Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αυτοβιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αυτοβιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΗ

     Ένα από τα πολλά στοιχεία που έχω πάρει από τη μάνα μου είναι η αγάπη για τα αυτοβιογραφικά βιβλία και κυρίως γι' αυτά που είναι γραμμένα από γυναίκες, γυναίκες οι οποίες καταφέρνουν να βρουν τον δρόμο τους και ν' αρθρώσουν τον δικό τους λόγο μέσα σε μια κοινωνία φτιαγμένη από άντρες για άντρες. Όταν, λοιπόν, η μητέρα μου μού έδωσε να διαβάσω το βιβλίο της Ξένιας Καλογεροπούλου "Γράμμα στον Κωστή" (εκδόσεις Πατάκη), δεν μπορούσα να τ' αφήσω από τα χέρια μου: μέσα σε μια μέρα το είχα τελειώσει κι ύστερα μετάνιωσα που το διάβασα τόσο λαίμαργα, αντί να πάρω τον χρόνο μου και να το κάνω να κρατήσει περισσότερο. Ήταν όμως αδύνατο. Είναι τέτοια η αμεσότητα του λόγου και η ζωντάνια της αφήγησης, που απορροφήθηκα από τις αναμνήσεις που καταγράφει, άλλοτε μελαγχολικά, άλλοτε με χιούμορ, ποτέ όμως με πικρία. Το πατρικό της στο Ψυχικό, τα ελληνικά νησιά της δεκαετίας του '40 και του '50, οι αθηναϊκοί θίασοι και οι περιοδείες τους στην επαρχία συνθέτουν μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια, υπάρχουν όμως οι άνθρωποι που διαμορφώθηκαν μέσα σ' αυτήν, όπως η ίδια η συγγραφέας, οι αγαπημένες της φίλες Μαρίνα Καραγάτση και Άλκη Ζέη, καθώς και πολλά άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο με τρυφερότητα, γενναιοδωρία και κατανόηση.
     Ωστόσο, το πρόσωπο που σφραγίζει με την απουσία/παρουσία του όλο το βιβλίο, είναι ο Κωστής Σκαλιόρας, ο αγαπημένος της, που έφυγε από τη ζωή το 2013 και που, γράφοντάς του αυτό το γράμμα, συνεχίζει να μοιράζεται τη ζωή της μαζί του. Μ' αυτό το βιβλίο, λοιπόν, μετουσιώνει τον πόνο της απώλειας σε δημιουργία, αποκαλύπτοντας παράλληλα τον εαυτό της, έναν άνθρωπο γεμάτο αρχοντιά και ταπεινότητα, με δίψα για ζωή και ανθρώπινη επικοινωνία. Πάνω απ' όλα, το "Γράμμα στον Κωστή" αξίζει γιατί μας δείχνει πώς είναι το να ζει κανείς τη ζωή του με νόημα και ουσία, αγαπώντας και δημιουργώντας, πώς είναι, δηλαδή, το να ζει τη ζωή του καλά.

Υ.Γ.: Πάντα θεωρούσα την Καλογεροπούλου μια πολύ όμορφη γυναίκα, η οποία, μάλιστα, όσο μεγαλώνει γίνεται ακόμα πιο όμορφη και λαμπερή. Νομίζω ότι στην περίπτωσή της ταιριάζει αυτό που μου είχε πει πριν χρόνια μια αγαπημένη φίλη: "όταν είμαστε νέοι, έχουμε το πρόσωπο που μας έχει δώσει η φύση· όταν μεγαλώνουμε, έχουμε το πρόσωπο που εμείς οι ίδιοι έχουμε φτιάξει για τον εαυτό μας".


Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

ΟΙ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΜΟΥ

     Πριν από ένα περίπου μήνα, στο αποκορύφωμα της ντικενσιανής μου περιόδου, πήγα στο βιβλιοπωλείο ν' αγοράσω τον "Ζοφερό Οίκο" κι όπως κάθε φορά που πάω να πάρω ένα βιβλίο, καταλήγω να παίρνω δύο ή τρία και μετά να προσπαθώ να τα στριμώξω ανάμεσα στα υπόλοιπα, στα ήδη ασφυκτικά γεμάτα ράφια της βιβλιοθήκης. Ξέρω πολύ καλά ότι όλοι οι μανιώδεις αναγνώστες λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο και ξέρω ακόμα ότι δεν υπάρχει σωτηρία, ούτε με τις δανειστικές βιβλιοθήκες ούτε με τα ebooks: τα βιβλία θα εξακολουθούν να στοιβάζονται και να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο στα ράφια και τα γραφεία... Πάντως, αυτή τη φορά, αν εξαιρέσουμε τον "Ζοφερό Οίκο", που έχει πάνω από χίλιες σελίδες και μπορεί να χρησιμεύσει ωραιότατα και ως μίνι ατομικό τραπεζάκι, τα δύο επιπρόσθετα βιβλία είναι τόσο λεπτά, που χώρεσαν άνετα στη βιβλιοθήκη. Το πρώτο είναι το "Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;", του Κερτ Βόνεγκατ, για το οποίο έχω ήδη γράψει, και το άλλο, "Οι Βιβλιοθήκες μου", του Βαρλάμ Σαλάμοφ, για το οποιο θα γράψω σ' αυτό εδώ το post.
     Ο Σαλάμοφ, αν και φανατικός αναγνώστης, δεν είχε ποτέ το πρόβλημα της συσσώρευσης των βιβλίων που ανέφερα πιο πάνω, μιας και η μοναδική βιβλιοθήκη που απέκτησε στη ζωή του ήταν αυτή που είχε όταν ήταν τριών χρονών κι αποτελούνταν από δύο μόνο βιβλία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, διάβασε πάρα πολλά βιβλία, δεν ήταν όμως δικά του· ήταν τα βιβλία των δημόσιων βιβλιοθηκών, είτε του δήμου είτε της φυλακής. Πρώτα ήταν η εργατική βιβλιοθήκη στην πατρίδα του, το Βόλογκντα, από την οποία ο Σαλάμοφ θυμάται τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου ξύλου στα ράφια, που "ενωνόταν με τη λεπτή μυρωδιά του χρόνου στο χαρτί και της σκόνης στα βιβλία", γεμίζοντάς τον με ευτυχία. Όταν ο Σαλάμοφ πηγαίνει στη Μόσχα για να σπουδάσει νομικά, δουλεύοντας παράλληλα σ' ένα βυρσοδεψείο, περνά τα βράδια διαβάζοντας σε μια αίθουσα βιβλιοθήκης. Τα πράγματα αλλάζουν το 1929, όταν τον συλλαμβάνουν για πρώτη φορά λόγω της αντισταλινικής του δράσης. Από τότε ως το 1956, που του έδωσαν την άδεια να επιστρέψει επιτέλους στη Μόσχα, οι βιβλιοθήκες του είναι κυρίως οι βιβλιοθήκες των φυλακών. Εξαιρούνται βέβαια, τα χρόνια στα γκούλαγκ της Κολιμά, τον "τόπο του λευκού θανάτου", όπου δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες, δεν υπάρχουν καν βιβλία. Μόνο όταν, μισοπεθαμένος, καταλήγει στο νοσοκομείο, έρχεται ξανά σ' επαφή μ' ένα βιβλίο, που τον βοηθά να κρατήσει ζωντανή τη φλόγα της ζωής; "Διάβασα το βιβλίο αυτό με πολλή προσοχή, αρκετές φορές, και η αίσθηση του αναγνώστη που με πάθος μπαίνει στον κόσμο του συγγραφέα μου ξαναήρθε. Να γιατί έχει σημασία για μένα να θυμάμαι αυτό το βιβλίο. Τα βιβλία ξαναγύρισαν σε μένα πιο γρήγορα από τις γυναίκες· τα βιβλία είχαν περισσότερη δύναμη από τις γυναίκες." Στο νοσοκομείο, έχει την τύχη να δουλέψει ως βοηθός γιατρού και να μπορέσει να επιβιώσει. Παράλληλα, χάρη στη νοσοκομειακή βιβλιοθήκη, ανακτά την επαφή του με το διάβασμα και ξαναγυρνά σιγά σιγά στη ζωή. Λίγο πριν γυρίσει στη Μόσχα, πιάνει δουλειά σ' ένα εργοστάσιο τύρφης και συγχρόνως ανακαλύπτει μια εκπληκτική δημόσια βιβλιοθήκη: "Η εξαιρετική βιβλιοθήκη του Καράγιεφ -δεν υπήρχε εκεί ούτε ένα βιβλίο που να μην αξίζει να το διαβάσεις- με ανάστησε, με όπλισε για τη ζωή ξανά· όσο γινόταν". Η ζωή, ωστόσο, ποτέ δεν ήταν γενναιόδωρη μαζί του. Ο Σαλάμοφ κωφός, σχεδόν τυφλός και χτυπημένος από τη νόσο του Πάρκινσον, πεθαίνει το 1982, έχοντας δημοσιεύσει στη χώρα του ελάχιστα μόνο από τα έργα του. Το σημαντικότερο, οι "Ιστορίες από την Κολιμά" (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίνδικτος), δεν δημοσιεύτηκε στη Ρωσία παρά το 1989.
     Το βιβλιαράκι κλείνει με τη φράση "Λυπάμαι που ποτέ δεν ειχα τη δική μου βιβλιοθήκη" και τ' απλά αυτά λόγια, με την ηρεμία και τη στωικότητά τους, κρύβουν μέσα τους όλη τη ρημαγμένη ζωή του συγγραφέα του. Οι φράσεις του, λιτές, απαλές και συγχρόνως σπαρακτικές, μας αφήνουν να μαντέψουμε όσα πέρασε κι ο απογυμνωμένος λόγος του, που θυμίζει Μπάμπελ, χωρίς όμως ίχνος από τη σκληρότητά του, κρύβει μια τρυφερότητα που γίνεται ολοφάνερη όταν μιλά για τα βιβλία, τα οποία του μετάγγισαν τη δύναμη για ζωή και προστάτεψαν την ανθρώπινη υπόστασή του. Όλη αυτή η ταπεινή, ευλαβική αγάπη του Σαλάμοφ για τα βιβλία συμπυκνώνεται στην προτελευταία φράση: "τα βιβλία είναι ό,τι καλύτερο έχουμε στη ζωή, είναι η αθανασία μας".

Υ.Γ.: Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα, σε εξαιρετική μετάφραση της υπέροχης κυρίας των Ελληνικών Γραμμάτων, Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ.


Κυριακή 10 Μαΐου 2015

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΜΑΔΕΣ (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ)

     Ο George Harrison πίνει μια μπύρα μαζί με τη μητέρα του, η οποία τον κοιτάζει με ολοφάνερη λατρεία λίγο πριν κατεβάσει κι αυτή μια γουλιά. Ό,τι κι αν ονειρευόταν εκείνη τη στιγμή για τον γιο της, δεν υπάρχει περίπτωση να μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος της επιτυχίας του μ' εκείνο το συγκρότημα που είχε φτιάξει με κάτι παιδιά από το σχολείο...

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε ένα παχουλό νήπιο που δεν είναι άλλος από τον Keith Richards. Από το βλέμμα καταλαβαίνουμε ότι ήταν ζόρικος ακόμα και ως πιτσιρίκι, αλλά τουλάχιστον τότε η μαμά κρατούσε σφιχτά τα λουριά· μετά που τα χαλάρωσε, τα είδαμε τα χαΐρια του γιου της, τα οποία μπορούμε άλλωστε και να διαβάσουμε στην απολαυστικότατη αυτοβιογραφία του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροδακιό (σειρά Λατέρνατιβ) και συμπυκνώνεται στο τρίπτυχο sex and drugs and rock and roll στην πιο καθαρόαιμη μορφή του.

     Κι η αγαπημένη μου Μέριλιν, απαστράπτουσα, δίπλα στη μαμά της. Η Μέριλιν δεν ήταν τυχερό παιδί: ούτε γνώρισε τον πατέρα της ούτε έζησε μαζί με τη μητέρα της, που έπασχε από μανιοκατάθλιψη και περνούσε μεγάλα διαστήματα στο νοσοκομείο. Το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας η Μέριλιν το πέρασε στο ορφανοτροφείο και σε ανάδοχες οικογένειες, από τις οποίες όμως καμιά δεν την υιοθέτησε μιας και η μητέρα της δεν ήθελε να υπογράψει τα χαρτιά υιοθεσίας -υποθέτω ότι δεν ήθελε, έστω και τυπικά, να της πάρουν την κόρη της.

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε τη μητέρα ενός συγγραφέα αλλά όχι τον ίδιο τον συγγραφέα, καθώς η μητέρα του Γεώργιου Βιζυηνού δεν ποζάρει μαζί με το "Γιωργί" της αλλά με τον άλλο της γιο, τον Μιχαήλο, και τη γυναίκα του. Δε μπορούσα όμως να μην τη συμπεριλάβω στο αφιέρωμα, εφόσον κατέχει τόσο σημαντικό ρόλο στο έργο του γιου της και γενικότερα στην ελληνική λογοτεχνία με το συγκλονιστικό Αμάρτημα της Μητρός μου. Η ζωή μπορούσε να γίνει πολύ σκληρή για τις φτωχές γυναίκες στα Βαλκάνια, στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά ειδικά γι' αυτή την γυναίκα, που είδε όλα της τα παιδιά να πεθαίνουν με τραγικό τρόπο, παραήταν σκληρή.

     Σ' αυτή την οικογενειακή φωτογραφία βλέπουμε τον Νίκο Καζαντζάκη (όρθιος πάνω αριστερά) μαζί με τη μητέρα του που κάθεται δίπλα στον αδερφό της και άλλα μέλη της οικογένειάς τους. Διαβάζοντας το εκπληκτικό βιβλίο του ψυχιάτρου Πέτρου Χαρτοκόλλη "Λογοτεχνία και Ψυχανάλυση" από τις εκδόσεις Θεμέλιο, αντιλήφθηκα το, κατά κάποιο τρόπο, δράμα του Καζαντζάκη: ενώ πάσχιζε να μοιάσει στη ρωμαλέα προσωπικότητα του πατέρα του, τον αρχετυπικό Κρητικό που περιγράφει στον καπετάν Μιχάλη, στην πραγματικότητα είχε την εύθραυστη ιδιοσυγκρασία της μητέρας του, πράγμα που δε μπόρεσε ποτέ να αποδεχτεί. Ίσως αυτή η αίσθηση ότι προσπαθεί να πείσει για κάτι που δεν είναι και κρύβεται πίσω από τα μεγάλα λόγια του τύπου "δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λέφτερος" να είναι που με απωθεί στο έργο του.

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε τον Τσέχοφ με τη μητέρα του και τις δύο αδερφές του. Ούτε ο Τσέχοφ είχε χαρούμενα παιδικά χρόνια -δεν ξέρω αν υπάρχει μεγάλος συγγραφέας με χαρούμενα παιδικά χρόνια, είμαι όμως σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχει μεγάλος Ρώσος συγγραφέας με χαρούμενα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας του, όπως και ο πατέρας του Ντοστογιέφσκι, ήταν αυταρχικός, βίαιος και μέθυσος, ενώ η μητέρα του, που υπέφερε όπως και τα παιδιά της από τα ξεσπάσματα του άντρα της, προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν άλλο, πιο χαρούμενο κόσμο γι' αυτά, μέσα από τις ιστορίες που τους αφηγούνταν για τα ταξίδια που έκανε σε όλη τη Ρωσία μαζί με τον έμπορο πατέρα της.

     Από τις οικογενειακές φωτογραφίες δε θα μπορούσε να λείπει αυτή του Μαρσέλ Προυστ μαζί με τον αδερφό του Ρομπέρ και την αγαπημένη του μητέρα, της οποίας τα χαρακτηριστικά έχει δώσει στους χαρακτήρες της μητέρας και της γιαγιάς του αφηγητή στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο. Ο Προυστ ήταν εξαιρετικά δεμένος με τη μάνα του· όντας φιλάσθενος ως παιδί, ενέπνευσε στη μητέρα του μια υπερπροστατευτική συμπεριφορά, που μάλλον τον οδήγησε ν' αναπτύξει μια ανυπόφορη ευαισθησία που άγγιζε (για να μην πω ξεπερνούσε) την υποχονδρία.

     Το αφιέρωμα στις μαμάδες θα κλείσει με τη φωτογραφία του Μπρεχτ και του αδερφού του μαζί με τη μητέρα τους. Πέρα από το ότι ο Μπρεχτ φαίνεται να ήταν ένα γλυκύτατο παιδάκι, έχει γράψει ένα συγκλονιστικό ποίημα για τον θάνατο της μητέρας του, με το οποίο θα ήθελα να κλείσω αυτό εδώ το post:

Τη μορφή της δεν τη θυμάμαι πια, πώς ήταν πριν οι πόνοι της 
αρχίσουν. Αποκαμωμένη, ανασήκωνε τα μαύρα μαλλιά της
απ' το ξεσαρκωμένο μέτωπό της - το βλέπω ακόμα 
κείνο το χέρι να σαλεύει.

Χειμώνες είκοσι τη φοβερίσαν, τα βάσανά της δεν είχαν σωσμό,
κι ο θάνατος ντρεπόταν σαν τη ζύγωνε. Και τότε πέθανε, 
και το κορμί της ήτανε σαν παιδιού κορμί.

Στο δάσος είχε μεγαλώσει.

Πέθανε ανάμεσα σε πρόσωπα που' χαν τραχύνει βλέποντας
την τόσο καιρό να ξεψυχάει. Τη συγχωρέσαμε που έτσι βασανίστηκε,
μα κείνη είχε χαθεί ανάμεσα στα πρόσωπά μας, 
προτού να σβήσει ολότελα.

Τόσοι και τόσοι μας αφήνουνε χωρίς να τους κρατήσουμε.
Έχουμε πει το καθετί, τίποτα πια δεν έχει απομείνει ανάμεσα σε
μας κι εκείνους, σκληραίνουνε τα πρόσωπά μας σαν χωρίζουμε.
Κι όμως το πιο σπουδαίο δεν το είπαμε, τόσο αναμασούσαμε 
τ' ασήμαντα.

Ω, γιατί τα πιο σπουδαία να μην τα πούμε, ήτανε τόσο εύκολο,
και τώρα θα κολαστούμε για τη σιωπή μας. 
Εύκολες ήταν οι λέξεις, σφίγγονταν πίσω από τα δόντια μας.
Καθώς γελούσαμε έπεσαν,
και τώρα το λαιμό μας πνίγουν.

Το δείλι, χτες, πρωτομαγιά, πέθανε η μητέρα μου!
Και δε μπορώ από τη γη να τηνε ξεριζώσω με τα νύχια μου!

Μπέρτολντ Μπρεχτ, "Ποιήματα", μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Εκδόσεις Θεμέλιο


ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΜΑΔΕΣ (ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ)

     Σήμερα είναι η γιορτή της μητέρας, οπότε το σημερινό post, που περιλαμβάνει φωτογραφίες αγαπημένων συγγραφέων και καλλιτεχνών με τις μητέρες τους, είναι αφιερωμένο στις μαμάδες. Οι περισσότεροι θαμώνες του bibliokult είναι εδώ: η Μέριλιν, ο Μπάουιο Ταρκόφσκιο Τσέχοφ κι άλλοι πολλοί, μαζί με τις γυναίκες που τους έφεραν στη ζωή.


     Η Billie Holiday ξεκινά την αυτοβιογραφία της μ' αυτά τα λόγια: "η Μαμά κι ο Μπαμπάς ήταν ακόμη παιδιά όταν παντρευτήκανε. Αυτός ήταν δεκαοχτώ χρονών, η μαμά δεκάξι κι εγώ τριών". Η μητέρα της έκανε ό,τι μπορούσε για να μεγαλώσει την κόρη της, ωστόσο μια φτωχή μαύρη στο γκέτο της Βαλτιμόρης, στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα δε μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα..

     Η μητέρα του Bob Dylan αγκαλιάζει τον γιο της γεμάτη χαρά και περηφάνια. Φαίνεται ότι δεν του κράτησε καμία κακία που άλλαξε το επίθετό του από Zimmerman σε Dylan, ούτε που παράτησε τις σπουδές του κι έφυγε για τη Νέα Υόρκη, αλλάζοντας για πάντα όχι μόνο τη ζωή του αλλά και τη μουσική.

          Ο David Bowie ποζάρει μαζί με τη μητέρα του και αποδεικνύει περίτρανα την παντοδυναμία του DNA: είναι ολόιδιοι.

     Ο Μπόρχες ζούσε μαζί με την μητέρα του ως τον θάνατό της στα 99 της χρόνια, με ένα μικρό διάλειμμα τα τρία χρόνια που ο γιος της ήταν παντρεμένος. Λέγεται βέβαια ότι η ίδια, όταν ήταν ήδη 90 χρονών, ώθησε τον Μπόρχες σ' αυτόν τον γάμο, γιατί ήθελε να είναι σίγουρη ότι κάποια θα φροντίζει τον τυφλό γιο της όταν εκείνη θα έχει πεθάνει, Φαίνεται όμως ότι ο Μπόρχες δεν άντεξε για πολύ μακριά από τη μανούλα...

     Σ' αυτή τη φωτογραφία, η δίχρονη Βιρτζίνια Γουλφ βρίσκεται στην αγκαλιά της μητέρας της, της οποίας ο ξαφνικός θάνατος στα 13 της χρόνια σημάδεψε τη ζωή της -και ποιου παιδιού δε σημαδεύει τη ζωή άλλωστε; Οι αναμνήσεις από τη μητέρα της αλλά και το πώς με την απώλειά της χάθηκαν οι ισορροπίες σε όλη την οικογένεια περιγράφονται στο αυτοβιογραφικό αριστούργημά της "Μέχρι τον Φάρο". Αν θα πρότεινα ένα μόνο βιβλίο για τούτο το καλοκαίρι, θα ήταν αυτό.

     Όταν ο ποιητής Αρσένι Ταρκόφσκι εγκατέλειψε την οικογένειά του, ο γιος του Αντρέι, που ήταν τότε τεσσάρων ετών, έμεινε με τη μητέρα του, την αδερφή του και τη γιαγιά του. Ίσως αυτή η έντονη γυναικεία παρουσία στη ζωή του να σχετίζεται με την τρυφερότητα και τη ζεστασιά που αποπνέουν οι εικόνες του. Η ίδια η μητέρα του πάντως έχει παίξει στον εν πολλοίς αυτοβιογραφικό Καθρέφτη. Η επόμενη, μετά τον  Καθρέφτη ταινία του, η Νοσταλγία, είχε κι αυτή πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπως αυτό το απόσπασμα , που ανέβασα στο bibliokult την περσινή Μέρα της Μητέρας.

     Δε νομίζω να υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από αυτόν της μάνας που χάνει το παιδί της -κι είναι όλος αποτυπωμένος στο πρόσωπο της μητέρας του αυτόχειρα ποιητή Μαγιακόφσκι. Πώς μπορούν να κρατηθούν στη ζωή όταν χάνουν ό,τι αγαπούν περισσότερο; Νομίζω ότι η ίδια τους η αγάπη για το παιδί τους είναι που τις κρατά στη ζωή· όσο μένουν ζωντανές, μένει ζωντανή η θύμηση του παιδιού τους, μένει ζωντανό κάτι από το αγαπημένο πρόσωπο που δεν υπάρχει πια κι αυτό είναι αρκετό για να μπορέσουν εκείνες να συνεχίσουν να υπάρχουν.

     Η μητέρα του Αλμπέρ Καμύ, τον οποίο μεγάλωσε μόνη με πάρα πολλές στερήσεις, αγγίζει με τρυφερότητα τη φωτογραφία του γιου της, που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στις 4 Ιανουαρίου του 1960, λίγο πριν κλείσει τα 47 του χρόνια.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Η PATTI SMITH ΣΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ CBGB'S

   
     Τα δύο προηγούμενα ποστ είχαν σχέση με την Patti Smith κι αυτό δεν ήταν τυχαίο, μιας και πρόσφατα τελείωσα το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Just Kids, που μιλά για τη σχέση της με τον Robert Mapplethorpe, μια σχέση που ξεκίνησε ως έρωτας και στη συνέχεια μεταμορφώθηκε σε μια βαθιά φιλία. Το βιβλίο είναι μεθυστικό: δείχνει πως ήταν να ζει κανείς στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του '70, όντας νεαρός καλλιτέχνης με πάρα πολλά όνειρα και πάρα πολύ λίγα χρήματα, εκστατικά πεινασμένος για νέες εμπειρίες, που προσφέρονταν αφειδώς -αρκεί να είχες το θάρρος να βουτήξεις μέσα τους. Αυτό που περίμενα περισσότερο να διαβάσω ήταν η εποχή του CBGB's, του μέρους όπου γεννήθηκε το αμερικάνικο πανκ.- κι αυτό γιατί η πιο έντονη εικόνα της Patti Smith στο μυαλό μου είναι ν' απαγγέλλει στη σκηνή του κλαμπ τον στίχο "Jesus died for somebody's sins but not mine". Ωστόσο, δεν αφιερώνει πολλές γραμμές του βιβλίου στο CBGB's, ενώ αντίθετα γράφει πολλά για την εποχή που έμενε σ' ένα άλλο ένα θρυλικό μέρος του νεοϋορκέζικου αντεργκράουντ, το Chelsea Hotel, το "κουκλόσπιτο στη ζώνη του λυκόφωτος" όπως το αποκαλεί -και πρόκειται μάλιστα για τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου.
     Ας δούμε όμως τι γράφει για το CBGB's και μετά ας δούμε και πώς το αποχαιρέτισε την τελευταία βραδιά πριν κλείσει για να γίνει -o tempora o mores!- πανάκριβο κατάστημα ρούχων: "Το CBGB ήταν το ιδανικό μέρος για ν' ακουστεί ένα εγερτήριο σάλπισμα. Ήταν ένα κλαμπ από τη μεριά των περιθωριακών και τραβούσε μια παράξενη φυλή που καλωσόριζε καλλιτέχνες ακόμη ατραγούδιστους. Το μόνο πράγμα που ο Hilly Krystal ζητούσε από κείνους που έπαιζαν εκεί ήταν να είναι καινούριοι. Υπάρχουν πολλά πράγματα που θυμάμαι από αυτή την εποχή: η μυρωδιά του κάτουρου και της μπύρας. Οι περίπλοκες διαδρομές της κιθάρας του Richard Loyd και του Tom Verlaine, καθώς αποκορυφώνουν το Kingdom Come. Να παίζω μια εκδοχή του Land που ο Lenny αποκαλούσε πύρινη ζώνη, με τον Johnny να βάζει φωτιά καθώς έτρεχε προς εμένα από την όξινη νύχτα όπου βασίλευαν τα άγρια αγόρια, από το κλειδωμένο ερμάρι σε μια θάλασσα από δυνατότητες που διοχετεύονταν από τα μυαλά του Robert και του William που κάθονταν μπροστά μας. Η παρουσία του Lou Reed, του οποίου η εξερεύνηση της σχέσης ποίησης και ροκ εντ ρολ μας βοήθησε όλους πολύ. Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σκηνή και τους ανθρώπους και τα πρόσωπα όλων αυτών που μας στήριζαν. Και το τέλος κάθε νύχτας, καθώς στεκόμουν μπροστά στην τέντα με τα πύρινα γράμματα CBGB& OMFG, παρακολουθώντας τα αγόρια να φορτώνουν τον ταπεινό εξοπλισμό μας στο πίσω μέρος του Impala '64 του Lenny."








Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

     Το βίντεο στο προηγούμενο post  ήταν από το 1961 στο San Francisco και απεικονίζει τη φάση του rock and roll, με τη μπριγιαντίνη στα μαλλιά, τα φλιπεράκια και τις νεανικές συμμορίες. Την ίδια ακριβώς χρονιά, στην άλλη άκρη της χώρας είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μια άλλη, εντελώς διαφορετική τάση, η οποία θα σημάδευε ολόκληρη τη δεκαετία του '60. Μιλάω βέβαια για τη folk σκηνή στοVillage της Νέας Υόρκης, την οποία περιγράφουν με τον δικό τους, ιδιοφυώς σαρκαστικό τρόπο, οι αδερφοί Κοέν στην τελευταία τους ταινία, Inside Llewyn Davis: μια κοινότητα ανθρώπων που είχαν αντιληφθεί ότι οι καιροί αλλάζουν, που ασφυκτιούσαν με την κομφορμιστική ευδαιμονία της αμερικάνικης κοινωνίας κι απέπνεαν έναν άλλον αέρα, τον αέρα της ελευθερίας. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα της ανεμελιάς, του πειραματισμού και της ορμητικής προσδοκίας για τη νέα εποχή που έρχεται, αντανακλάται στο διάσημο εξώφυλλο του "Freewheelin' Bob Dylan". Κι ακόμη, πέρα απ' αυτά, αντανακλάται ο έρωτας δύο ωραίων, νέων ανθρώπων, που μοιάζουν πλήρως απορροφημένοι ο ένας από τον άλλο κι απόλυτα αυτάρκεις μέσα στον έρωτά τους. Ο ένας είναι βέβαια o Bob Dylan και η αγαπημένη του, η Suze Rotolo, για την οποία μέχρι πρόσφατα δεν ήξερα τίποτε άλλο, πέρα από το ότι είναι το κορίτσι στο εξώφυλλο του "Freewheelin' Bob Dylan". Τις τελευταίες μέρες όμως, με αφορμή την ταινία των Κοέν, όπου ο Dylan δεν εμφανίζεται παρά στο τέλος αλλά είναι στο μυαλό του θεατή σ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, έψαξα αρκετά για τη γυναίκα αυτή και διαπίστωσα ότι ήταν πολύ μα πολύ σπουδαία.
     Η Rotolo λοιπόν, γεννήθηκε στο Queens της Νέας Υόρκης το 1943. Οι γονείς της, ιταλικής καταγωγής, ήταν μέλη του αμερικάνικου κομμουνιστικού κόμματος κι έδωσαν στις κόρες τους ανάλογη ανατροφή, πράγμα που σιγουρα δεν τις έκανε ιδιαίτερα δημοφιλείς στην ψυχροπολεμική Αμερική του '50. Κάποια στιγμή η Suze  πήρε το μετρό από το Queens για το Village - το μέρος όπου κατέληγαν όλοι όσοι ένιωθαν ότι δεν "κολλάνε" αλλού - και δε γύρισε ποτέ πίσω. Εκεί γνώρισε και τον Bob Dylan, στο Riverside Church Folk Concert, τον Ιούλιο του 1961. Εκείνος ήταν 20 κι αυτή 17. Ο ίδιος ο Dylan περιγράφει την πρώτη τους συνάντηση στην αυτοβιογραφία του ως εξής: "Από την πρώτη στιγμή, δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Ήταν το πιο ερωτικό πλάσμα που είχα δει. Είχε σταρένιο δέρμα και χρυσά μαλλιά, καθαρόαιμη Ιταλίδα. Ο αέρας γέμισε ξαφνικά με μπανανόφυλλα. Αρχίσαμε να μιλάμε και το κεφάλι μου άρχισε να στριφογυρίζει. [...] Γνωρίζοντάς την, ήταν σαν να μπήκα στις ιστορίες του Χίλιες και Μια Νύχτες. Είχε ένα χαμόγελο που μπορούσε να φωτίσει ένα δρόμο γεμάτο κόσμο και ήταν όλο ζωντάνια, είχε ένα είδος αισθησιασμού - ένα ζωντανό άγαλμα του Rodin." Η Rotolo ήταν αυτή που έστρεψε τον Dylan σε πιο πολιτικοποιημένα τραγούδια και τον έφερε σ' επαφή με την ποίηση του Ρεμπώ και του Αρτώ, όπως επίσης και με το έργο του Μπρεχτ. Το ζευγάρι άρχισε να συζεί στις αρχές του 1962, πράγμα που δεν ενέκρινε καθόλου η οικογένεια της Rotolo. Σύμφωνα με την ίδια, "δημιουργήσαμε αυτόν τον ιδιωτικό κόσμο. Αναζητούσαμε την ποίηση και τη βρήκαμε ο ένας στον άλλο. Είμασταν τόσο υπερευαίσθητοι, και οι δύο. Γι' αυτό ήταν μια καλή σχέση, αλλά γι' αυτό ήταν και δύσκολη."
     Πράγματι, καθώς η φήμη του Dylan μεγάλωνε, η σχέση τους γινόταν όλο και πιο δύσκολη για τη Suze. Όπως γράφει η ίδια στο βιβλίο της Freewheelin Time (το οποίο ξεκίνησα προχθές και θα σας πω περισσότερα όταν το τελειώσω), "ο Bob ήταν χαρισματικός: ήταν γεμάτος φως, ένας φάρος, αλλά ήταν και μια μαύρη τρύπα. ΄Ηθελε αφοσίωση, υποστήριξη και προστασία, που δε μπορούσα να του προσφέρω με σταθερότητα και συνέπεια, μάλλον επειδή τα χρειαζόμουν και η ίδια." Το 1963, η Rotolo έμεινε έγκυος και αποφάσισε να κάνει έκτρωση, κάτι που τελικά το ζευγάρι δεν κατάφερε να ξεπεράσει και, σε συνδυασμό με την παράλληλη σχέση του Dylan με τη Joan Baez και την εχθρότητα της οικογένειας Rotolo, τους οδήγησε στο χωρισμό το 1964. Η Rotolo, αφού αρνήθηκε να περιοριστεί στο ρόλο της γυναίκας στο πλάι ενός σπουδαίου άντρα, συνέχισε να επιδιώκει τη δική της προσωπική εξέλιξη: έγινε αναγνωρισμένη καλλιτέχνις, δίδαξε στο Parsons School of Design και συνέχισε να συμμετέχει ενεργά στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα ως το θάνατό της, το 2011. Εν τω μεταξύ, παντρεύτηκε και έκανε ένα γιο, που επίσης ασχολείται με τη μουσική. Για δεκαετίες απέφευγε να μιλά για τη σχέση της με τον Dylan, η οποία, όπως έλεγε η ίδια, ήταν ο ελέφαντας στο δωμάτιο της ζωής της. Για πρώτη φορά μίλησε στο ντοκιμαντέρ του Scorsese No Direction Home, το 2005 και στη συνέχεια, το 2008, έγραψε το δικό της βιβλίο για τη ζωή των ανθρώπων "που είχαν κάτι να πουν και όχι κάτι να πουλήσουν" στο Village της Νέας Υόρκης, στις αρχές της δεκαετίας του '60, σε μια εποχή ελευθερίας.

Ο Dylan, η Rotolo και ο Dave Van Ronk, στον οποίο βασίστηκαν οι Κοέν για τον κεντρικό χαρακτήρα στο Inside Llewyn Davis.




Οι παραπάνω φωτογραφίες προέρχονται από το oldloves.tumblr.com και οι πληροφορίες κυρίως από αυτό το άρθρο των New York Times. Ας ακούσουμε κι ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι του Dylan, το οποίο έγραψε για τη Rotolo την εποχή που έλειπε στην Ιταλία για να παρακολουθήσει ένα εξάμηνο στο Πανεπιστήμιο της Perugia. Το τραγούδι είναι το Boots of Spanish Leather.


Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Ο ΕΛΙΑΣ ΚΑΝΕΤΙ ΩΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΥΣ

     Θυμάμαι μια σκηνή στην τηλεόραση από τα μέσα της δεκαετίας του 90: η Μαλβίνα Κάραλη κάθεται οκλαδόν έξω από τον Έλατο στην Πλατεία Λαυρίου και μοιράζει στους περαστικούς τον "Πειρασμό της Αθωότητας" του Πασκάλ Μπρυκνέρ από τις εκδόσεις Αστάρτη. Η άψογη γαλλική προφορά με την οποία πρόφερε το όνομα του συγγραφέα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ατμόσφαιρα της περιοχής στα πέριξ της Ομόνοιας. Αναμφίβολα, ήταν μια εκκεντρική ενέργεια, όπως εκκεντρική ήταν και η ίδια η Μαλβίνα Κάραλη, ωστόσο, μπορώ να την κατανοήσω γιατί κι εγώ έχω νιώσει παρόμοιο ενθουσιασμό για κάποιο βιβλίο, την τρίτομη αυτοβιογραφία του Ελίας Κανέτι από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Μάλιστα, είχα πάρει 2-3 αντίτυπα του πρώτου τόμου και τα είχα χαρίσει σε φίλους, περιμένοντας με αγωνία τις εντυπώσεις τους. Ήταν το πιο κοντινό σ' αυτό που έκανε η Κάραλη,  που θα μπορούσα κι εγώ, ως ιδιοσυγκρασία, να πράξω για να διαδώσω ένα αγαπημένο βιβλίο.
     Θα μπορούσα να γράψω κατεβατά ολόκληρα για το έργο αυτό, για την οξεία, διεισδυτική ματιά του, για την εξαντλητική παρατηρητικότητά του που δεν κουράζει ποτέ τον αναγνώστη και για το συνδυασμό ηρεμίας και πάθους στο ύφος του. Θα μπορούσα ακόμα να γράψω για τους κόσμους που ανοίγονται ολοζώντανοι μέσα από τις περιγραφές του: τα Βαλκάνια των Σεφαραδιτών Εβραίων, το μποέμ Βερολίνο του Μεσοπολέμου και την αστική Βιέννη των διανοουμένων. Ισως κάποια άλλη φορά. Σήμερα θα μιλήσω για τους συγγραφείς και τα βιβλία τα οποία ο Κανέτι, ως φανατικός βιβλιόφιλος, συστήνει στον αναγνώστη. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία και η συστηματικότητα με την οποία διάβαζε μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Μπόρχες, ωστόσο, η ψυχρή εγκεφαλικότητα του Αργεντίνου με την αγγλική καταγωγή με απωθεί, ενώ το πάθος του Βαλκάνιου με πείθει πολύ περισσότερο.
     Πρώτα πρώτα είναι τα βιβλία που εκείνος αγαπούσε: το έπος του Γκίλγκαμες, μέσα απο το οποίο αποφάσισε ότι όλη η ζωή του θα είναι ένας αγώνας ενάντια στο θάνατο, οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, που τον βοήθησαν να κατανοήσει, όντας ακόμα μαθητής, τα πολιτικά γεγονότα και τις ταραχές στη Γερμανία της δεκαετίας του 20, το Παλτό του Γκόγκολ, του σπουδαιότερου, κατά τη γνώμη του, Ρώσου συγγραφέα, και ο Βόιτσεκ του Μπίχνερ, το βιβλίο που η γυναίκα του έκρυψε όταν ο Κανέτι έγραφε το πρώτο και μοναδικό του μυθιστόρημα, την Τύφλωση, γιατί θεωρούσε ότι αν το διάβαζε θα εγκατέλειπε κάθε προσπάθεια να γράψει. Τι καλύτερο μπορούσε να γραφτεί μετά απ' αυτό;
     Μετά είναι οι συγγραφείς που ο ίδιος ο Κανέτι είχε γνωρίσει και συναναστραφεί, η παρουσίαση του έργου τους και η σκιαγράφιση της προσωπικότητάς τους. Αναφέρεται βέβαια στον αγαπημένο μου Τόμας Μαν και το Μαγικό Βουνό, όμως άλλοι συγγραφείς γοητεύουν περισσότερο τον αναγνώστη. Ένας απ' αυτούς είναι ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο συγγραφέας του έργου "Ο Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες", το οποίο ανήκει στα γαλαζοαίματα της λίστας με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω . Ο Μούζιλ, όπως μας εξηγεί ο Κανέτι, αποστρεφόταν τόσο πολύ το χρήμα, που δεν το άγγιζε καν και άφηνε τη γυναίκα του να κάνει όλες τις πληρωμές, χωρίς ωστόσο να έχει κάποια κλίση προς την ασκητική ζωή και την άρνηση των ανέσεων. Οι φίλοι του και οι θαυμαστές του είχαν ιδρύσει μια Εταιρεία Φίλων του Μούζιλ, της οποίας τα μέλη ήταν υποχρεωμένα να καταβάλλουν μηνιαία συνδρομή, προκειμένου ο Μούζιλ να αφιερωθεί απερίσπαστος στο έργο του. Τα περισσότερα μέλη αυτής της Εταιρείας ήταν Εβραίοι, οπότε, όταν ο Χίτλερ προσάρτησε την Αυστρία, η Εταιρεία διαλύθηκε και ο Μούζιλ πέθανε άπορος λίγα χρόνια αργότερα στην Ελβετία, πληρώνοντας ακριβά την περιφρόνησή του για το χρήμα.
     Άλλος συγγραφέας στον οποίο αναφέρεται εκτενώς είναι ο Χέρμαν Μπροχ, ο συγγραφέας της τριλογίας "Υπνοβάτες". Ο Μπροχ παρουσιάζεται ως ένας ιδιαίτερα ταπεινός και ευαίσθητος άνθρωπος, ο οποίος έκανε καθημερινά ψυχανάλυση και υπέφερε από την εμπορική κληρονομιά της οικογένειάς του που τον προόριζε για επιχειρηματική σταδιοδρομία, την οποία εκείνος απαρνήθηκε.  Και ο Μπροχ πέθανε πρόσφυγας και φτωχός σαν τον Μούζιλ.
     Κάποιος άλλος, τον οποίο έμαθα μέσα από τον Κανέτι και πραγματικά τον ευγνωμονώ γι' αυτό, είναι ο Ισαάκ Μπάμπελ. Τον είχε γνωρίσει σε μια επίσκεψή του στη Γερμανία και είχε εντυπωσιαστεί από την οξυδέρκεια, το χιούμορ, την ηρεμία και την ταπεινότητά του. Είχε μάλιστα προβλέψει ότι το μέλλον ενός τέτοιου συγγραφέα στη σταλινική Ρωσία θα ήταν ζοφερό. Πράγματι, το 1939 συνελήφθη και τα ίχνη του εξαφανίστηκαν.
     Εκτός από τους συγγραφείς με τους οποίους συνδεόταν με φιλική σχέση, υπήρχαν κι αυτοί που αντιπαθούσε. Ο βασικός λόγος για την αντιπάθειά του φαίνεται να είναι η αλαζονεία τους. Αυτή ήταν η περίπτωση του Μπρεχτ, που, κατά τον Κανέτι, έμοιαζε με ενεχυροδανειστή. Φαίνεται ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα κατά το οποίο οι πράξεις έρχονται σε αντίθεση με τις ιδέες. Κατά τον Κανέτι, ο Μπρεχτ περιφρονούσε τους ανθρώπους αλλά δεν δίσταζε να τους χρησιμοποιήσει εάν αυτοί εξυπηρετούσαν τον σκοπό του, ο οποίος ήταν πριν και πάνω απ' όλα.
     Νομίζω ότι δε χρειάζεται να πω περισσότερα. Ήδη έχετε καταλάβει ότι ο Κανέτι στην αυτοβιογραφία του προβάλλει ένα μωσαϊκό προσωπικοτήτων που συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την πολυμορφία του και τον καλεί να την ανακαλύψει μέσα από το έργο τους... Γι' αυτό κι εγώ, μέσα από τη διαδικτυακή γωνιά μου, προσπαθώ να διαδώσω το αγαπημένο βιβλίο, όπως κι η Μαλβίνα έξω από τον θρυλικό Έλατο!


Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

HOBO Ή ΑΛΛΙΩΣ SUPERTRAMP !


     Κάποια από τα παραπάνω σύμβολα τα είδα πρώτη φορά πέρσι, σ' ένα επεισόδιο της σειράς Mad Men (αν δε γνωρίζετε τη σειρά, πραγματικά θλίβομαι: χάνετε ό, τι καλύτερο στην τηλεόραση αυτή τη στιγμή. Εγώ στη θέση σας, μόνο και μόνο από ντροπή για την άγνοιά μου, θα κατέβαζα όλα τα επεισόδια και θα οργάνωνα μαραθώνιο τηλεθέασης!). Σ' αυτό το επεισόδιο λοιπόν, ο Don Draper (ο πρωταγωνιστής) θυμάται έναν hobo, τον οποίο είχε φιλοξενήσει ο πατέρας του στο σπίτι όταν ο Don ήταν μικρός και του είχε δείξει αυτά τα σύμβολα. Καθώς έγραφα για τον Woody Guthrie, θυμήθηκα αυτή τη σκηνή και άρχισα να αναζητώ πληροφορίες γι' αυτούς τους τύπους και τα παράξενα σύμβολά τους, ώσπου, στη σπηλιά του Αλή-Μπαμπά που ονομάζεται ίντερνετ, βρήκα αυτόν τον πίνακα με τα σύμβολα και το νόημά τους. Ποιοι ήταν όμως οι hoboes και γιατί μου τους θύμισε ο Woody Guthrie; Οι hoboes ήταν περιπλανώμενοι εργάτες που γύριζαν την Αμερική αναζητώντας δουλειά αλλά όχι μόνιμη εργασία. Ήταν ελεύθερα πνεύματα που δεν τους ταίριαζε η μονιμότητα και η ρουτίνα αλλά προτιμούσαν τους κινδύνους της ζωής στο ύπαιθρο και τον ανοιχτό ορίζοντα της αχανούς χώρας των Ηνωμένων Πολιτειών. Εμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και πλήθυναν στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης για ευνόητους λόγους. Πολλά τραγούδια γράφτηκαν γι' αυτούς, μεταξύ των οποίων και το hobo's lullaby του Woody.
     Ο πιο γνωστός hobo είναι ίσως ο W.H. Davies, Ουαλός ποιητής, από τους πιο δημοφιλείς της εποχής του, που έγραψε το βιβλίο "the autobiography of a supertramp", όπου περιγράφει τις περιπλανήσεις του ως hobo στην Αμερική από το 1893 ως το 1899. Ο Davies γεννήθηκε στην Ουαλία το 1871. Πολύ νωρίς έμεινε ορφανός και τον μεγάλωσαν οι παππούδες του. Από την εφηβική ήδη ηλικία έδειξε παραβατική συμπεριφορά κάνοντας μικροκλοπές και δε μπορούσε να μείνει για πολύ καιρό σε μια δουλειά. Αποφάσισε λοιπόν να τα παρατήσει και να διασχίσει τον Ατλαντικό για να πάει στην Αμερική, ταξίδι που έκανε αρκετές φορές και αργότερα στη ζωή του, συχνά συνοδεύοντας κοπάδια ζώων. Με το που έφτασε, γνώρισε έναν hobo ονόματι Brum, κοντά στον οποίο έμαθε πώς να πηδάει πάνω σ' ένα τρένο εν κινήσει, πώς να ζητιανεύει, πώς να βρίσκει καταφύγιο στη φυλακή όταν πιάνουν τα μεγάλα κρύα και βέβαια, τα περίφημα σύμβολα. Η σταδιοδρομία του ως hobo ή αλλιώς supertramp έληξε άδοξα όταν, παρακινημένος από τον πυρετό του χρυσού, προσπάθησε να πάει στο Κλόνταϊκ αλλά είχε ένα ατύχημα στο πόδι καθώς προσπαθούσε να ανεβεί στο κινούμενο τρένο και τελικά του το έκοψαν. Μετά από αυτό, γύρισε στη Βρετανία, όπου, αφού αλήτεψε κι εκεί για λίγο, άρχισε να εκδίδει τα ποιήματά του και τελικά έγινε διάσημος ποιητής. 
     Το βιβλίο, που εκδόθηκε το 1908 και περιλαμβάνει έναν πρόλογο από τον George Bernard Shaw, θυμίζει το έργο του Jack London και του Jack Kerouac, καθώς αποπνέει την άγρια χαρά της ελευθερίας που χαρίζει η ζωή στο δρόμο. Τι είναι άραγε εκείνο που έκανε αυτούς τους συγγραφείς αλλά και καλλιτέχνες όπως ο Woody Guthrie και ο  Bob Dylan και απλούς ανθρώπους να ριχτούν στην περιπέτεια της περιπλάνησης και να την υμνήσουν στα καλύτερα έργα τους; Η απεραντοσύνη της χώρας τους, που τους καλούσε να την εξερευνήσουν; η ίδια η ιστορία του λαού τους, που είναι η ιστορία ανθρώπων που έφυγαν από τη χώρα τους αναζητώντας το άγνωστο; Το ανήσυχο πνεύμα τους πάνω απ' όλα; Δεν ξέρω...Ξέρω όμως ότι, όπως κάθομαι στο σπίτι μου, παραδομένη στη ρουτίνα της δουλειάς, τα βιβλία τους και οι μουσικές τους με κάνουν να ονειρεύομαι και να γίνομαι για λίγο συνοδοιπόρος τους. Φιλιά πολλά!

Υ.Γ. 1: Ναι, σωστά το μαντέψατε, το συγκρότημα Supertramp έχει πάρει το όνομά του από τον τίτλο του βιβλίου.

Υ.Γ. 2: Και ακόμα μια φορά σωστά! Ο Christopher McCandless, υπαρκτό πρόσωπο και ήρωας της ταινίας του Sean Penn "Into the Wild", πήρε το ψευδώνυμο Alexander Supertramp εμπνευσμένος από το βιβλίο. Ας ακούσουμε λοιπόν κι ένα τραγούδι από την ταινία (αφορμή ψάχνω!), της οποίας το soundtrack έχει γράψει μια άλλη μεγάλη μου αγάπη, ο Eddie Vedder.

 

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Η ΛΙΣΤΑ ΜΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΩ: BILLIE HOLIDAY, Η ΚΥΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ


    Το βιβλίο αυτό, που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Άγρα, είναι η αυτοβιογραφία μιας από τις μεγαλύτερες φωνές της τζαζ, της Billie Holiday. Οι λόγοι που θέλω να το διαβάσω είναι πολλοί. Πρώτα απ' όλα γιατί μ' αρέσουν πολύ τα τραγούδια της. Όπως γράφει και η ίδια (αντιγράφω από το βιβλίο) "Μου 'χουνε πει πως κανείς δεν λέει την λέξη «πείνα» σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη «αγάπη».Ίσως και να 'ναι γιατί θυμάμαι τί σημαίνουν τούτες οι λέξεις. Ίσως γιατί είμαι τόσο περήφανη ώστε να θέλω να θυμάμαι τη Βαλτιμόρη και το Ουέλφερ Άιλαντ, το Ίδρυμα Καθολικών και το δικαστήριο Τζέφφερσον Μάρκετ, τον σερίφη μπροστά απ' το σπίτι μας στο Χάρλεμ και τις πόλεις απ' τη μια άκρη της χώρας στην άλλη όπου γέμισα χτυπήματα και ουλές, στη Φιλαδέλφεια και στο Ώλντερσον, στο Χόλλυγουντ και στο Σαν Φρανσίσκο ‒ κάθε γωνιά, πανάθεμά την. Όλες οι Κάντιλακ και οι μινκ γούνες ‒ και είχα πολλές στη ζωή μου ‒ δεν μπορούν να με κάνουν να τα ξεχάσω. Και σε όλα αυτά τα μέρη , κι απ' όλο αυτό τον κόσμο, ό,τι έμαθα τα λένε τούτες οι δυο λέξεις. Πρέπει να 'χεις φαΐ να φας, πρέπει να 'χεις λίγη αγάπη στη ζωή για να ανεχτείς του καθενός το συναξάρισμα για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι σωστά. Αυτό που είμαι κι αυτό που θέλω απ' τη ζωή, σ' αυτά τα λόγια κλείνεται." Αυτά τα λόγια μου θυμίζουν μια σκηνή από το Ρεμπέτικο, τη μεγάλη ταινία του Κώστα Φέρρη: Όταν η Μαρίκα Νίνου βγαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή, περνούν από τα μάτια της όλα όσα έχει βιώσει: η κακοποίηση από τον πατέρα της, ο θάνατος της μάνας της, η προσφυγιά, η φτώχεια. Και μετά, όταν αρχίζει να τραγουδάει, αφήνει αυτά τα βιώματα να μιλήσουν μέσα από τη φωνή της. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Billie Holiday, γι' αυτό καθηλώνει τον ακροατή σε κάθε της ερμηνεία. 
     Ένας άλλος λόγος που θέλω να διαβάσω αυτό το βιβλίο είναι γιατί τελευταία μ' ενδιαφέρει πολύ η Αμερική του Μεσοπολέμου και κυρίως της εποχής της οικονομικής ύφεσης. Ο λόγος είναι προφανής: η δική μας ύφεση μ' έκανε ν' αναζητήσω τις εμπειρίες όσων βίωσαν κάτι παρόμοιο στην Αμερική   του '30, παρά τις αυτονόητες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Παραπέμπω πάλι στο βιβλίο, το οποίο "μιλάει γενικότερα για το τί σημαίνει να' σαι φτωχός και μαύρος στην Αμερική, για το πώς φτιαχνόταν η μουσική της τζαζ στις δεκαετίες '30 -'40 ‒ κλαμπ, περιοδείες, ηχογραφήσεις, εταιρείες, κτλ. ‒ καθώς και για τον τρόπο που μια αρρωστημένα διεφθαρμένη κοινωνία κυνήγησε αυτή τη μεγαλοφυΐα της τζαζ σ' ένα αυτοκαταστροφικό αδιέξοδο απ' όπου δεν υπήρχε διαφυγή". 
     Ένας ακόμη λόγος είναι η γλώσσα του βιβλίου, η γλώσσα όχι ενός διανοούμενου λάτρη της τζαζ  αλλά μιας γυναίκας της πιάτσας που παράτησε το σχολείο στα 11. Θα παραπέμψω ακόμα μια φορά στο βιβλίο: "στην αυτοβιογραφία της, με μια γλώσσα σκληρή και χωρίς συναισθηματισμούς, καταγράφει την περιπετειώδη ζωή της και το ρατσισμό που τη σκίαζε, τις ιστορίες της με τους άντρες, την ανέλιξή της στο χώρο της μουσικής και της σόου μπίζνες καθώς και τα προβλήματα της με τα ναρκωτικά, τις φυλακίσεις και το κυνηγητό της αστυνομίας που την κατέστρεψε. Όλα αυτά λέγονται με την κοφτή και μάγκικη γλώσσα της Χόλιντεϋ, και διαβάζονται σαν να γράφτηκαν μόλις χτες".

Όπως είναι αναμενόμενο, θα τελειώσω αυτή την παρουσίαση με ένα τραγούδι της Billie Holiday, που δεν είναι άλλο από το Strange Fruit, ένα τραγούδι που καταγγέλλει το ρατσισμό ενάντια στους μαύρους στον αμερικάνικο Νότο. Το "παράξενο φρούτο" του τίτλου είναι βέβαια τα νεκρά σώματα των μαύρων, που είχαν λυντσαριστεί από τους λευκούς της Κου Κλουξ Κλαν. Η συγκεκριμένη ερμηνεία είναι του 1959, τη χρονιά δηλαδή που η Billie Holiday πέθανε από κίρρωση του ήπατος, αποτέλεσμα της χρόνιας κατάχρησης αλκοόλ και ναρκωτικών.