Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ντύλαν τόμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ντύλαν τόμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΑΛΙΑ: ΟΙ ΘΕΙΟΙ

"Υπήρχαν Θείοι όπως στο σπίτι μας;"
"Υπάρχουν πάντα Θείοι τα Χριστούγεννα. Οι ίδιοι Θείοι. Και τα χριστουγεννιάτικα πρωινά, με τη σφυρίχτρα μου που αναστάτωνε τα σκυλιά και με τις ζαχαρένιες γόπες στα χείλη, σάρωνα την μπαλωμένη πόλη για νέα από τον μικρόκοσμο κι έβρισκα πάντα ένα νεκρό πουλί πλάι στο λευκό Ταχυδρομείο, ή κοντά στις έρημες κούνιες· ίσως έναν κοκκινολαίμη μ' όλες του τις φωτιές, πλην μιας, σβησμένες. Άνδρες και γυναίκες άνοιγαν δρόμο σκυφτοί, με κόπο, μέσα απ' το χιόνι, γυρνώντας απ' την εκκλησία, με μύτες μπεκρήδων και ανεμοδαρμένα μάγουλα, όλοι αλμπίνοι, με κουβαριασμένα τα μαύρα τους δύσκαμπτα φτερά ενάντια στο άθρησκο χιόνι. Γκυ κρεμόταν από τις στρόφιγγες του γκαζιού σ' όλα τα μπροστινά σαλόνια· και υπήρχε σέρι και καρύδια και εμφιαλωμένη μπύρα και κράκερς πλάι στα κουταλάκια του γλυκού· και γάτες με τα γουναρικά τους χάζευαν τη φωτιά· και ο σωρός των κούτσουρων που φλέγονταν έτριζε, έτοιμος για τα κάστανα και τις μασιές. Κάτι μεγαλόσωμοι άνδρες κάθονταν στα μπροστινά σαλόνια χωρίς τα κολάρα τους, Θείοι ασφαλώς, δοκιμάζοντας τα φρέσκα τους πούρα, τεντώνοντας το μπράτσο τους όσο έπαιρνε για να τα εξετάσουν από μακριά, ξαναφέρνοντάς τα στο στόμα τους, βήχοντας, ύστερα κρατώντας τα και πάλι μακριά, σαν να περίμεναν την έκρηξη· και κάτι μικρούλες θείες, ανεπιθύμητες στην κουζίνα όπως και οπουδήποτε αλλού, κάθονταν άκρη άκρη στις καρέκλες τους, τεντωμένες κι εύθραυστες, τρέμοντας μην σπάσουν, σαν ξεθωριασμένα φλυτζανάκια και πιατάκια".

Απόσπασμα από το διήγημα του Ντύλαν Τόμας "Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία", σε μτφρ. Κατερίνας Σχινά, που περιλαμβάνεται στη Συλλογή "Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες" από τις εκδόσεις Ερατώ.


Carl Larsson (πηγή: en.wikipedia.org)

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΑΛΙΑ: ΤΑ ΔΩΡΑ

"Πες μου πάλι για τα Δώρα".
"Υπήρχαν τα Χρήσιμα Δώρα: μάλλινα κασκόλ που σε κατάπιναν ολόκληρο και γάντια χωρίς δάχτυλα, φτιαγμένα για γιγάντια αρκουδάκια· μαντήλια με σχέδια ζέβρας από ένα υλικό σαν τσίχλα μεταξωτή, που μπορούσαν να σε τυλίξουν μέχρι κάτω, στις γαλότσες· σκουφιά που έφταναν μέχρι τα μάτια και θύμιζαν πολύχρωμες τσαγιέρες και μπαλακλάβες για θύματα άγριων φυλών που συρρικνώνουν τα κεφάλια των αιχμαλώτων τους. Από θείες που πάντοτε φορούσαν κατάσαρκα τα μάλλινα, έρχονταν άγριες γενειοφόρες φανέλες που σ' έκαναν ν' αναρωτιέσαι πώς και οι θείες είχαν ακόμη δέρμα στο σώμα τους· και κάποτε, πήρα μια σαλιάρα πλεγμένη με το βελονάκι, από μια θεία που τώρα, αλίμονο,δεν μας κλαίγεται πια. Και βιβλία χωρίς εικόνες, όπου μικρά αγόρια, μολονότι είχαν προειδοποιηθεί με στίχους και παροιμίες, είχαν τελικά πατινάρει στη λιμνούνα και είχαν πράγματι πνιγεί· και βιβλία που μου έλεγαν τα πάντα για τη σφήκα, εκτός από το γιατί".
"Πάμε τώρα στα Άχρηστα Δώρα".
"Σακκουλίτσες με πολύχρωμες καραμέλες και μια διπλωμένη σημαιούλα και μια ψεύτικη μύτη κι ένα καπέλο οδηγού στα τραμ και μια μηχανή που έκοβε εισιτήρια και χτυπούσε ένα καμπανάκι· ούτε μια φορά σφεντόνα· κάποτε, από λάθος που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει, ένα μικρό τσεκούρι· και μια πλαστική πάπια που έκανε, όταν τη ζουλούσες, τον πιο άσχετο με τις πάπιες ήχο, ένα νιαουριστό μιάου ταιριαστό σε κάποια φιλόδοξη γάτα που θα' θελε να είναι αγελάδα· κι ένα μπλοκ ζωγραφικής, όπου μπορούσα να χρωματίσω το γρασίδι, τα δένδρα, τη θάλασσα και τα ζώα σε όποια απόχρωση μου άρεσε κι ακόμα να βάλω αστραφτερά ουρανογάλαζα πρόβατα να βοσκάνε στο κόκκινο λιβάδι κάτω από πουλιά πράσινα σαν τα μπιζέλια με ράμφη σαν ουράνια τόξα. Σοκολάτες, καραμέλες βουτύρου, φοντάν, κριτσίνια, μπισκότα, φρουί γλασέ, αμυγδαλωτά και μπισκότα. Και στρατιές από λαμπερά μολυβένια στρατιωτάκια, που, αν δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, μπορούσαν πάντοτε να τρέξουν. Και Φιδάκια και Γκρινιάρηδες. Και μεκανό για μικρούς μηχανικούς, με τις οδηγίες τους. Α, εύκολα για έναν Λεονάρντο! Και μια σφυρίχτρα για να προκαλείς τους σκύλους να γαβγίζουν· για να ξυπνάς τον γέρο από δίπλα και να τον κάνεις να χτυπάει τον τοίχο με τη μαγκούρα του και το κάδρο στον τοίχο μας να τρέμει. Κι ένα πακέτο τσιγάρα: έβαζες ένα στο στόμα σου και στεκόσουν στη γωνιά του δρόμου και περίμενες ώρες ολόκληρες, μάταια, την ηλικιωμένη κυρία που θα σε μάλωνε γιατί κάπνιζες και τότε εσύ, μ' ένα χάχανο, θα άρχιζες να το μασάς. Και μετά, τρώγαμε πρωινό κάτω από τα μπαλόνια".

Απόσπασμα από το διήγημα του Ντύλαν Τόμας "Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία", σε μτφρ. Κατερίνας Σχινά, που περιλαμβάνεται στη Συλλογή "Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες" από τις εκδόσεις Ερατώ.

Carl Larsson "Christmas morning" (πηγή: en.wikipedia.org)

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Ο ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

     Σαν σήμερα, το 1953, ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Saint Vincent's στη Νέα Υόρκη. Ήταν μόνο 39 ετών, αλλά η υγεία του ήταν κατεστραμμένη από το αλκοόλ. Πριν λίγες μέρες, στις 3 Νοεμβρίου, είχε καταρρεύσει στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο Chelsea αναφωνώντας "Ήπια 18 διπλά ουίσκι· νομίζω ότι έσπασα το ρεκόρ!". Εκτός από  τον Μπομπ Ντύλαν, που πήρε το όνομά του απ' αυτόν, φόρο τιμής στον ποιητή έχει αποτίσει κι ο ομότεχνός του Μίλτος Σαχτούρης με το παρακάτω ποίημα, που περιλαμβάνεται στη Συλλογή Το Σκεύος (1971).

...μα εκεί κάτω στα τεράστια της Ουαλίας 
φεγγάρια
μέσα στα ολοστρόγγυλα της Ουαλίας
φεγγάρια
Ο ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ ΆΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΡΕΛΟΣ
ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΕΙ                                                       


ΣΤΟΝ ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

Σήμερα καθώς οργίζομαι και μπαίνω
εις τα πενήντα δυο μου χρόνια
με δέος και θάμβος μαζί σε χαιρετίζω
αδελφικό μου χάσμα Ντύλαν Τόμας
που τόσο νέος ήξερες
φωτιά να βάζεις μεσ' στις λέξεις
να τις πυροδοτείς
κι αυτές με κρότο και με θεό μαζί
να εκρήγνυνται, στο αχανές


     Κι ένα ποίημα του ίδιου του Ντύλαν Τόμας σε μετάφραση Νίκου Ράπτη (πηγή: www.poiein.gr) και σε συγκλονιστική απαγγελία από τον ίδιο τον ποιητή.

ΑΒΡΟΣ ΜΗΝ ΠΑΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΚΑΛΗ

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέρας
Πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ' τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λαμπρή, καχεκτική
Σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι, 
Όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι εσύ πατέρα, απ' το θλιμμένο ύψος, από κει,
Δωσ' μου κατάρα και ευχή
Με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.


Κυριακή 24 Μαΐου 2015

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ BOB DYLAN!

     Σαν σήμερα, 24 Μαΐου του 1941, γεννιέται στο Ντουλούθ της Μινεσότα ο Ρόμπερτ Ζίμμερμαν· είκοσι χρόνια μετά, αλλάζει το όνομά του σε Μπομπ Ντύλαν (ως φόρο τιμής στον ποιητή Ντύλαν Τόμας), μετακομίζει στο Βίλατζ της Νέας Υόρκης κι αλλάζει για πάντα την ιστορία της μουσικής. Χρόνια Πολλά Μπομπ Ντύλαν!




Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

ΚΛΟΟΥΝ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Τα δάκρυά μου μοιάζουν σιωπηλή φυλλοροή
κάποιου ρόδου μαγικού.
Κι όλη μου η θλίψη από μια ρωγμή κυλά
ανενθύμητων χιονιών κι ουρανών.

Θαρρώ πως αν άγγιζα τη Γη,
θα θρυμματιζόταν.
Είναι τόσο λυπημένη κι όμορφη,
τρεμάμενη σαν όνειρο.

Ντύλαν Τόμας, απόδοση Γιάννης Γ. Μπαζός, Εκδόσεις Σοφίτα


Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ (ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ)

     Πολλές φορές αναρωτιέμαι από πού έχει πάρει την έμπνευση ένας συγγραφέας, ποτέ όμως δε είχα αναρωτηθεί πού βρισκόταν όταν μετέφερε αυτή την έμπνευση στο χαρτί και τη μετέτρεπε σε βιβλίο. Κακώς βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, γιατί μπορούμε να μάθουμε πάρα πολλά πράγματα για έναν άνθρωπο βλέποντας το χώρο όπου περνά το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του. Άρχισα λοιπόν να αναζητώ στο ίντερνετ φωτογραφίες των γραφείων στα οποία έγραψαν τα βιβλία τους διάσημοι συγγραφείς, για να διαπιστώσω ότι συμπληρώνουν την εικόνα που έχουμε γι' αυτούς μέσα από το έργο τους. Οι φωτογραφίες των παρακάτω γραφείων προέρχονται κυρίως από εδώ κι εκεί.



Ξεκινάμε με τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν να ρεμβάζει έξω από το παράθυρο σε μια μάλλον στημένη πόζα. Επομένως δε γνωρίζουμε αν το γραφείο ήταν πάντα τόσο τακτοποιημένο ή το συμμάζεψαν για χάρη της φωτογράφισης.

Το γραφείο του Τολστόι φαίνεται μια χαρά άνετο: μόνο η χωριάτικη πουκαμίσα που φοράει ο συγγραφέας υποδηλώνει την απόφαση που είχε πάρει στα τελευταία χρόνια της ζωής του να ζήσει όπως οι μουζίκοι.


Το γραφείο της Τζέιν Όστεν σχεδόν με συγκινεί: ενώ άλλοι συγγραφείς έγραφαν σε τεράστιες γραφειάρες για λόγους άνεσης αλλά και ματαιοδοξίας, εκείνη περιοριζόταν σε ένα τόσο δα γραφειάκι στο διάδρομο του σπιτιού της...

Το γραφείο του Ράντγιαρτ Κίπλινγκ ανταποκρίνεται στην εικόνα που έχουμε για τη διακόσμηση στη βικτοριανή εποχή. Η υδρόγειος δίπλα στο γραφείο ίσως βοηθούσε τον συγγραφέα να δραπετεύει νοερά από την Αγγλία στην αγαπημένη του Ινδία.


Το γραφείο του Τζακ Λόντον είναι το αγαπημένο μου: φανερώνει έναν τραχύ, περιπετειώδη χαρακτήρα, όπως ήταν ο ίδιος κι όπως ήταν κι οι ήρωές του.


Το γραφείο του Ντύλαν Τόμας έχει κάτι ακατέργαστο και ταραγμένο, κάπως όπως κι ο ίδιος. Τα άδεια μπουκάλια πάνω στο τραπέζι μας φέρνουν στο μυαλό το πρόβλημά του με το αλκοόλ.

Το γραφείο της Αναϊς Νιν αποπνέει την ίδια ατμόσφαιρα ηδυπάθειας, κομψότητας και εξωτισμού που αποπνέει και το έργο της.

Το γραφείο της Σου Τάουνσεντ δείχνει χιούμορ και μια χαριτωμένη ακαταστασία. Κάπως έτσι φανταζόμουν το χώρο όπου γράφτηκαν οι ξεκαρδιστικές περιπέτειες του Άντριαν Μολ. Τα πολλά γυαλιά ηλίου μάλλον έχουν να κάνουν με το σοβαρό πρόβλημα όρασης που είχε η συγγραφέας στα τελευταία χρόνια της ζωής της.

Κι από τα γραφεία των λογοτεχνών, στο γραφείο ενός ιστορικού, του Έρικ Χομπσμπάουμ. Από το πλήθος των βιβλίων και των εγγράφων φαίνεται ότι αυτό το γραφείο δε θα μπορούσε παρά να ανήκει σε έναν ερευνητή. Ο χώρος είναι εντυπωσιακά απλός, με μοναδικό στοιχείο διακόσμησης μια αφίσα της Billie Holiday, για το θάνατο της οποίας ο Χόμπσμπάουμ είχε γράψει ένα καθηλωτικό κείμενο.

Για το τέλος, το γραφείο ενός καλλιτέχνη και όχι ενός συγγραφέα. Ο λόγος που επέλεξα το γραφείο του Αλεξάντερ Κάντλερ για να κλείσω αυτό το post, είναι για να παρηγοριέμαι κάθε φορά που νομίζω ότι το δικό μου γραφείο είναι ακατάστατο...

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ

     Τον κυνηγούσαν δυο μέρες, χτενίζοντας την εξοχή, ώσπου τους έχασε στους πρόποδες των λόφων, και κρυμμένος τώρα μέσα σ' ένα χρυσό θάμνο, άκουγε τις φωνές τους χαμηλά στην κοιλάδα. Πίσω από ένα δέντρο, στην άκρη των λόφων, κρυφοκοίταξε κάτω στα χωράφια, όπου εκείνοι
λαχάνιαζαν σαν σκύλοι και σκάλιζαν τους φράχτες με τα μπαστούνια τους, ξεσηκώνοντας ένα σιγανό ουρλιαχτό, ενώ η καταχνιά που άρχισε ξαφνικά να πέφτει απ'τον ανοιξιάτικο ουρανό τους έκρυψε απ' τα μάτια του. Η καταχνιά ήταν γι' αυτόν μια μάνα. Ρίχνοντας το παλτό της στους ώμους του, σκέπασε το σχισμένο του πουκάμισο και το ξεραμένο αίμα στη λεπίδα του μαχαιριού. Η καταχνιά τον έκανε να νιώθει ζεστά. Είχε την τροφή και το ποτό της ομίχλης πάνω στα χείλη του και χαμογέλασε μέσα από την κάπα της σα γάτα. Απομακρύνθηκε από τους διώκτες του και την κοιλάδα και κατευθύνθηκε στους λόφους, εκεί που τα δέντρα πύκνωναν και ίσως τον οδηγούσαν στο φως και τη φωτιά και σ' ένα πιάτο σούπα. Σκέφτηκε τα κάρβουνα που θα σφύριζαν σιγανά πάνω στη σχάρα και τη νεαρή μάνα να στέκεται μονάχη. Σκέφτηκε τα μαλλιά της σα φωλιά για τα χέρια του. Έτρεξε ανάμεσα στα δέντρα και βρέθηκε σ' ένα στενό δρόμο. Ποια κατεύθυνση έπρεπε τώρα να διαλέξει; Προς ή μακριά απ' το φεγγάρι; Η ομίχλη έκρυβε το φεγγάρι, αλλά σε μια μεριά τ' ουρανού που είχε καθαρίσει , μπόρεσε να διακρίνει τις γωνίες των άστρων. Περπάτησε προς το βορρά όπου τ' αστέρια, μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι χωρίς σκοπό, άκουγαν τα πόδια του να κολλάνε και να ξεκολλάνε στη σπογγώδη γη.
     Τώρα είχε χρόνο να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. Αλλά μόλις άρχισε να συγκεντρώνεται μια κουκουβάγια έκρωξε μες στα δέντρα που κρέμονταν πάνω στο δρόμο, και σταμάτησε για να την κοιτάξει, βρίσκοντας μια γνώριμη μελαγχολία στην κραυγή της. Γρήγορα θα ορμούσε ν' αρπάξει κάποιο ποντικό, σκέφτηκε. Την παρατήρησε για μια στιγμή καθώς έσκουζε πάνω στο κλαδί της. Έπειτα, τρομαγμένος από τη θέα της, απομακρύνθηκε βιαστικά μες στη σκοτεινιά, όταν την άκουσε, μ' ένα καινούριο κράξιμο να φτεροκοπάει μακριά. Κρίμα το κουνέλι, συλλογίστηκε, η νυφίτσα θα το ρουφήξει. Ο δρόμος ανηφόριζε στ' αστέρια και τα δέντρα κι η κοιλάδα κι η ανάμνηση των τουφεκιών έσβηναν πίσω του.
     Άκουσε βήματα. Ένας γέρος ακτινοβολώντας από βροχή, πρόβαλε μέσ' από την ομίχλη.
     "Καληνύχτα κύριε", είπε ο γέρος.
     "Δεν έχει νύχτα για το γιο της γυναίκας", είπε ο τρελός. Ο γέρος σφύριξε και απομακρύνθηκε τρέχοντας σχεδόν, προς τη μεριά που ήταν τα δέντρα του δρόμου.
     "Άσε τα κυνηγόσκυλα να ξέρουν" κάγχασε ο τρελός καθώς σκαρφάλωνε στο λόφο, "άστους να ξέρουν". Και πανούργος σαν την αλεπού, γύρισε πίσω, εκεί που ο δρόμος χωριζόταν μες στην καταχνιά σε τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. 'Κατάρα στ' αστέρια", είπε και προχώρησε προς το σκοτάδι.
     Ο κόσμος ήταν μια μπάλα κάτω απ' τα πόδια του. Την κλωτσούσε καθώς έτρεχε κι αυτή κυλούσε. Τα δέντρα ανηφόριζαν. Κάπου στους βάλτους ούρλιαζε ένα κυνηγόσκυλο που είχε πιαστεί σε παγίδα. Το άκουσε κι έτρεξε πιο γρήγορα νιώθοντας τον εχθρό πάνω στα τακούνια του. "Κάντε πέρα παιδιά, κάντε πέρα", φώναξε, με τη φωνή όμως κάποιου που θα έδειχνε ένα πεφταστέρι στον ορίζοντα.
     Θυμήθηκε ξαφνικά ότι από τότε που δραπέτευσε δεν είχε κοιμηθεί καθόλου και σταμάτησε να τρέχει. Τώρα, το νερό της βροχής κουρασμένο πια να χτυπάει τη γη, έσκαζε πέφτοντας και σκορπιζόταν στον αέρα σαν τους κόκκους της άμμου. Αν μπορούσε να βρει ύπνο, ο ύπνος θα ήταν ένα κορίτσι. Τις δύο τελευταίες νύχτες, πότε τρέχοντας και πότε περπατώντας στην έρημη εξοχή, ονειρευόταν τη συνάντησή τους. "Ξάπλωσε", θα του έλεγε και θα του έδινε το φόρεμά της να ξαπλώσει πάνω του, πλαγιάζοντας και η ίδια στο πλευρό του.
     Όμως, κι αν ονειρευόταν και τα κλαδιά θρόιζαν κάτω από το τρέξιμό του σαν το φουστάνι της, ο εχθρός φώναζε στα χωράφια. Έτρεχε ασταμάτητα αφήνοντας τον ύπνο πίσω μακριά του. Κάποτε ήταν ένας ήλιος, κάποτε ένα φεγγάρι και κάποτε παλεύοντας πέταξε κάτω τον άνεμο, πριν μπορέσει να το σκάσει, όταν ο ουρανός ήταν μαύρος.
     "Πού είναι ο Τζακ", ρωτούσαν στους κήπους του ιδρύματος. "Πάνω στους λόφους μ' ένα χασαπομάχαιρο", έλεγαν χαμογελώντας. Αλλά το μαχαίρι είχε φύγει, πεταμένο και μπηγμένο σ' ένα δέντρο έτρεμε ακόμη εκεί. Δεν ένιωθε ζέστη μες στο κεφάλι του. Έτρεχε ασταμάτητα, ουρλιάζοντας για ύπνο.
     Και κείνη μόνη στο σπίτι έραβε το καινούριο της φουστάνι. Ήταν ένα φανταχτερό χωριάτικο φουστάνι με λουλούδια στο μπούστο του. Λίγες βελονιές έμεναν ακόμη και θα ήταν έτοιμο να το φορέσει. Θα έπεφτε κομψά στους ώμους της και δύο από τα λουλούδια θα πρόβαλλαν πάνω από τα στήθη της.
     Όταν θα περπατούσε με τον άντρα της τα κυριακάτικα πρωινά στους δρόμους του χωριού, τ' αγόρια θα της κρυφοχαμογελούσαν πίσω απ' την παλάμη τους και το σούρωμα του φορέματος γύρω στην κοιλιά της, θα έκανε όλες τις χήρες να κουτσομπολεύουν. Γλίστρησε μέσα στο καινούριο φουστάνι της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη πάνω από το τζάκι. Είδε ότι ήταν ωραιότερο απ' όσο φανταζόταν. Έδειχνε το πρόσωπο της πιο χλωμό και τα μαλλιά της σκοτεινά. Το άνοιγμα στο λαιμό ήταν χαμηλό.
     Ένας σκύλος σήκωσε το κεφάλι του και ούρλιαξε μες στη νύχτα. Στράφηκε βιαστικά και τράβηξε τις κουρτίνες.
     Έξω, έψαχναν στο σκοτάδι για έναν τρελό. Είχε πράσινα μάτια, έλεγαν, και ήταν παντρεμένος με μια κυρία. Έλεγαν ότι είχε κόψει τα χείλη της γιατί χαμογελούσε στους άντρες. Τον έκλεισαν κάπου, αλλ' αυτός έκλεψε ένα μαχαίρι της κουζίνας, έσφαξε το φύλακά του, και το' σκασε στις άγριες κοιλάδες.
     Από μακριά εκείνος διέκρινε το φως μες στο σπίτι και παραπατώντας, έφτασε ως τον κήπο. Ένιωθε χωρίς να βλέπει το μικρό φράχτη ολόγυρα. Το σκουριασμένο σύρμα έδερνε τα χέρια του και το ύπουλο χορτάρι σερνόταν στα γόνατά του.  Μόλις διέσχισε το φράχτη, όρμησαν να τον προϋπαντήσουν οι οικοδεσπότες του κήπου, τα κεφάλια των λουλουδιών και το σώμα της παγωνιάς. Είχε σχίσει τα δάχτυλά του, ενώ οι παλιές πληγές έσταζαν ακόμη. Γεμάτος αίματα περπάτησε έξω από το σκοτάδι του εχθρού πάνω στα σκαλοπάτια. Είπε μ' έναν ψίθυρο: "Μην τους αφήσεις να με πυροβολήσουν". Και άνοιξε την πόρτα.
     Εκείνη ήταν στη μέση της κάμαρας. Τα μαλλιά της έπεφταν ακατάστατα και τρία από τα κουμπιά στο λαιμό της ήταν ξεκούμπωτα. Τι έκανε τον σκύλο να ουρλιάξει έτσι; Τρομαγμένη από το ουρλιαχτό, ενώ λικνιζόταν στην κουνιστή πολυθρόνα, έφερε ξανά στο μυαλό της τις ιστορίες που είχε ακούσει. Τι απόγινε η γυναίκα, αναρωτήθηκε καθώς κουνιόταν. Δεν μπορούσε να φανταστεί μια γυναίκα χωρίς χείλη. Τι γίνονται οι γυναίκες χωρίς χείλη, αναρωτήθηκε.
     Η πόρτα άνοιξε χωρίς θόρυβο. Περπάτησε μες στο δωμάτιο, προσπαθώντας να χαμογελάσει, κρατώντας τα χέρια του μακριά το ένα από τ' άλλο.
     "Ω ήρθες", είπε εκείνη.
     Τότε γύρισε στην πολυθρονα της και τον είδε. Είχε παντού αίματα και στα πράσινα μάτια του ακόμα. Έφερε τα χέρια της στο στόμα.
     "Μην πυροβολείς", είπε αυτός.
     Αλλά με την κίνηση του χεριού της, τράβηξε το άνοιγμα του φουστανιού της στο λαιμό και κείνος απόμεινε να κοιτάζει εκστατικός το πλατύ, λευκό μέτωπό της, τα πανικόβλητα μάτια και το στόμα της, και χαμηλότερα, τα λουλούδια στο φόρεμά της. Με την κίνηση του χεριού της το φόρεμα χόρευε τώρα στο φως. Καθόταν μπροστά του σκεπασμένη με λουλούδια. "Κοιμήσου", είπε ο τρελός. Και γονατίζοντας κάτω, ακούμπησε το ταραγμένο κεφάλι του στην ποδιά της.

Ντύλαν Τόμας, μτφρ. Μιράντα Σταυρινού, Η Προοπτική της Θάλασσας, Εκδόσεις Πλέθρον.
Πάμπλο Πικάσο, Ο Τρελός.