύλησε ξανά στη μορφίνη και πέρασε το λίγο διάστημα που του απέμενε μπαινοβγαίνοντας σε κλινικές. Μέσα σε μια τέτοια κλινική έγραψε λίγο πριν πεθάνει το αριστούργημά του "Μόνος στο Βερολίνο", καταθέτοντας όλη την εξαθλίωση και την καταρράκωση της ανθρώπινης ύπαρξης στη ναζιστική Γερμανία, την οποία, άλλωστε είχε βιώσει κι ο ίδιος σ' όλες τις τις εκφάνσεις.

Πηγές: en.wikipedia.org και twoheadedgorilla.tumblr.com

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

     Τις μέρες θριάμβου του ναζιστικού καθεστώτος, αμέσως μετά την κατάκτηση της Γαλλίας, ο Ότο και η Άννα Κβάνγκελ παίρνουν ένα γράμμα που τους πληροφορεί ότι ο γιος τους σκοτώθηκε στο μέτωπο. Η τρομερή αυτή απώλεια κάνει τους Κβάνγκελ, ένα πληκτικό ζευγάρι που απλώς κοιτάει τη δουλειά του, ν' αλλάξουν στάση, ν' αντισταθούν στη ναζιστική θηριωδία και να διαφυλάξουν την αξιοπρέπειά τους, πράγμα που -το ξέρουν από την πρώτη στιγμή- θα τους οδηγήσει στον θάνατο. Η αντιστασιακή τους δράση συνίσταται στο να γράφουν κάρτες με συνθήματα εναντίον του Φύρερ και του παράλογου πολέμου του και να τις αφήνουν στους διαδρόμους πολυσύχναστων πολυκατοικιών. Οι άχρωμοι, μεθοδικοί και προσεκτικοί Κβάνγκελ καταφέρνουν να περνούν απαρατήρητοι και να ρίχνουν τη μία κάρτα μετά την άλλη στα κτίρια του Βερολίνου, προσδοκώντας ότι θ' αφυπνίσουν τον κόσμο που θα τις διαβάζει και στη συνέχεια θα τις μοιράζει και σε άλλους. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες από τις κάρτες που γράφουν παραδίδονται αμέσως στην Γκεστάπο από τους έντρομους πολίτες που φοβούνται μήπως κατηγορηθούν για αντικαθεστωτική δράση. Η μόνη αντίδραση στις κάρτες των Κβάνγκελ προέρχεται από την ίδια την Γκεστάπο και τους επιθεωρητές της, οι οποίοι δεν μπορούν να δεχτούν ότι, δύο χρόνια μετά την πρώτη κάρτα, δεν έχουν ακόμα τον "Φαντομά" στα χέρια τους. Έρχεται όμως η στιγμή που οι Κβάνγκελ κάνουν κάποιο λάθος, πέφτουν στα χέρια των διωκτών τους και καταδικάζονται σε αποκεφαλισμό. Εκτός από το ζεύγος Κβάνγκελ, στο βιβλίο κινούνται διάφορα πρόσωπα: άλλοι μικρόνοες, χαμερπείς και θρασύδειλοι, όπως οι κτηνώδεις Περζίκε, ο μικροκακοποιός Μπορκχάουζεν και ο εισαγγελέας που απαιτούσε σκληρότερη ποινή ακόμα και τη στιγμή που ο Ότο Κβάνγκελ οδηγούνταν προς εκτέλεση, κι άλλοι ακέραιοι, συμπονετικοί και ανθρώπινοι, όπως ο ηλικιωμένος δικαστής Φρομ, η νεαρή Τρούντελ και η ταχυδρόμος Άννα Κλούγκε, η οποία, όταν μαθαίνει ότι ο γιος της περηφανευόταν για τους Εβραίους που σκότωσε στην Πολωνία, αποκηρύσσει το ίδιο της το παιδί, αποχωρεί από το Κόμμα κι εγκαταλείπει το Βερολίνο για να ζήσει στην επαρχία.
     Ο Φάλαντα έγραψε το "Μόνος στο Βερολίνο" το 1946, μέσα σε λίγες μέρες, μερικούς μήνες πριν πεθάνει από την καρδιά του, λόγω του χρόνιου εθισμού του στη μορφίνη και το αλκοόλ. Ο πυρήνας της ιστορίας είναι πραγματικός: πρόκειται για την υπόθεση του Ότο και της Ελίζ Χάμπελ, οι οποίοι, μετά τον θάνατο του αδερφού της Ελίζ στο γαλλικό μέτωπο, άρχισαν να γράφουν κάρτες κατά του Χίτλερ κι όταν τους έπιασαν, δύο χρόνια μετά την έναρξη της δράσης τους, τους αποκεφάλισαν. Ο Φάλαντα, με κέντρο αυτή την ιστορία, αποτυπώνει τη φρικτή, ερεβώδη πραγματικότητα των πιο σκοτεινών χρόνων του 20ου αιώνα. Για την ακρίβεια, έχει τα κότσια ν' αποτυπώσει αυτή την πραγματικότητα, χωρίς καμία προσπάθεια να μετριάσει τον τρόμο και την αθλιότητα που επικρατούσαν στη γερμανική κοινωνία κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ και που έφερναν αντιμέτωπο με τη μοναξιά του θανάτου όποιον επέλεγε να εναντιωθεί σ' έναν τέτοιο εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Το "Μόνος στο Βερολίνο" είναι ένα βιβλίο που δε χαρίζεται σε κανέναν· είναι ένα ξερό, παγερό μα μεγαλειώδες βιβλίο, όπως ακριβώς και ο ήρωάς του, ο εργοδηγός Ότο Κβάνγκελ.

"Γιατί το κάνατε, μου λέτε;"
"Ποιο;" ρώτησε αδιάφορα ο Κβάνγκελ, δίχως να κοιτάζει τον ατσαλάκωτο κύριο.
"Γιατί γράφατε τις κάρτες; Αφού τελικά δεν είχαν κανένα νόημα, και θα σας στοιχίσουν τη ζωή σας".
"Επειδή είμαι χαζός. Επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα καλύτερο. Επειδή υπολόγιζα ότι η επίδρασή τους θα ήταν διαφορετική. Γι' αυτό!"
"Και δεν λυπάστε; Δεν στενοχωριέστε που θα χάσετε τη ζωή σας για μια χαζομάρα;"
Ένα αυστηρό βλέμμα στυλώθηκε πάνω στον δικηγόρο, ένα γέρικο, περήφανο, σκληρό, γερακίσιο βλέμμα. "Τουλάχιστον διαφύλαξα την αξιοπρέπειά μου", είπε ο Ότο Κβάνγκελ. "Δεν συμμετείχα".
Ο δικηγόρος κοίταξε για πολλή ώρα τον σιωπηλό άντρα που καθόταν μπροστά του. Ύστερα είπε: "Αρχίζω να πιστεύω ότι ο συνάδελφός μου, ο συνήγορος της γυναίκας σας, είχε δίκιο: είστε και οι δύο τρελοί".
"Είναι τρέλα να θέλει κανείς πάση θυσία να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του;"
"Μπορούσατε να το κάνετε και χωρίς τις κάρτες".
"Σιωπηρή συναίνεση ονομάζεται αυτό. Εσείς τι έχετε κάνει, για να είστε ένας καθωσπρέπει κύριος με ατσαλάκωτα παντελόνια, γυαλισμένα νύχια και πουλημένες αγορεύσεις; Ποιο είναι το τίμημα που πληρώσατε;"
Ο δικηγόρος δεν μίλησε.
"Τώρα πια δεν υπάρχει σωτηρία για σας!" είπε ο Κβάνγκελ. Θα πληρώνετε για πάντα το τίμημα, και ίσως μια μέρα χρειαστεί να το πληρώσετε με τη ζωή σας, ακριβώς όπως κι εγώ, μόνο που  ο λόγος θα είναι πολύ διαφορετικός: εσείς θα το κάνετε για την ατιμία σας!"[...]
"Κι όμως, θα υποβάλω αίτηση χάριτος", είπε ο δικηγόρος.
Ο Κβάνγκελ δεν απάντησε.
"Εις το επανιδείν!" είπε ο δικηγόρος.
"Δεν νομίζω ότι θα ξανασυναντηθούμε -εκτός κι αν παρακολουθήσετε την εκτέλεσή μου. Είστε επίσημος προσκεκλημένος μου!"
Ο δικηγόρος έφυγε.

Υ.Γ.: Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, σε εξαιρετική μετάφραση της Άντζη Σαλταμπάση.