Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΦΙΛΗ ΜΟΥ

     Πριν από ένα περίπου μήνα διάβασα το  μυθιστόρημα "Η Υπέροχη Φίλη Μου" (εκδόσεις Πατάκη), το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος της τετραλογίας της Νάπολης από τη συγγραφέα που είναι γνωστή με το ψευδώνυμο Έλενα Φερράντε. Είναι γεγονός ότι το ξεκίνησα κάπως απρόθυμα, επειδή είχα ακούσει πάρα μα πάρα πολλά γι' αυτό, πράγμα που συνήθως με κάνει καχύποπτη, κι ακόμα επειδή με απωθούσε το κιτς εξώφυλλο που θύμιζε γυναικεία παραλογοτεχνία. Ωστόσο, το συνιστούσαν άνθρωποι (και sites) που εμπιστεύομαι, οπότε είπα να δώσω μια ευκαιρία. Και φυσικά δεν το μετάνιωσα -τι βιβλίο!
     Η ιστορία επικεντρώνεται στη φιλία δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν σε μια φτωχογειτονιά της Νάπολης τη δεκαετία του πενήντα. Οι πληγές του πολέμου, η παντοκρατορία της μαφίας και τα πολιτικά πάθη αναφέρονται υπαινικτικά, μας επιτρέπουν όμως να εντοπίσουμε τις αιτίες που συνθέτουν το βίαιο, μίζερο σκηνικό της ζωής των κοριτσιών, από το οποίο προσπαθούν με όλη τους τη δύναμη να ξεφύγουν. Η Έλενα, που έχει και το ρόλο της αφηγήτριας, προσπαθεί μέσα από τα γράμματα να σπάσει τα δεσμά της τάξης της (το όνειρο αυτό δεν είχε ακόμα ξεφτίσει κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες), βιώνοντας παράλληλα την ενοχή ότι προδίδει τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγάλωσε. Αντίθετα, η Λίλα δεν μπορεί να ξεφύγει από τα όρια του περιβάλλοντός της, οπότε προσπαθεί να εξασφαλίσει τον εαυτό της με το μόνο μέσο που της επιτρέπεται, το γάμο. Σ' όλη αυτή την προσπάθεια των κοριτσιών να βρουν τη θέση τους μέσα στον κόσμο, παίρνοντας δύναμη και θάρρος η μια από την άλλη, φανερώνεται η περιπλοκότητα και το μεγαλείο της γυναικείας φιλίας. Μέσα από την ιστορία της Έλενας και της Λίλας, η Φερράντε κατορθώνει ν' αποτυπώσει την ωμή δύναμη της ζωής και τη βίαιη απόγνωση της εργατικής τάξης, που προσπαθεί σπασμωδικά ν' αντιδράσει στην προκαθορισμένη μοίρα της. χωρίς να καταφεύγει σε κανενός τύπου μυθοποίηση, πράγμα που εδώ στην Ελλάδα ο μόνος που, κατά τη γνώμη μου, το κατάφερε με παρόμοιο τρόπο δεν ήταν συγγραφέας αλλά σκηνοθέτης -ο Δαμιανός με τη Ευδοκία του.
     Εν τούτοις, το μεγαλύτερο επίτευγμα της Φερράντε είναι η απόδοση των κοινωνικών εντάσεων και των αντιφάσεων των ηρώων με μία γλώσσα μοναδική, ζωντανή και αφτιασίδωτη. Η ίδια η Φερράντε, δια στόματος Έλενας, περιγράφει με ακρίβεια το γράψιμό της: "Είχα την αίσθηση -για να το πω με σημερινούς όρους- πως όχι μόνο ήξερε να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, αλλά είχε αναπτύξει εκείνο το χάρισμα που ήδη γνώριζα απ' όταν ήταν παιδί: μόνο που τώρα το έκανε ακόμη καλύτερα, έπαιρνε τα γεγονότα και με τελείως φυσικό τρόπο, τα διατύπωνε φορτισμένα με ένταση· ενίσχυε την πραγματικότητα αποδίδοντάς τη με λέξεις που τις μπόλιαζε με ενέργεια".
     Περιμένω με ανυπομονησία να κυκλοφορήσουν στα ελληνικά και τα υπόλοιπα βιβλία της τετραλογίας.

(πηγή: time.com)

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ

     Κάθε φορά που πηγαίνω στην Αθήνα, υπάρχουν μερικά πράγματα που πρέπει οπωσδήποτε να κάνω, προκειμένου να νιώσω τη ζωή της μητρόπολης να κυλάει ξανά μέσα μου. Ένα απ' αυτά είναι μια επίσκεψη στην Πολιτεία, για να πάρω ένα - δυο βιβλία, αν και κάθε φορά καταλήγω να παίρνω τρία - τέσσερα, που δεν έχουν καμία σχέση μ' εκείνα που αρχικά σκεφτόμουν ν' αγοράσω. Αυτή τη φορά όμως το πλάνο μου ήταν ξεκάθαρο: θα επέλεγα κάτι καινούριο, έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα κι όχι πάλι κάποιον από τους κλασικούς, να 'χω, ρε παιδί μου, μια ιδέα του τι συμβαίνει στη λογοτεχνία τώρα, όχι του τι συνέβαινε τον 19ο αιώνα ή τη δεκαετία του '50... Μ' αυτό το σκεπτικό, πήρα τους Ψαράδες, το πρώτο βιβλίο του Νιγηριανού Chigozie Obioma, γεννημένου το 1986 (!), το οποίο κυκλοφόρησε το 2015 και ήταν υποψήφιο για πολλά λογοτεχνικά βραβεία.
     Οι ψαράδες του τίτλου είναι τέσσερα αδέρφια που μεγαλώνουν σε μια επαρχιακή πόλη της Νιγηρίας τη δεκαετία του '90. Όταν ο αυταρχικός πατέρας τους παίρνει μετάθεση σε άλλη πόλη, τα παιδιά απαλλάσσονται από τον αυστηρό του έλεγχο κι αρχίζουν να πηγαίνουν για ψάρεμα στο κοντινό αλλά επικίνδυνο ποτάμι. Κάποιο απόγευμα, επιστρέφοντας από το ψάρεμά τους, συναντούν έναν τρελό, μια δαιμονική φιγούρα, που προφητεύει ότι ο μεγαλύτερος αδερφός θα σκοτωθεί με φρικτό τρόπο από έναν από τους ψαράδες. Σταδιακά, καθώς ο φόβος του τρώει τα σωθικά, ο μεγαλύτερος αδερφός σπάει τους δεσμούς με την οικογένειά του και μεταμορφώνεται σ' ένα βίαιο πλάσμα που προκαλεί την εκπλήρωση της προφητείας. Τελικά, η οικογένεια διαλύεται, καθώς η μία συμφορά διαδέχεται την άλλη και κάθε φορά που αχνοφαίνεται η ελπίδα, συντρίβεται ξανά.
     Οι Ψαράδες είναι ένα ορμητικό και σκοτεινό έργο· είναι ένα μαύρο πηγάδι που ρουφάει τον αναγνώστη, γι' αυτό σε κάποιο σημείο ένιωσα την ανάγκη να κάνω μια παύση μερικών ημερών στο διάβασμα, προκειμένου να βρω τη δύναμη να συνεχίσω. Σε μια από τις κριτικές του βιβλίου που παρατίθενται στο οπισθόφυλλο διάβασα ότι ο Ομπιόμα είναι ο συνεχιστής του Ατσέμπε, του Νιγηριανού συγγραφέα που έχει γράψει το εξαιρετικό Τα Πάντα Γίνονται Κομμάτια. Αν και συμφωνώ μ' αυτή την κρίση, για μένα το βιβλίο έχει περισσότερα κοινά με τον Θεό Των Μικρών Πραγμάτων της  Ινδής Αρουντάτι Ρόι -άλλο ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο στην αγγλόφωνη λογοτεχνία. Και στα δύο βιβλία, λίγο πριν από το τέλος χρειάστηκε να διακόψω την ανάγνωση για ν' αποφορτιστώ από την έντασή τους. Και στα δύο, ένας ξένος (στους Ψαράδες ο τρελός, στον Θεό Των Μικρών Πραγμάτων ο παιδεραστής) εισβάλλει στη ζωή μιας οικογένειας και την καταστρέφει. Φαίνεται ότι αυτό που στην πλοκή του Τα Πάντα Γίνονται Κομμάτια είναι ξεκάθαρο, δηλαδή η εισβολή του δυτικού ανθρώπου σε μια παραδοσιακή κοινωνία και η κατάρρευση της κοινωνίας αυτής, με λίγα λόγια, το τραύμα της αποικιοκρατίας, εξακολουθεί να υπάρχει στην περίπτωση της Ρόι και του Ομπιόμα, που ανήκουν σε νεότερες γενιές, μόνο που τώρα είναι συγκαλυμμένο και συνυπάρχει μαζί με άλλα ζητήματα.
     Στους Ψαράδες, το βασικότερο από τα ζητήματα αυτά είναι το δέσιμο ανάμεσα στα αδέρφια. Η αφήγηση γίνεται από τον μικρότερο αδερφό κι αυτή η επιλογή υπογραμμίζει το πώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται ως ένα βαθμό τον κόσμο μέσα από τα αδέρφια τους και το πώς η απώλειά τους βιώνεται συγχρόνως ως απώλεια του κόσμου αυτού. Γι' αυτό τον λόγο, η ιστορία των Ψαράδων, γραμμένη με μια γλώσσα ποιητικής απλότητας και λεπτής ευαισθησίας, πέρα από το δυνατό οικογενειακό δράμα, πέρα από τη ζωηρή απεικόνιση της σύγχρονης Νιγηρίας και τις πολιτικές τις προεκτάσεις, είναι, πάνω απ' όλα, ένας ύμνος στην αδελφική αγάπη.

Υ.Γ.: Αν και το διάβασα στα αγγλικά (τελευταία πήρα την απόφαση να διαβάζω αγγλόφωνη λογοτεχνία μόνο από το πρωτότυπο), το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Ιωάννας Ηλιάδη.


Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

ΥΠΕΡΕΚΤΙΜΗΜΕΝΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΈΡΩΤΕΣ

     Ένα από τα συχνότερα θέματα στη λογοτεχνία είναι ο έρωτας· κατά κάποιο τρόπο, η λογοτεχνία είναι υπεύθυνη για την εικόνα που έχουμε για τον έρωτα, με όλες αυτές τις ιστορίες μεθυστικών, παθιασμένων ερώτων που γεννήθηκαν από τη φαντασία κάποιου συγγραφέα κι όμως είναι τέτοια η δύναμη τους, που μας φαίνονται πραγματικοί. Ωστόσο, κάποιοι από αυτούς τους μυθικούς έρωτες είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ κακό για το τίποτα: επιδερμικοί, ανώριμοι, ναρκισιστικοί και λιγάκι βαρετοί. Ας τους δούμε.

1. Ελένη και Πάρης (Ιλιάδα): Υποτίθεται ότι αυτοί οι δύο ένιωσαν τέτοιον παράφορο έρωτα, που η Ελένη παράτησε άντρα και παιδί για ν' ακολουθήσει τον Πάρη στην Τροία κι εκείνος ανάγκασε την πόλη του να υπομείνει επί δέκα χρόνια έναν φοβερό πόλεμο επειδή δεν μπορούσε να διανοηθεί τη ζωή του χωρίς την αγαπημένη του. Η Ιλιάδα όμως αλλιώς μας τα λέει: η Ελένη φαίνεται να έχει μετανιώσει που ακολούθησε τον Πάρη, αλλά δεν παίρνει την απόφαση να φύγει, κι ο Πάρης, αντί να δώσει μάχη για να κρατήσει κοντά του τη γυναίκα που αγαπά, περνά τον περισσότερο καιρό κλεισμένος στο παλάτι κι αφήνει τον αδερφό του τον Έκτορα να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Με λίγα λόγια, ανώριμοι, ανεύθυνοι τύποι που δεν έχουν τα κότσια να υπερασπιστούν την επιλογή τους.

2. Ρωμαίος και Ιουλιέτα (Ρωμαίος και Ιουλιέτα): Ίσως πρόκειται για το διασημότερο ζευγάρι ερωτευμένων αλλά, αν το σκεφτούμε λιγάκι, ο Ρωμαίος ήταν, πόσο, δεκαέξι; και η Ιουλιέτα γύρω στα δεκατέσσερα. Επίσης, ήταν δύο παιδιά καταπιεσμένα από τις οικογένειές τους και γενικότερα από τις συμβάσεις της εποχής. Επομένως, στην ουσία δεν είναι παρά συνηθισμένοι έφηβοι, που επαναστατούν ενάντια στα πάντα και οι ορμόνες τους έχουν χτυπήσει κόκκινο. Βέβαια, εντάξει, αυτοί οι δύο το έφτασαν στα άκρα, αλλά έτσι είναι οι έφηβοι, των άκρων.

3. Κάθυ και Χήθκλιφ (Ανεμοδαρμένα Ύψη): Τα "Ανεμοδαρμένα Ύψη" είναι η ιστορία ενός τρελού έρωτα. Μόνο που είναι περισσότερο τρελός παρά έρωτας. Το βιβλίο είναι μεν καταπληκτικό, οι δύο πρωταγωνιστές όμως είναι ανυπόφοροι. Κινητοποιούμενοι από έναν θηριώδη εγωισμό, κάνουν τα πάντα για να πονέσουν ο ένας τον άλλο και αντιμετωπίζουν όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, με πρώτη -πρώτη τη δική τους, ως πεδίο ανταγωνισμού, όπου νικάει όποιος καταφέρει να εκμηδενίσει τον άλλο. Τελικά η Κάθυ πεθαίνει και ο Χήθκλιφ βυθίζεται στην παράνοια, αφού πρώτα οι πάντες γύρω τους γίνονται δυστυχισμένοι εξαιτίας τους. Κι όλα αυτά επειδή είναι τόσο μα τόσο ερωτευμένοι. Αν είναι έτσι, να μας λείπει.

4. Τζέην Έυρ και κ. Ρότσεστερ (Τζέην Έυρ): Άλλος ένας υπερεκτιμημένος έρωτας από την έτερη αδερφή Μπροντέ. Πάντα συμπαθούσα την Τζέην Έυρ, γιατί είναι ένας θετικός, μαχητικός γυναικείος χαρακτήρας, πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι ο έρωτάς της για τον πλούσιο αριστοκράτη και εργοδότη της κ. Ρότσεστερ κρύβει έναν κάποιο κοινωνικό αριβισμό. Σ' όλο το βιβλίο υπομένει τα θυμωμένα ξεσπάσματα και την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά αυτού του μπαϋρονικού τύπου, για να μας ανακοινώσει θριαμβευτικά στο τέλος ότι κατάφερε να τον παντρευτεί -χωρίς να νοιάζεται για το γεγονός ότι ο άντρας της κρατούσε την προηγούμενη γυναίκα του φυλακισμένη στη σοφίτα και τελικά την οδήγησε στον θάνατο. Μιλάμε για μεγάλο κελεπούρι.

5. Νταίζη Μπιουκάναν και Γκάτσμπι (Ο Μεγάλος Γκάτσμπι): Το ότι αυτός ο έρωτας ήταν υπερεκτιμημένος το ήξεραν όλοι εκτός από τον καημένο τον Γκάτσμπι. Η Νταίζη ήταν ένας άνθρωπος επιφανειακός, ανεύθυνος, που ενδιαφερόταν μόνο για την καλοπέρασή της και δεν μπορούσε ν' αγαπήσει κανέναν άλλο πέρα από τον εαυτό της. Ο Γκάτσμπι όμως δεν μπορούσε να τα δει όλα αυτά. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν αυτό που αντιπροσώπευε η Νταίζη για εκείνον: την οριστική οικειοποίηση μιας άλλης ταυτότητας, την απόλυτη καταξίωση, με δυο λόγια, το ίδιο το αμερικάνικο όνειρο.

6. Μικρός Πρίγκιπας και Τριαντάφυλλο (Ο Μικρός Πρίγκιπας): Πέρα από το ότι γενικά μας έχουν πρήξει με τον "Μικρό Πρίγκιπα", βρίσκω εντελώς ακατανόητη την προσκόλλησή του στο τριαντάφυλλο: είναι αγενές, ιδιότροπο, κάνει συνέχεια μούτρα και ανήκει σ' εκείνη την εκνευριστική κατηγορία πλασμάτων που θεωρούν ότι όλοι οι υπόλοιποι έχουν έρθει στον κόσμο για να τους υπηρετούν. Παρ' όλα αυτά, ο Μικρός Πρίγκιπας του είναι απολύτως αφοσιωμένος. Φαίνεται ότι ανήκει σε άλλη πολυπληθή κατηγορία ανθρώπων, εκείνων που ο οργανισμός τους την τραβάει την καταπίεση και χρειάζονται έναν τύραννο πάνω από το κεφάλι τους για να νιώθουν καλά. Χωρίς αυτή τη δεύτερη κατηγορία, η πρώτη δεν θα είχε καμία ελπίδα...

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

     Τις μέρες θριάμβου του ναζιστικού καθεστώτος, αμέσως μετά την κατάκτηση της Γαλλίας, ο Ότο και η Άννα Κβάνγκελ παίρνουν ένα γράμμα που τους πληροφορεί ότι ο γιος τους σκοτώθηκε στο μέτωπο. Η τρομερή αυτή απώλεια κάνει τους Κβάνγκελ, ένα πληκτικό ζευγάρι που απλώς κοιτάει τη δουλειά του, ν' αλλάξουν στάση, ν' αντισταθούν στη ναζιστική θηριωδία και να διαφυλάξουν την αξιοπρέπειά τους, πράγμα που -το ξέρουν από την πρώτη στιγμή- θα τους οδηγήσει στον θάνατο. Η αντιστασιακή τους δράση συνίσταται στο να γράφουν κάρτες με συνθήματα εναντίον του Φύρερ και του παράλογου πολέμου του και να τις αφήνουν στους διαδρόμους πολυσύχναστων πολυκατοικιών. Οι άχρωμοι, μεθοδικοί και προσεκτικοί Κβάνγκελ καταφέρνουν να περνούν απαρατήρητοι και να ρίχνουν τη μία κάρτα μετά την άλλη στα κτίρια του Βερολίνου, προσδοκώντας ότι θ' αφυπνίσουν τον κόσμο που θα τις διαβάζει και στη συνέχεια θα τις μοιράζει και σε άλλους. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες από τις κάρτες που γράφουν παραδίδονται αμέσως στην Γκεστάπο από τους έντρομους πολίτες που φοβούνται μήπως κατηγορηθούν για αντικαθεστωτική δράση. Η μόνη αντίδραση στις κάρτες των Κβάνγκελ προέρχεται από την ίδια την Γκεστάπο και τους επιθεωρητές της, οι οποίοι δεν μπορούν να δεχτούν ότι, δύο χρόνια μετά την πρώτη κάρτα, δεν έχουν ακόμα τον "Φαντομά" στα χέρια τους. Έρχεται όμως η στιγμή που οι Κβάνγκελ κάνουν κάποιο λάθος, πέφτουν στα χέρια των διωκτών τους και καταδικάζονται σε αποκεφαλισμό. Εκτός από το ζεύγος Κβάνγκελ, στο βιβλίο κινούνται διάφορα πρόσωπα: άλλοι μικρόνοες, χαμερπείς και θρασύδειλοι, όπως οι κτηνώδεις Περζίκε, ο μικροκακοποιός Μπορκχάουζεν και ο εισαγγελέας που απαιτούσε σκληρότερη ποινή ακόμα και τη στιγμή που ο Ότο Κβάνγκελ οδηγούνταν προς εκτέλεση, κι άλλοι ακέραιοι, συμπονετικοί και ανθρώπινοι, όπως ο ηλικιωμένος δικαστής Φρομ, η νεαρή Τρούντελ και η ταχυδρόμος Άννα Κλούγκε, η οποία, όταν μαθαίνει ότι ο γιος της περηφανευόταν για τους Εβραίους που σκότωσε στην Πολωνία, αποκηρύσσει το ίδιο της το παιδί, αποχωρεί από το Κόμμα κι εγκαταλείπει το Βερολίνο για να ζήσει στην επαρχία.
     Ο Φάλαντα έγραψε το "Μόνος στο Βερολίνο" το 1946, μέσα σε λίγες μέρες, μερικούς μήνες πριν πεθάνει από την καρδιά του, λόγω του χρόνιου εθισμού του στη μορφίνη και το αλκοόλ. Ο πυρήνας της ιστορίας είναι πραγματικός: πρόκειται για την υπόθεση του Ότο και της Ελίζ Χάμπελ, οι οποίοι, μετά τον θάνατο του αδερφού της Ελίζ στο γαλλικό μέτωπο, άρχισαν να γράφουν κάρτες κατά του Χίτλερ κι όταν τους έπιασαν, δύο χρόνια μετά την έναρξη της δράσης τους, τους αποκεφάλισαν. Ο Φάλαντα, με κέντρο αυτή την ιστορία, αποτυπώνει τη φρικτή, ερεβώδη πραγματικότητα των πιο σκοτεινών χρόνων του 20ου αιώνα. Για την ακρίβεια, έχει τα κότσια ν' αποτυπώσει αυτή την πραγματικότητα, χωρίς καμία προσπάθεια να μετριάσει τον τρόμο και την αθλιότητα που επικρατούσαν στη γερμανική κοινωνία κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ και που έφερναν αντιμέτωπο με τη μοναξιά του θανάτου όποιον επέλεγε να εναντιωθεί σ' έναν τέτοιο εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Το "Μόνος στο Βερολίνο" είναι ένα βιβλίο που δε χαρίζεται σε κανέναν· είναι ένα ξερό, παγερό μα μεγαλειώδες βιβλίο, όπως ακριβώς και ο ήρωάς του, ο εργοδηγός Ότο Κβάνγκελ.

"Γιατί το κάνατε, μου λέτε;"
"Ποιο;" ρώτησε αδιάφορα ο Κβάνγκελ, δίχως να κοιτάζει τον ατσαλάκωτο κύριο.
"Γιατί γράφατε τις κάρτες; Αφού τελικά δεν είχαν κανένα νόημα, και θα σας στοιχίσουν τη ζωή σας".
"Επειδή είμαι χαζός. Επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα καλύτερο. Επειδή υπολόγιζα ότι η επίδρασή τους θα ήταν διαφορετική. Γι' αυτό!"
"Και δεν λυπάστε; Δεν στενοχωριέστε που θα χάσετε τη ζωή σας για μια χαζομάρα;"
Ένα αυστηρό βλέμμα στυλώθηκε πάνω στον δικηγόρο, ένα γέρικο, περήφανο, σκληρό, γερακίσιο βλέμμα. "Τουλάχιστον διαφύλαξα την αξιοπρέπειά μου", είπε ο Ότο Κβάνγκελ. "Δεν συμμετείχα".
Ο δικηγόρος κοίταξε για πολλή ώρα τον σιωπηλό άντρα που καθόταν μπροστά του. Ύστερα είπε: "Αρχίζω να πιστεύω ότι ο συνάδελφός μου, ο συνήγορος της γυναίκας σας, είχε δίκιο: είστε και οι δύο τρελοί".
"Είναι τρέλα να θέλει κανείς πάση θυσία να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του;"
"Μπορούσατε να το κάνετε και χωρίς τις κάρτες".
"Σιωπηρή συναίνεση ονομάζεται αυτό. Εσείς τι έχετε κάνει, για να είστε ένας καθωσπρέπει κύριος με ατσαλάκωτα παντελόνια, γυαλισμένα νύχια και πουλημένες αγορεύσεις; Ποιο είναι το τίμημα που πληρώσατε;"
Ο δικηγόρος δεν μίλησε.
"Τώρα πια δεν υπάρχει σωτηρία για σας!" είπε ο Κβάνγκελ. Θα πληρώνετε για πάντα το τίμημα, και ίσως μια μέρα χρειαστεί να το πληρώσετε με τη ζωή σας, ακριβώς όπως κι εγώ, μόνο που  ο λόγος θα είναι πολύ διαφορετικός: εσείς θα το κάνετε για την ατιμία σας!"[...]
"Κι όμως, θα υποβάλω αίτηση χάριτος", είπε ο δικηγόρος.
Ο Κβάνγκελ δεν απάντησε.
"Εις το επανιδείν!" είπε ο δικηγόρος.
"Δεν νομίζω ότι θα ξανασυναντηθούμε -εκτός κι αν παρακολουθήσετε την εκτέλεσή μου. Είστε επίσημος προσκεκλημένος μου!"
Ο δικηγόρος έφυγε.

Υ.Γ.: Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, σε εξαιρετική μετάφραση της Άντζη Σαλταμπάση.


Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ

     Γενικά, αποφεύγω τις απόλυτες δηλώσεις, που ανάγουν τις προσωπικές εμπειρίες και προτιμήσεις σε αδιαμφισβήτητες πραγματικότητες ή αναπαράγουν στερεότυπα, ωστόσο, σ' αυτό το post θα επιχειρήσω να μεταφέρω τρεις τέτοιες δηλώσεις:

1. το ωραιότερο μετρό στον κόσμο είναι το μετρό της Μόσχας.

2. η ρώσικη λογοτεχνία κατέχει την υψηλότερη θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία.

3. ο ρώσικος λαός αγαπά και τιμά τους λογοτέχνες του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.

Δε νομίζω ότι μπορεί κανείς να διαφωνήσει με την πρώτη δήλωση -κι όσο για τις άλλες δύο, ε, ας παραδεχτούμε τουλάχιστον ότι υπάρχουν πάρα πολλές πιθανότητες να λένε την αλήθεια. Προς επίρρωση και των τριών, μπορούμε να δούμε φωτογραφίες από μερικούς σταθμούς του μοσχοβίτικου μετρό, οι οποίοι είναι αφιερωμένοι σε μεγάλους Ρώσους λογοτέχνες. Πέραν τούτου, όπως διάβασα στον guardian (www.theguardian.com) μέσω του open culture (www.openculture.com), από τα τέλη του 2014, οι επιβάτες του μετρό μπορούν να κατεβάσουν δωρεάν στα smartphones ή τα tablets τους αριστουργήματα των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων, από τον Πούσκιν ως τον Γκόρκι, κι ακόμα να προτείνουν επιπλέον συγγραφείς ή έργα για να ενταχθούν σ' αυτή την e -βιβλιοθήκη. Μπορώ μόνο να φανταστώ πόσο δύσκολο είναι να παίρνει κανείς το μετρό στις εφτά το πρωί, στους -10 του ρώσικου χειμώνα, για να πάει στη δουλειά, οπότε, ας υπάρχει τουλάχιστον η παρηγοριά της τέχνης... Για πολλούς από μας, στις δύσκολες περιόδους, είναι, ίσως, το μόνο που έχουμε.

Ξεκινάμε με τον σταθμό Πούσκιν, αντάξιο της μεγαλοπρέπειας ενός Ρώσου ευγενούς.

Ο σταθμός που είναι αφιερωμένος στον Τσέχοφ, είναι, αντίθετα, πιο χαμηλών τόνων, πιάνοντας κάτι από τη μελαγχολία του συγγραφέα.


Ανάμεσα στις στάσεις Τσεκόφσκαγια και Τβέρσκαγια, υπάρχει ένα επιβλητικό άγαλμα του Μαξίμ Γκόρκι.

Ο σταθμός που είναι αφιερωμένος στον ποιητή Μαγιακόφσκι χτίστηκε επί Στάλιν, το 1938, σε ρυθμό art deco, με πολλά φουτουριστικά στοιχεία -ευδιάκριτα κυρίως στα μωσαϊκά του σταθμού -που απηχούν την ποίηση του Μαγιακόφσκι. Το 2005 προστέθηκε μια νέα έξοδος με επίσης υπέροχα μωσαϊκά, στα οποία έχουν ενσωματωθεί στίχοι του ποιητή.



Ο σταθμός Ντοστογιέφσκι είναι ο πιο πρόσφατος, αφού άνοιξε το 2010. Οι τοιχογραφίες του είναι εμπνευσμένες από τα διασημότερα έργα του συγγραφέα, δηλαδή το "Έγκλημα και Τιμωρία" (πρώτη εικόνα), τον "Ηλίθιο" (δεύτερη εικόνα) και τους αδερφούς Καραμαζόφ (τρίτη εικόνα).




Υ.Γ.: Οι πληροφορίες και οι φωτογραφίες των σταθμών του μοσχοβίτικου μετρό είναι παρμένες από τα αντίστοιχα λήμματα της wikipedia, καθώς και από τα παρακάτω sites: russianlandmarks.wordpress.com και russianculture.tumblr.com.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

ΕΠΙΚΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

     Όπως είπα και στο προηγούμενο ποστ, αυτόν τον καιρό το' χω ρίξει στον Ντίκενς. Είναι βέβαια λιγάκι παράξενο, ενώ βρίσκομαι σε μια πανέμορφη παραλία στην Πάρο, με τον ήλιο να λάμπει και τη θάλασσα να στραφταλίζει, να διαβάζω για μέρη που περιγράφονται κάπως έτσι: "Πιο βρωμερό και πιο άθλιο μέρος δεν είχε ξαναδεί. Ο δρόμος είταν πολύ στενός κι όλο λάσπη κι ο αέρας γεμάτος βρωμερές αναθυμιάσεις.Υπήρχαν αρκετά μικρομάγαζα, μα το μόνο εμπόρευμα που πλεόναζε είταν κοπάδια ολόκληρα από κουτσούβελα που ακόμα και την προχωρημένη αυτή ώρα μπαινόβγαιναν απ' τις πόρτες ή ξεφώνιζαν απ' το εσωτερικό των σπιτιών. Τα μοναδικά μέρη που φαίνονταν να ευημερούν ανάμεσα στο γενικό μαρασμό αυτού του τόπου είταν τα καπηλειά·" (Όλιβερ Τουίστ, Κάρολος Ντίκενς, μτφρ. Π. Αναγνωστόπουλος, εκδόσεις Γκοβόστη).
     Μπορεί να φαίνεται κάπως παράταιρο. Δε διαφωνώ. Ωστόσο, το καλοκαίρι είναι η ιδανική εποχή για να διαβάσουμε κλασική λογοτεχνία και μάλιστα κάποιο από εκείνα τα ογκώδη, περιπετειώδη και πολυπρόσωπα μυθιστορήματα που μας συνεπαίρνουν και μας απορροφούν σε τέτοιο σημείο, που σχεδόν ξεχνάμε ότι έχουμε δική μας ζωή -όπως περιγράφει τόσο ωραία και η Ζέιντι Σμιθ σ' ένα κείμενό της. Το καλοκαίρι με τους αργούς ρυθμούς του μας επιτρέπει όχι μόνο ν' αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στην ανάγνωση βιβλίων αλλά και να δώσουμε πιο πολλή προσοχή, να μεταφερθούμε στον χρόνο και τον χώρο και να εμπλακούμε στενότερα στις περιπέτειες των πολύπαθων ορφανών, των ερωτευμένων κυριών και των ιδεαλιστών στρατιωτικών.
     Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, οι συγγραφείς και τα βιβλία που θα πρότεινα γι' αυτό το καλοκαίρι είναι τα εξής:

  1. Ντίκενς, φυσικά. Πρώτος- πρώτος ο Όλιβερ Τουίστ (εκδόσεις Γκοβόστη)  κι ακόμα οι Μεγάλες Προσδοκίες (εκδόσεις Πόλις) κι ο Ζοφερός Οίκος (εκδόσεις Gutenberg).
  2. Τολστόι! Όπως λέει κι η Ζέιντι Σμιθ "Όταν το μόνο που κάνω είναι να παρακολουθώ ένα τετράχρονο να σκάβει μια μεγάλη λακκούβα στην άμμο, είναι ωραίο να ξέρω ότι κάπου αλλού ο ρωσικός στρατός προελαύνει". Πόλεμος και Ειρήνη (εκδόσεις Πατάκη) και Άννα Καρένινα (εκδόσεις Άγρα).
  3. Τσίρκας. Πριν από μερικά χρόνια, είχα περάσει όλο τον Ιούλιο διαβάζοντας τις Ακυβέρνητες Πολιτείες (εκδόσεις Κέδρος)· είχα τόσο πολύ βυθιστεί μέσα στην ιστορία, που νόμιζα ότι, βγαίνοντας από την εξώπορτα, δε θα βρεθώ στα ήσυχα δρομάκια της γειτονιάς, με τους γηραιούς κυρίους που πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι και τα παιδάκια που κάνουν ποδήλατο, αλλά στα λαβυρινθώδη σοκάκια του Καΐρου, όπου οι κατάσκοποι κι οι πράκτορες μηχανορραφούν, ρυθμίζοντας την τύχη της Ελλάδας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. 
  4. Πάστερνακ. Δόκτωρ Ζιβάγκο. Ξέρουμε κι αγαπάμε την ομώνυμη ταινία, με τον Ομάρ Σαρίφ και την Τζούλι Κρίστι να προσπαθούν να ζήσουν τον έρωτά τους στη δίνη των γεγονότων της Ρώσικης Επανάστασης, οπότε σίγουρα θ' αγαπήσουμε ακόμα περισσότερο το ίδιο το μυθιστόρημα, που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Ποταμός.
  5. Το Έπος Του Γκίλγκαμες (εκδόσεις Ιστός). Πριν λίγες μέρες διάβασα αυτό το άρθρο, στο οποίο ο συγγραφέας μιλάει για τον πανικό που νιώθει όταν κάποιος μη συστηματικός αναγνώστης του ζητά να του προτείνει ένα βιβλίο: η πρώτη του σκέψη είναι να προτείνει την Καρδερίνα της Ντόνα Ταρτ, όμως για κάποιο λόγο διακατέχεται από την ακατανίκητη επιθυμία να φωνάξει "Το Έπος Του Γκίλγκαμες!", καταπιέζοντας τελικά τον εαυτό του να μην το κάνει. Έχει πλάκα, γιατί έχω νιώσει ακριβώς το ίδιο, με τα ίδια δύο βιβλία· η Καρδερίνα είναι η ιδανική επιλογή: είναι πρόσφατο, είναι βραβευμένο και όλοι μιλάνε γι' αυτό με τα καλύτερα λόγια. Αντιθέτως, το Έπος Του Γκίλγκαμες είναι ένα έπος των Ασσυρίων που γράφτηκε πριν από τέσσερις χιλιάδες χρόνια και μιλάει για τα κατορθώματα του ομώνυμου βαβυλωνιακού ήρωα, που θυμίζουν τα κατορθώματα του Αχιλλέα και του Οδυσσέα στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Φαντάζομαι λοιπόν να τα λέω αυτά σε κάποιον που μου ζήτησε απλώς να του προτείνω ένα βιβλίο και, καθώς οι φράσεις "πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια", "ασσυριακό έπος" και "βαβυλωνιακός ήρωας" βουίζουν μέσα στο κεφάλι του, ν' αποφασίζει να μη με ρωτήσει ποτέ ξανά για κανένα βιβλίο ή μάλλον, ποτέ ξανά, για τίποτα, μιας και το πιθανότερο είναι ν' αρχίσω να του μιλάω για τους Χετταίους και τους Φοίνικες, κι άλλους πολιτισμούς χαμένους στα βάθη των αιώνων. Επειδή όμως εδώ στο μπλογκ μπορώ να γράφω ό,τι μου κατέβει χωρίς να καταπιέζω και να λογοκρίνω τον εαυτό μου, προτείνω ανεπιφύλακτα, το έργο από το οποίο άρχισαν όλα, την ιστορία του μυθικού βασιλιά της μυθικής πόλης Ουρούκ, του Γκίλγκαμες.
Υ.Γ.: Πολλές από τις εκδόσεις που προτείνω πιο πάνω είναι εξαντλημένες. Αν δεν τις βρείτε, μπορείτε να κοιτάξετε στις δανειστικές βιβλιοθήκες -αυτό κάνω κι εγώ!


Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Ο ΝΤΙΚΕΝΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

     Εδώ και λίγο καιρό, μ' έχει πιάσει μια μανία με τον Ντίκενς· αν και γνώριζα τις υποθέσεις των πιο γνωστών έργων του από τις κινηματογραφικές μεταφορές τους ή από τα Κλασικά Εικονογραφημένα, ποτέ δεν είχα ενδιαφερθεί να διαβάσω τα ίδια τα μυθιστορήματα -μου φαίνονταν λίγο παιδικά, λίγο ξεπερασμένα, λίγο παλιομοδίτικα. Όταν όμως άρχισα να διαβάζω το Παλαιοπωλείο, συνειδητοποίησα τι έχανα τόσο καιρό! Μετά το Παλαιοπωλείο, ήρθε η σειρά του Όλιβερ Τουίστ και τώρα διαβάζω τις Μεγάλες Προσδοκίες, απολαμβάνοντας σε κάθε βιβλίο την περίτεχνη έκφραση, την εύστοχη ειρωνεία και τη ζωντάνια των χαρακτήρων. Όσο περισσότερο λοιπόν διαβάζω, τόσο πιο πολύ παρατηρώ το εξής: όλοι οι ήρωες, κάθε λίγο και λιγάκι, παίρνουν τους δρόμους: για να πάνε στο Λονδίνο, για να φύγουν από το Λονδίνο, για να συναντήσουν κάποιον, για να ξεφύγουν από κάποιον άλλο, για να ξεχάσουν κάποιον τρίτο· όλοι, περπατάνε για ώρες ή για μέρες, μίλια ολόκληρα, κι ο συγγραφέας μας δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για τις διαδρομές τους -λέει, για παράδειγμα, όταν περιγράφει την είσοδο του Όλιβερ στο Λονδίνο: "η ώρα ήταν σχεδόν έντεκα όταν έφτασαν στα διόδια του Ίσλινγκτον. Πέρασαν απ' το Άντζελ στο δρόμο του Σαιν Τζων· κατηφόρισαν το δρομάκι που τελειώνει στο Θέατρο Σάντλερ Γουέλς· από κει μπήκαν στην Έξμαουθ Στρητ και στο Κόπις Ρόου· κατέβηκαν στη μικρή πλατεία πλάι στο Φτωχοκομείο· διέσχισαν τον κλασικό χώρο που είχε κάποτε τ' όνομα "Χόκλεϋ -ιν -δι- Χόουλ", από κει έφτασαν στο Μικρό Λόφο Σάφρον κι ύστερα στο Μεγάλο Λόφο Σάφρον", δίνοντάς μας την εντύπωση ότι ήταν μια διαδρομή που ήξερε πολύ καλά.
    Και πραγματικά θα την ήξερε, όπως ήξερε ένα σωρό διαδρομές στην αγγλική μητρόπολη, μιας και ανήκε στη μεγάλη φυλή των μανιωδών πεζοπόρων, όπως κι ο Σέξπιρ, ο Μπλέικ και ο ντε Κουίνσι. Σύμφωνα με τον Matthew Beaumont, στο βιβλίο του Nightwalking: A Nocturnal History of London (για το οποίο διάβασα στο flavorwire.com, από όπου πήρα και τις παρακάτω πληροφορίες), αυτή η δραστηριότητα του ήταν άκρως απαραίτητη για τη συγγραφή των έργων του. Μάλιστα ο Chesterton, στη μονογραφία του για τον Ντίκενς υποστήριζε ότι χρωστούσε την αυθεντικότητα και την ιδιοφυΐα του στο ότι "κατείχε το κλειδί για τον δρόμο· τ' αστέρια του ήταν οι λάμπες των δρόμων· ο ήρωάς του ήταν ο άνθρωπος των δρόμων". Κι ο ίδιος, άλλωστε, ήταν, κατά κάποιον τρόπο, άνθρωπος των δρόμων. Περπατώντας στους δρόμους του Λονδίνου στο φως της μέρας και κυρίως στο σκοτάδι της νύχτας, προσπαθούσε να λύσει τα μυστήρια της πόλης, καθώς και τα μυστήρια της δικής του, αινιγματικής ύπαρξης. Περιπλανιόταν χωρίς σκοπό, ωστόσο συχνά κατέληγε σε μέρη που τον είχαν σημαδέψει. Για παράδειγμα, όπως εξομολογείται στον Φόρστερ, φίλο και ομότεχνό του, σ' ένα γράμμα του το 1847, πολλές φορές τα βήματά του τον έφερναν στον χώρο του εργοστασίου βερνικιού στο οποίο δούλευε όταν ήταν παιδί κι ο πατέρας του ήταν στη φυλακή για χρέη. Άλλες φορές χασομερούσε έξω από το σπίτι της Μαρίας Γουίντερ, της γυναίκας που είχε παλιότερα απαρνηθεί τον έρωτά του. Φαίνεται δηλαδή ότι αυτή η νυχτερινή περιπλάνηση έφερνε ξανά στην επιφάνεια τραυματικές εμπειρίες της ζωής του κι ήταν παράλληλα μια περιπλάνηση στο παρελθόν του.
     Εκτός όμως από την επίδραση που είχε στην ψυχολογία του, το περπάτημα ασκούσε καθοριστική επίδραση και στο γράψιμό του, που ήταν για τον Ντίκενς μια ακόμα ψυχαναγκαστική δραστηριότητα. Το περπάτημα ήταν αυτό που τον αποφόρτιζε από την πίεση που ένιωθε όταν έγραφε. Όπως εξομολογούνταν σ' ένα γράμμα προς τον φίλο του Cornelius Felton, καθηγητή ελληνικών στο Harvard, "Πάνω από τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα (το βιβλίο που έστελνε στον Felton), ο Τσάρλς Ντίκενς έκλαψε και γέλασε κι έκλαψε ξανά και παθιάστηκε με τον πιο εκπληκτικό τρόπο κατά τη σύνθεσή του· γι' αυτό περπάτησε στους σκοτεινούς δρόμους του Λονδίνου, δεκαπέντε και είκοσι μίλια, πολλές νύχτες, όταν όλοι οι νηφάλιοι άνθρωποι είχαν πάει για ύπνο".
     Αν για κάποιο λόγο όσο καιρό έγραφε ένα βιβλίο δε μπορούσε να τριγυρίσει στους νυχτερινούς λονδρέζικους δρόμους, ένιωθε ότι δε μπορούσε να λειτουργήσει, ότι η πλοκή του έμενε στάσιμη και οι χαρακτήρες του δεν εξελίσσονταν. Τον Αύγουστο του 1846, όταν ζούσε με την οικογένειά του στη Λοζάννη κι έγραφε το Ντόμπι και Υιος, παραπονιόταν στον Φόρστερ για την έλλειψη δρόμων και προσώπων· "δε μπορώ να εξηγήσω πόσο τα χρειάζομαι. Φαίνεται σαν να προμηθεύουν το μυαλό μου με κάτι που δε αντέχω να χάσω. Ο μόχθος του καθημερινού γραψίματος χωρίς το Λονδίνο, αυτόν τον μαγικό φανό, είναι τεράστιος. Οι ήρωές μου λιμνάζουν χωρίς πλήθη γύρω τους". Ο Ντίκενς αρρώσταινε όταν δεν είχε πρόσβαση στη φαντασμαγορία της μητρόπολης, ιδίως τη νύχτα, που έμοιαζε περισσότερο με μαγικό φανό. Ακόμα και σε αστικά κέντρα όπως η Γενεύη και η Γένοβα ένιωθε κλειστοφοβικά, γιατί δεν είχε την ίδια ελευθερία να περιπλανιέται. Δεν ένιωθε όμως το ίδιο και στο Παρίσι, όπου, όπως μας πληροφορεί ο Φόρστερ, την ίδια μέρα που έφτασε μαζί με την οικογένειά του, τους άφησε και έκανε μια "κολοσσιαία" βόλτα στην πόλη. Οι πολύωρες αυτές βόλτες έδιναν στον Ντίκενς τη δυνατότητα να λυτρωθεί από αφόρητα συναισθήματα και ν' απαλλαγεί από τα φαντάσματά του. Τον Ιανουάριο του 1847, όπως αναφέρει ο Πίτερ Άκροιντ, "έσφαξε", κατά τη δική του έκφραση, τον Πολ Ντόμπι (ήρωα στο Ντόμπι και Υιος) και μετά περπάτησε στους δρόμους του Παρισιού ως την αυγή. Μ' αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να ξεφορτωθεί ένα από τα φαντάσματά του, "να το χάσει μέσα στο πλήθος", όπως έλεγε ο ίδιος. Πολλές φορές όμως, μέσω της φαντασίας ή των αναμνήσεών του, οι ίδιοι αυτοί νυχτερινοί περίπατοι εμφάνιζαν ως δια μαγείας άλλα φαντάσματα, από τα οποία δεν μπορούσε -και μάλλον δεν ήθελε- να ξεφύγει.


     

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΒΙΝΥΛΙΑ

     Πριν λίγες μέρες διάβασα στη lifo ένα κείμενο της Χίλντας Παπαδημητρίου για την Record Store Day και θυμήθηκα πόσο μου είχε αρέσει το βιβλίο της "Για Μια Χούφτα Βινύλια" από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και πόσο είχα ενθουσιαστεί μ' αυτό το κράμα High Fidelity και αστυνομικού μυθιστορήματος που βρίθει από οικείες αναφορές σε αγαπημένες μουσικές, ταινίες και τοποθεσίες του αθηναϊκού κέντρου. Αλλά πρώτα η υπόθεση: ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, που ζει με τη δεσποτική μητέρα του και διαβάζει μετά μανίας αστυνομικά τσέπης, είναι "Ο Άνθρωπος Που Δεν Του Συμβαίνει Ποτέ Τίποτα", μέχρι που τελικά του συμβαίνει κάτι: του ανατίθεται η διαλεύκανση της δολοφονίας του συλλέκτη δίσκων βινυλίου Σταμάτη Παυλίδη και ξαφνικά βρίσκεται μπλεγμένος με μια ομάδα ανθρώπων που όλοι προσπαθούν κάτι να κρύψουν κι από κάτι να κρυφτούν, βρίσκοντας καταφύγιο στη μουσική και τις αναμνήσεις τους από τη χρυσή τους εποχή, όταν ήταν πραγματικά νέοι και άτρωτοι. Ανάμεσά τους είναι οι δύο ξαδέρφες του Χάρη: η εγωκεντρική Σόνια, που περνά τον χρόνο της ρίχνοντας τα ταρώ και καθαρίζοντας την αύρα της -εκτός κι αν συλλάβει κάποιο μεγαλεπήβολο σχέδιο, για να το παρατήσει μετά από λίγο- και η νευρωτική Τατιάνα, που μετά από παρατεταμένες σπουδές στο εξωτερικό προσγειώνεται ανώμαλα στην αδυσώπητη πραγματικότητα της Αθήνας. Ακόμα, έχουμε τον Φώντα, ιδιοκτήτη δισκάδικου και πρώην άντρα της Σόνιας, ο οποίος περιφέρει την πικρία και την αλαζονεία του από το σπίτι στο μαγαζί και πάλι πίσω, καπνίζοντας άφιλτρα ζιτάν και πίνοντας άπειρους καφέδες. Και βέβαια, υπάρχουν οι τακτικοί πελάτες του δισκοπωλείου, όπως ο Παντελής, που πιστεύει ακράδαντα ότι μετά από το '80 το ροκ πέθανε κι ο Ισίδωρος, που ποτέ δεν ακούει τους δίσκους του για να μην τους χαλάσει κι αναπολεί σε κάθε ευκαιρία την ένδοξη εκείνη στιγμή που απάντησε σωστά σε μια ερώτηση του Πετρίδη κι εκείνος του έδωσε συγχαρητήρια για τις μουσικές του γνώσεις.
     Σαν να τους ξέρω όλους αυτούς... σαν να' χω συναντήσει τέτοιους σκυθρωπούς τύπους που θεωρούν πως το γεγονός ότι γνωρίζουν όλη τη δισκογραφία του Frank Zappa τους δίνει το δικαίωμα να σνομπάρουν τους πάντες· κι αυτή τη νεοχίπισσα με την επιτηδευμένη συμπεριφορά και το ύφος αγέρωχης ανωτερότητας κάπου την έχω ξαναδεί -στην Αμοργό ίσως ή στην Ικαρία· όσο για τις ατέλειωτες διαφωνίες γύρω από τον καλύτερο δίσκο της χρονιάς και το αν ο τίτλος του πιο σκατόψυχου καλλιτέχνη ανήκει στον Μπόνο ή τον Μπομπ Ντύλαν, σίγουρα κάπου τις έχει πάρει τ' αυτί μου, μπορεί μάλιστα γι' αυτό το τελευταίο να' χω πει κι εγώ τη γνώμη μου (ο Μπόνο). Όλοι αυτοί λοιπόν οι ολοζώντανοι χαρακτήρες, οι λίγο- πολύ ανυπόφοροι και συνάμα λίγο- πολύ συμπαθητικοί τύποι, που παίρνουν γλυκά από τον Ασημακόπουλο και τρώνε σε ταβερνάκια στα Πετράλωνα, που αγαπούν τα φιλμ νουάρ και τους Μπιτλς και δυσκολεύονται πολύ να μεγαλώσουν, είναι οι ήρωες της Χίλντας Παπαδημητρίου, η οποία αφηγείται την ιστορία τους με πολλή τρυφερότητα και ακόμα περισσότερο χιούμορ, διανθίζοντάς τη με στίχους από αγαπημένα τραγούδια και θέτοντας κάθε τόσο το ερώτημα: "Μα είναι δυνατόν να σκοτώσει κανείς για μια χούφτα βινύλια;"


Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Η ΛΙΣΤΑ ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΟΥ MAD MEN

     
 Σήμερα το βράδυ θα προβληθεί στην Αμερική το πρώτο επεισόδιο του τελευταίου κύκλου της σειράς Mad Men. Υποθέτω ότι, αφού είδαμε την άνοδο και την πτώση του Don Draper, ήρθε η ώρα να δούμε και την πρόσκρουσή του στο έδαφος. Βέβαια, το "τι θα γίνει τελικά" δεν έχει τόση σημασία σ' αυτή τη σειρά· το βάθος των χαρακτήρων, που αναγκάζονται κάτω από το βάρος των ίδιων των επιλογών τους ν' αναθεωρήσουν τη ζωή τους και να υπομείνουν τον εαυτό τους, και η πιστή αναπαράσταση της εποχής, τόσο της αισθητικής της όσο και του πνεύματός της, θυμίζουν μυθιστόρημα -και το επικείμενο τέλος με κάνει να στενοχωριέμαι με τον ίδιο τρόπο που στενοχωριέμαι όταν φτάνω στις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου που με έχει απορροφήσει ολοκληρωτικά. Ωστόσο, η σχέση της σειράς με τη λογοτεχνία δε σταματά εδώ: υπάρχει άλλη μία, πιο προφανής σύνδεση κι αυτή είναι η συχνή εμφάνιση των ηρώων και κυρίως του πρωταγωνιστή με ένα βιβλίο ανά χείρας. Εννοείται ότι αυτό το στοιχείο δεν έχει περάσει απαρατήρητο από το ίντερνετ, όπου έχουν γραφτεί ένα σωρό για τα βιβλία που διαβάζουν οι Mad Men και τους πιθανούς συμβολισμούς που κρύβουν οι επιλογές τους. Όμως για ποιο λόγο οι δημιουργοί της σειράς παρουσιάζουν τόσο συχνά τους ήρωές τους να διαβάζουν βιβλία; Θα μπορούσε κανείς να πει ότι εκείνη την εποχή οι άνθρωποι διάβαζαν περισσότερο, αλλά δε νομίζω ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Κοιτάζοντας κανείς τη λίστα που συγκρότησε η Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης για τα βιβλία που κάνουν την εμφάνισή τους στη σειρά, καταλήγει ότι πρόκειται για έναν ακόμα τρόπο να δοθεί το στίγμα της εποχής, αφού τα περισσότερα εκδόθηκαν τη δεκαετία του '60 και πολλά απ' αυτά έγιναν τόσο δημοφιλή που γρήγορα μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο. Ίσως όμως να υπάρχει ένας επιπρόσθετος λόγος, ειδικά για την περίπτωση του Don Draper, που είναι ο πιο αδηφάγος αναγνώστης μεταξύ των ηρώων: πιθανώς, το εύρος των επιλογών του να είναι ένα ακόμα μέσο για να υπογραμμιστεί η πολυπλοκότητα της ψυχοσύνθεσής του.
     Ας δούμε λοιπόν τι διάβαζαν οι άνθρωποι τη δεκαετία του εξήντα στη Νέα Υόρκη και κατ' επέκταση, λίγο - πολύ, σ' όλον τον δυτικό κόσμο, αφού, είτε το θέλουμε είτε όχι, όσον αφορά στην ποπ κουλτούρα, η Αμερική είναι που δίνει τον τόνο. Πιστεύω ότι τα βιβλία της λίστας χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: όσα εκδόθηκαν εκείνη την εποχή, έγιναν εξαιρετικά δημοφιλή και μετά ξεχάστηκαν, όσα εκδόθηκαν τότε και κατάφεραν να γίνουν κλασικά και όσα ήταν ήδη κλασικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν βιβλία που κατά κύριο λόγο δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά αλλά έχουμε δει την κινηματογραφική τους μεταφορά. Ανάμεσά τους, εκείνο που τράβηξε πρώτο την προσοχή μου είναι το"The Fixer" (1966) του Bernard Malamud, με θέμα την άδικη φυλάκιση ενός Εβραίου στην τσαρική Ρωσία. Το βιβλίο μετατράπηκε στην ομώνυμη ταινία με τον Άλαν Μπέιτς, η οποία προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο "Ο Άνθρωπος Από Το Κίεβο" και παρ' όλο που έχω να τη δω από τότε που ήμουν παιδί, έχει εντυπωθεί μέσα μου με έναν τρόπο που λίγες ταινίες το έχουν καταφέρει.  Ακόμα ένα χαρακτηριστικό βιβλίο είναι το "Exodus" (1958) του Leon Uris, το οποίο αναφέρεται στην εγκατάσταση των Εβραίων στην Παλαιστίνη. Έκανε τεράστια επιτυχία στην Αμερική και λίγα χρόνια αργότερα γυρίστηκε σε ταινία από τον Όττο Πρέμινγκερ με πρωταγωνιστή τον Πολ Νιούμαν. Ήταν τόσο δημοφιλές ανάγνωσμα, που λέγεται ότι διαμόρφωσε τη στάση του μέσου Αμερικάνου για τους Εβραίους και το ζήτημα της Παλαιστίνης, αν και σήμερα θεωρείται από πολλούς καθαρή προπαγάνδα. Άλλο ένα βιβλίο του ίδιου συγγραφέα, πάλι με πολιτικό περιεχόμενο, είναι το "Topaz" (1967), το οποίο επίσης μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με σκηνοθέτη τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Το βιβλίο, που αναφέρεται στο ψυχροπολεμικό περιστατικό της εγκατάστασης σοβιετικών πυραύλων στην Κούβα, έγινε και αυτό best seller, μόνο που η επιτυχία του ήταν σύντομη. Την ίδια χρονιά, best seller ήταν και το "Rosemary's Baby" του Ira Levin, γνωστό σε μας από την  πολύκροτη ταινία του Πολάνσκι. Και φυσικά δε μπορώ να μην αναφερθώ σε ένα εξαιρετικά πετυχημένο βιβλίο των σίξτις, το "Valley Of The Dolls" (1966) της  Jacqueline Susann, το οποίο αναφερόταν σε θέματα -ταμπού για την εποχή, όπως η έκτρωση, η ομοφυλοφιλία και η ψυχική ασθένεια. Εννοείται ότι γυρίστηκε και αυτό σε ταινία, ένα χρόνο αργότερα.
     Τώρα, στην κατηγορία των βιβλίων που εκδόθηκαν τη δεκαετία του εξήντα και έκτοτε θεωρούνται κλασικά, θα τοποθετούσα οπωσδήποτε το "Το Σύνδρομο Πόρτνοϊ" (1969) του Philip Roth, το οποίο περιγράφει με απολαυστικό αυτοσαρκασμό τις σεξουαλικές εμμονές ενός τριαντάρη Νεοϋορκέζου. Άλλο ένα σημαντικό μυθιστόρημα της λίστας είναι " Η Συλλογή Των 49 Στο Σφυρί" (1966) του Thomas Pynchon, από το έργο του οποίου δεν έχω διαβάσει τίποτα, όμως αφότου είδα το "Έμφυτο Ελάττωμα" θέλω οπωσδήποτε να διαβάσω ή έστω να προσπαθήσω να διαβάσω κάτι, όσο χαοτική κι αν είναι η πλοκή του. Ανάμεσα στα βιβλία των Mad Men υπάρχουν και κάποιες ποιητικές συλλογές, όπως το "Meditations In An Emergency" (1957) του Frank O' Hara, ενός έντονα ιδιοσυγκρασιακού Νεοϋορκέζου  ποιητή που αξίζει να γνωρίσει κανείς. Μπορούμε νομίζω σ' αυτή την κατηγορία να εντάξουμε και το "Ο Κατάσκοπος Που Γύρισε Από Το Κρύο" (1963), το κατασκοπικό μυθιστόρημα που καθιέρωσε τον John Le Carre και θεωρείται πια κλασικό. Κλασική θεωρείται και η ομώνυμη ταινία του 1965 με τον Richard Burton  στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
     Στο τέλος, τα βιβλία που διαβάζονταν και τη δεκαετία του εξήντα και διαβάζονται και σήμερα και θα διαβάζονται πάντα, γιατί είναι αριστουργήματα: Μεταξύ άλλων, "Η Βουή Και Η Αντάρα" του William Faulkner, "Οι Περιπέτειες του Τομ Σόγιερ" του Mark Twain, "Ο Εραστής Της Λαίδης Τσάτερλι" του D.H. Lawrence, "Ο Φρανκενστάιν" της Mary Shelley κι ένα βιβλίο που θα' θελα πολύ να διαβάσω αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, μιας και πάντα νιώθω κάτι σαν δέος για τόσο σημαντικά βιβλία , "Η Κόλαση" του Δάντη.
     Όση ώρα γράφω αυτό το ποστ (και είναι πολλή, ούτε εργασία να έγραφα), αναρωτιέμαι τι νόημα έχει όλο αυτό για κάποιον που δε βλέπει τη σειρά· τώρα όμως που διαβάζω όσα έχω γράψει και διαπιστώνω την ποικιλία σε ύφος και σε θεματολογία (όχι όμως και σε εθνικότητα, μιας και η λίστα περιλαμβάνει σχεδόν εξ ολοκλήρου Αμερικάνους συγγραφείς), διαπιστώνω ότι περιέχει αρκετούς τίτλους βιβλίων και ταινιών που προσφέρονται για διερεύνηση. Αρκεί βέβαια να εμπιστεύεται κανείς τον Don Draper και τις επιλογές του, πράγμα που δε θα' πρεπε να κάνει κάποιος σε καμία περίπτωση, εκτός κι αν μιλάμε για βιβλία.


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΜΑΙΤΡ ΚΑΙ Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

 

    Η σελήνη που φώτιζε δυνατότερα και από το καλύτερο ηλεκτρικό φανάρι βοήθησε τη Μαργαρίτα να δει πως, ο καθισμένος που τα μάτια του έμοιαζαν να είναι τυφλά, έτριβε με κοφτές κινήσεις τα χέρια του, ενώ τα τυφλά μάτια του τα είχε καρφωμένα στο δίσκο της σελήνης. Τώρα πια η Μαργαρίτα έβλεπε πως δίπλα στη βαριά πέτρινη πολυθρόνα, που στο φως της σελήνης έριχνε κάποιες φευγαλέες σπίθες, ήταν ξαπλωμένος ένας σκούρος, με τεράστια μυτερά αυτιά σκύλος, που όπως τ' αφεντικό του κοιτούσε ανήσυχα τη σελήνη. [...] Δυο χιλιάδες σχεδόν χρόνια κάθεται σ' αυτό το πλάτωμα και κοιμάται, αλλά όταν έχει πανσέληνο, τον βασανίζει όπως βλέπετε η αϋπνία. Και δε βασανίζεται μόνον αυτός, αλλά και ο πιστός του φύλακας, ο σκύλος. Αν είναι αλήθεια πως η δειλία είναι το χειρότερο ελάττωμα, τότε θα' λεγα πως το σκύλο του αυτό δεν τον βαραίνει. Το μόνο που φοβόταν αυτό το θαρραλέο σκυλί ήταν η καταιγίδα. Δε γίνεται όμως διαφορετικά, όποιος αγαπάει πρέπει να μοιράζεται και τη μοίρα εκείνου που αγαπάει.

(σελ. 418- 419, Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαιτρ κι η Μαργαρίτα, μτφρ. Τίνα Καραγεωργή, Γιούρι Γιαννακόπουλος, εκδόσεις Θεμέλιο)

Υ.Γ.: Η ενότητα audiovisual delight βασίζεται στην εξής ιδέα: Ως αφετηρία υπάρχει ένα σημαντικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από το οποίο αντιγράφω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα και το συνδυάζω με μια φωτογραφία που, κατά τη γνώμη μου, απηχεί την ατμόσφαιρα του έργου. Στη συνέχεια, συνδέω με link από το youtube ένα τραγούδι εμπνευσμένο από το συγκεκριμένο έργο με μια φράση του κειμένου που θα μπορούσε να έχει αποτελέσει την πηγή έμπνευσης, τη βάση του τραγουδιού.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

ΜΟΚΑ ΝΤΙΚ

     "Κανένα νέο από τον Μόκα Ντικ;" Μ' αυτή την ερώτηση αποχαιρετούσε ο ένας φαλαινοθήρας τον άλλο, στ' ανοιχτά του Ειρηνικού Ωκεανού, στις αρχές του 19ου αιώνα, ζητώντας να μάθει αν η θρυλική φάλαινα- αλμπίνος που έπλεε κοντά στο νησί Μόκα κι έκανε φονικές επιθέσεις στα φαλαινοθηρικά ήταν ακόμα ζωντανή. Ίσως κι ο Μέλβιλ, όταν το 1841 είχε μπαρκάρει με το Acushnet, να' χε απευθύνει την ίδια ερώτηση σε κάποιο συνάδελφό του· πάντως, το μόνο βέβαιο είναι ότι, το 1839 είχε διαβάσει στο περιοδικό Knickerbox ένα άρθρο με τίτλο "Μόκα Ντικ ή η λευκή φάλαινα του Ειρηνικού", το οποίο έμελλε να εμπνεύσει το magnum opus του, "Μόμπι Ντικ". Ο Μόκα Ντικ, λοιπόν, κατά τρόπο παρόμοιο με τον μυθιστορηματικό αδελφό του, ήταν μια μορφή νέμεσης για τους φαλαινοθήρες: λέγεται ότι είχε σκοτώσει περισσότερους από 30 ανθρώπους, είχε επιτεθεί σε 3 φαλαινοθηρικά και 14 βάρκες και είχε βυθίσει 2 εμπορικά πλοία, μέχρι τελικά να σκοτωθεί από Σουηδούς φαλαινοθήρες στα τέλη της δεκαετίας του 1850.
     Αυτή την πραγματική ιστορία αφηγείται στο βιβλίο του ο συγγραφέας Brian Heinz. Το βιβλίο, που φαίνεται ότι είναι πιο πολύ με το μέρος της φάλαινας, απευθύνεται σε παιδιά· ίσως είναι κάπως περίεργο για ένα παιδικό βιβλίο να μιλά για τον θάνατο τόσων ανθρώπων, ωστόσο, τα παιδιά πολλές φορές ταυτίζονται περισσότερο με τα ζώα και, σε τελική ανάλυση, με τη σφαγή των φαλαινών που συντελείται ακόμα και σήμερα από τα ιαπωνικά φαλαινοθηρικά, είναι ωραίο να βλέπει κανείς το θύμα να παίρνει το αίμα του πίσω - κι αυτό γίνεται με εντυπωσιακή εικονογράφηση από τον καλλιτέχνη Randall Enos. Οι ναϊφ εικόνες του θυμίζουν τα χρώματα του Γκογκέν και τα επαναλαμβανόμενα σχέδια της θάλασσας μοιάζουν με τα σχέδια στα τατουάζ των Μαορί, όπως τουλάχιστον τα έχει απεικονίσει ο Ούγκο Πρατ στην "Μπαλάντα της Αλμυρής Θάλασσας", άλλη μια ναυτική περιπέτεια που μας ταξιδεύει στις θάλασσες του Νότου...







Πηγές: www.theatlantic.com,
            history1800s.about.com

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

     Ο Νίτσε έλεγε ότι το διάβασμα των έργων του Ντοστογιέφσκι ήταν μια από τις μεγαλύτερες ευτυχίες της ζωής του. Συμφωνώ, όσο παράδοξο κι αν είναι να θεωρείται ευτυχία το διάβασμα σκοτεινών ιστοριών με ήρωες που υποφέρουν. Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Ντοστογιέφσκι είναι οι "Δαιμονισμένοι", με όλους αυτούς τους κολασμένους που έχουν χάσει την ψυχή τους. Μια εκδοχή αυτών των ηρώων μπορούμε να βρούμε στο μπλογκ vanengraph.tumblr.com. Δεν είναι όπως τους έχω φανταστεί, γεμάτους τρόμο και ιδρωμένη αγωνία, έχουν όμως μια ανατριχιαστική ψυχρότητα -έτσι όπως τους έχει αγκαλιάσει ο άγγελος του θανάτου- που, ναι, είναι οι Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι.

Ιβάν Σάτοφ

 Νικολάι Σταυρόγκιν

Στεπάν Τροφίμοβιτς Βερχοβένσκι

Πιοτρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΙ ΆΛΛΟ ΚΟΥΙΖ

     Μήνες μετά από αυτό το κουίζ, ήρθε η στιγμή για το επόμενο! Το προηγούμενο είχε να κάνει με την πρώτη πρόταση γνωστών βιβλίων, ενώ τούτο αναφέρεται στην τελευταία. Σε μερικές περιπτώσεις σας δίνω μια μικρή βοήθεια (λέξεις- κλειδιά), για να μην απογοητευτείτε από το σκορ κι αποφασίσετε ν' απαρνηθείτε το bibliokult μια για πάντα.. Οι απαντήσεις, όπως πάντα, στα σχόλια.
  1. Ζήτω ο Καραμάζοφ! -κραύγασε ακόμα μια φορά με ενθουσιασμό ο Κόλια, και για ακόμα μια φορά τα αγόρια επανέλαβαν το επιφώνημά του.
  2.  Αχ Μπάρτλεμπυ! Αχ ανθρωπότης!
  3. Και ο Τούρκος έμεινε Τούρκος.
  4. Μα τρεις μέρες μετά τον Ζυλιέν, πέθανε αγκαλιάζοντας τα παιδιά της.
  5. Και τη στιγμή που το κατάλαβε, έπαψε πια να καταλαβαίνει.
  6. Κι όταν τον φτάνουν επιτέλους οι φλόγες ξεκαρδίζεται στα γέλια, πρώτη φορά στη ζωή του.
  7. Κι ο Τουρκόγιαννος έγειρε το βλέμμα του προς τη σιδερένια πόρτα, εκοίταξε μια στιγμή τη Μαργαρίτα, αναστέναξε κι εμπήκε ξανά κλαίοντας στο κελί του.
  8. Αφήνω αυτή τη γραφή, δεν ξέρω για ποιον, δεν ξέρω πια γύρω από τι: stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus.
  9. Για πρώτη φορά στη ζωή τους είχαν κάνει κάτι από αγάπη.
  10.  Δε γνωρίζω τι απέγινε η Ραραού.
  11. Όπου, τρεις μήνες μετά την αθώωσή του, ο Μπενίτο Σερένο, στο φέρετρό του, ακολούθησε πράγματι τον αρχηγό του.
  12. Έτσι και το κάνεις, τότε όλοι αρχίζουν να σου λείπουνε.
  13. Ένα πουλί ψιθύρισε στον Μπίλι Πίλγκριμ: "Που- τι- ουίτ;"
  14. Στην άκρη της αραβικής συνοικίας το τραμ, φορτωμένο ακόμη μ' ανθρώπους, έκανε μια μεγάλη στροφή 180 μοιρών και σταμάτησε· ήταν το τέλος της γραμμής.
  15. Αυτό θα μπορούσε να είναι το θέμα ενός καινούργιου μυθιστορήματος· το σημερινό μας όμως τελειώνει εδώ.
 

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

1984


      "Η φωνή από την τηλεοθόνη εξακολουθούσε να αφηγείται ιστορίες για αιχμαλώτους, λάφυρα, σφαγές, αλλά ο θόρυβος έξω είχε κοπάσει λίγο. Τα γκαρσόνια ξαναγύριζαν στη δουλειά τους. Ένα απ' αυτά πλησίασε τον Ουίνστον με τη μπουκάλα του τζιν. Ο Ουίνστον, βυθισμένος σ' ένα ευτυχισμένο όνειρο, ούτε καν πρόσεξε πως γέμιζαν το ποτήρι του. Τώρα δεν έτρεχε πια, ούτε ζητωκράυγαζε. Είχε γυρίσει πίσω στο Υπουργείο Αγάπης. Όλα είχαν συγχωρεθεί, και η ψυχή του ήταν άσπιλη σαν το χιόνι. Ήταν στο σκαμνί του κατηγορούμενου και ομολογούσε τα πάντα, ενοχοποιούσε τους πάντες. Προχωρούσε στο διάδρομο με τ' άσπρα πλακάκια, έχοντας την αίσθηση ότι περπατάει μέσα στον ήλιο και ένας φύλακας οπλισμένος τον ακολουθούσε από πίσω. Η σφαίρα που περίμενε τόσον καιρό, περνούσε μέσα στο μυαλό του.
     Κοίταξε το τεράστιο πρόσωπο. Του χρειάστηκαν σαράντα χρόνια για να μάθει τι είδους χαμόγελο κρυβόταν πίσω απ' το μαύρο μουστάκι. Ω σκληρή, ανώφελη παρεξήγηση! Ω πεισματάρη που εξορίστηκες με τη θέλησή σου από την πατρική αγκαλιά! Δυο δάκρυα που μύριζαν τζιν κύλησαν στα πλάγια της μύτης του. Αλλά όλα ήταν εντάξει, όλα πήγαιναν καλά, ο αγώνας είχε τελειώσει. Είχε κερδίσει τη μάχη με τον εαυτό του. ΑΓΑΠΟΥΣΕ το Μεγάλο Αδερφό."

(σελ. 293- 294, Τζορτζ Όργουελ, 1984, μτφρ. Ν. Μπάρτη, Εκδόσεις Κάκτος)

Υ.Γ.: Η ενότητα audiovisual delight βασίζεται στην εξής ιδέα: Ως αφετηρία υπάρχει ένα σημαντικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από το οποίο αντιγράφω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα και το συνδυάζω με μια φωτογραφία που, κατά τη γνώμη μου, απηχεί την ατμόσφαιρα του έργου. Στη συνέχεια, συνδέω με link από το youtube ένα τραγούδι εμπνευσμένο από το συγκεκριμένο έργο με μια φράση του κειμένου που θα μπορούσε να έχει αποτελέσει την πηγή έμπνευσης, τη βάση του τραγουδιού.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ

     Στο προηγούμενο ποστ, η Ζέιντι Σμιθ μιλούσε για βιβλία που μέσα τους βυθίζεσαι και σχεδόν ξεχνάς ότι έχεις δική σου ζωή. Κάτι τέτοιο συνέβη και σε μένα πριν λίγες μέρες με το μυθιστόρημα του Λεονάρντο Παδούρα "Ο Άνθρωπος Που Αγαπούσε Τα Σκυλιά" (εκδόσεις Καστανιώτη). Όσο διάβαζα το βιβλίο, ένιωθα περισσότερο ότι συμμετέχω σε ένα κυνήγι θανάτου που ξεκίνησε από τη Σοβιετική Ένωση και, περνώντας από την Ισπανία και το Μεξικό, κατέληξε στην Κούβα, παρά ότι περνώ ήσυχες μέρες στο πατρικό μου.
     Το βιβλίο αναφέρεται σε τρεις άνδρες που η Ιστορία συνέθλιψε τις ζωές τους, τρεις άνδρες που πίστεψαν στο όραμα μιας κομμουνιστικής κοινωνίας, για να διαψευστούν αργότερα οδυνηρά, κι ακόμα τρεις άνδρες που μοιράζονταν την ίδια αγάπη για τα σκυλιά: τον Λεόν Τρότσκι, τον Ραμόν Μερκαντέρ και τον Ιβάν Κάρδενας. Ο πρώτος, στενός συνεργάτης του Λένιν και αρχηγός του Κόκκινου Στρατού, ανήκει στους πρωταγωνιστές της Ιστορίας. Ο δεύτερος, δολοφόνος του πρώτου, γίνεται κομμάτι της Ιστορίας μόνο και μόνο επειδή εκτέλεσε μια εντολή - περίπου όπως ο πιλότος του βομβαρδιστικού στη Χιροσίμα. Ο τρίτος, αποδέκτης της ιστορίας του δεύτερου, θα μπορούσε να είναι ένας από μας, ένα από τα αναρίθμητα πρόσωπα που βιώνουν την Ιστορία μόνο ως θύματά της, χωρίς καμία δυνατότητα να παρέμβουν στα γεγονότα.
     Το κεντρικό γεγονός στο μυθιστόρημα είναι βέβαια η δολοφονία του Τρότσκι, όμως πρέπει πρώτα να διαβάσουμε περισσότερες από 500 σελίδες για να φτάσουμε σ' αυτό. Η αφήγηση ξεκινά το 1929, όταν ο Τρότσκι και η οικογένειά του εγκαταλείπουν τη Σοβιετική Ένωση και παίρνουν το μακρύ δρόμο της εξορίας: από την Πρίγκηπο στη Γαλλία, μετά στη Νορβηγία και τελικά στο Μεξικό. Σταδιακά, ο κλοιός γύρω από τον Τρότσκι στενεύει κι ο ίδιος νιώθει όλο και πιο πολύ την παγερή ανάσα του Στάλιν στο σβέρκο του. Ωστόσο, ενώ είναι βέβαιος από την πρώτη στιγμή ότι ο Στάλιν δε θα του χαρίσει τη ζωή, συνεχίζει με αμείωτη ένταση να προσπαθεί ν' αποκαταστήσει την αλήθεια και να διατηρήσει την επίφαση μιας κανονικής ζωής. Στη διάρκεια αυτής της προσπάθειας, οι απώλειες είναι βαρύτατες: τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του και η πλειοψηφία των συντρόφων του θανατώνονται, ενώ για τον ίδιο ο θάνατος έρχεται μόνο όταν έχει χάσει σχεδόν κάθε στήριγμα και κάθε ελπίδα.
     Παράλληλα, ξετυλίγεται η ιστορία του Ραμόν Μερκαντέρ, που είναι και η πιο ενδιαφέρουσα για τον αναγνώστη. Ο Ραμόν είναι ακόμα μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού στον Ισπανικό Εμφύλιο, όταν δέχεται την πρόταση που του μεταφέρει η μητέρα του να μπει στις Μυστικές Υπηρεσίες της Σοβιετικής Ένωσης. Σιγά σιγά, ο Ραμόν εγκαταλείπει τον εαυτό του για να μετατραπεί σε μια μηχανή που ξέρει να υπακούει, να αντέχει και να σκοτώνει. Με τελικό σκοπό να διεισδύσει στο περιβάλλον του Τρότσκι και να τον δολοφονήσει, αφομοιώνει την ταυτότητα ενός ευκατάστατου, μποέμ Βέλγου που ζει στο Παρίσι, του Ζακ Μορνάρ, και αποκτά δεσμό με τη Σίλβια Αγγέλοφ, μια Αμερικανίδα αφοσιωμένη στον Τρότσκι. Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ευρώπη, πηγαίνει συντροφιά με τη Σίλβια στο Μεξικό, φαινομενικά για να στήσει μια δική του επιχείρηση, στην πραγματικότητα όμως για να σκοτώσει τον Τρότσκι. Μετά από κάποιο διάστημα, καταφέρνει να μπει στο σπίτι του υποψήφιου θύματος και να του σπάσει το κεφάλι με μια ορειβατική σκαπάνη. Στην οργάνωση της δολοφονίας είχε ως συνεργό τη μητέρα του. Αφού πέρασε είκοσι χρόνια σε φυλακές του Μεξικού, ο Ραμόν Μερκαντέρ επέστρεψε στον κόσμο όχι ως ήρωας αλλά ως παρίας. Μεταφέρθηκε στη Σοβιετική Ένωση, όπου παρασημοφορήθηκε αλλά έζησε με ψεύτικο όνομα, και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μεταξύ ΕΣΣΔ και Κούβας, άρρωστος από καρκίνο. Ως το τέλος της ζωής του, συνέχιζε να ακούει μέσα στο κεφάλι του την κραυγή του Τρότσκι την ώρα που τον σκότωνε. Στοιχειωμένος από το φάντασμα του θύματός του, είχε μετατραπεί κι ο ίδιος σε φάντασμα.
     Η τρίτη ιστορία, αυτή που αναφέρεται στον Κουβανό Ιβάν Κάρδενας (alter ego του ίδιου του συγγραφέα), ξεκινά το 1977. Ο Ιβάν, έχει πια παραιτηθεί από τις συγγραφικές του φιλοδοξίες και ζει στα όρια της ανυπαρξίας παλεύοντας να επιβιώσει. Όποτε βρίσκει λίγο χρόνο, κάνει περιπάτους στην αγαπημένη του παραλία έξω από την Αβάνα. Εκεί, τραβούν την προσοχή του δυο υπέροχα σκυλιά, δυο ρωσικά μπορζόι. Ο ιδιοκτήτης των σκύλων συστήνεται στον Ιβάν ως Χάιμε Λόπες και αρχίζει σιγά σιγά να του εμπιστεύεται την τρομερή ιστορία ενός φίλου του, του Ραμόν Μερκαντέρ, δολοφόνου του Τρότσκι. Ο Ιβάν μετά από λίγο καταλαβαίνει ότι έχει μπροστά του τον ίδιο τον Ραμόν Μερκαντέρ και κλονίζεται τόσο πολύ από τις εκμυστηρεύσεις του, που συνειδητοποιεί ότι μόνο γράφοντας γι' αυτές θα μπορέσει ν' απαλλαγεί από το βάρος τους.
     Κατά την αφήγηση των τριών αυτών ιστοριών, που συμπλέκονται τελικά σε μία, ο όγκος των πληροφοριών που έχει να διαχειριστεί ο συγγραφέας είναι τεράστιος: ο Ισπανικός Εμφύλιος, οι δίκες της Μόσχας, οι σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες και η διαβόητη Λουμπιάνκα, το σύμφωνο Ριμπεντροπ- Μολότοφ και οι διώξεις του κουβανικού καθεστώτος καταγράφονται όλα με διαφωτιστικές λεπτομέρειες. Ωστόσο ο συγγραφέας δεν επικεντρώνεται σε αυτά. Δεν επικεντρώνεται καν στην πλοκή, που ξεπερνά κάθε κατασκοπικό θρίλερ, παρ' όλο που είναι πέρα για πέρα αληθινή. Αντιθέτως, το κύριο μέλημα του Παδούρα είναι να φωτίσει την ψυχοσύνθεση των ηρώων και ιδιαίτερα τα πιο σκοτεινά της σημεία, πράγμα που τον φέρνει κοντά στον Ντοστογιέφσκι. Ειδικότερα η σκιαγράφηση της ακραίας προσωπικότητας της Καριδάδ Μερκαντέρ ντελ Ρίο, της μητέρας του Ραμόν, και η επίδραση που είχε στον γιο της, μοιάζει σαν να βγήκε από τις σελίδες των Δαιμονισμένων. Όσο για τον ίδιο τον Ραμόν και τον τρόπο που παλεύει με τους δικούς του δαίμονες, θυμίζει το "Έγκλημα και Τιμωρία".
     "Ο Άνθρωπος Που Αγαπούσε Τα Σκυλιά" δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Είναι όμως ένα βιβλίο συγκλονιστικό, που ο αναγνώστης το κουβαλά μέσα του για πολύ καιρό αφότου το τελειώσει.

Υ.Γ. 1: Δε μπορώ να μην αναφερθώ στην εξαιρετική μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.
Υ.Γ. 2: Αν καταλαβαίνετε ισπανικά έστω και λίγο, αξίζει τον κόπο να δείτε το ντοκιμαντέρ asaltar los cielos, στο οποίο μιλούν για τον Ραμόν Μερκαντέρ και τη δολοφονία του Τρότσκι πολλά από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο.


Σάββατο 3 Μαΐου 2014

ΌΤΑΝ ΑΝΤΑΜΩΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ 'ΡΧΕΤΑΙ ΜΕΣ ΑΠ' ΤΗ ΣΙΚΑΛΗ

     "Ο Φύλακας στη Σίκαλη" παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, παρ' όλο που έχω περάσει προ πολλού την εφηβεία κι έχω πάψει να μισώ όλον τον κόσμο, κατά το πρότυπο του ήρωα. Ωστόσο, εξακολουθώ να συγκινούμαι με την επιθυμία του Χόλντεν Κόλφιλντ να γίνει "φύλακας στη σίκαλη", δηλαδή φύλακας στην παιδική ηλικία. Ίσως μάλιστα η αγάπη μου για το βιβλίο και τον ήρωά του να 'παιξε κάποιο ρόλο στη δική μου απόφαση να δουλέψω με παιδιά, ίσως βέβαια να είναι και εντελώς άσχετη... Όπως κι αν έχει, όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο, θα θυμάστε ότι το χωράφι με τη σίκαλη ως σύμβολο της παιδικής ηλικίας προέκυψε από το τραγούδι "όταν ανταμώνεις κάποιον που'ρχεται μεσ' απ' τη σίκαλη", το οποίο ακούει ο Χόλντεν σε κάποια στιγμή, καθώς περιφέρεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης, να το σιγοτραγουδάει ένα παιδάκι. Δεν είχα ιδέα ποιο είναι αυτό το τραγούδι, μέχρι που το βρήκα στο you tube (αλήθεια, πώς βρίσκαμε οτιδήποτε πριν εμφανιστεί το ίντερνετ;) και μάλιστα να το τραγουδάει η Άβα Γκάρντνερ στο "Mogambo", μια εξωτική περιπέτεια του '53 με υποτυπώδη πλοκή αλλά λαμπερούς πρωταγωνιστές. Ορίστε λοιπόν...


Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

1984

     Κι από τη δυστοπία του Κάφκα, στη δυστοπία του Όργουελ. Το παρακάτω βίντεο το είχε στείλει ο Σ.Μ. ως σχόλιο στο post για τον θάνατο του Μαντέλα. Προέρχεται από το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του BBC "George Orwell - A Life In Pictures", παραγωγής 2003. Η δημοσιογράφος, αφού δηλώνει ότι το "1984" είναι ένα τρομακτικό αριστούργημα, για την ακρίβεια τόσο τρομακτικό που δε θα ήθελε να διαβάσει κάποιο άλλο σαν αυτό (συμφωνώ και με τα δύο μέρη της δήλωσής της), κάνει στον Όργουελ την εξής ερώτηση: "Κάποτε ισχυριστήκατε ότι έχετε την ικανότητα να αντιμετωπίζετε δυσάρεστες καταστάσεις. Αυτό είναι που επιδεικνύετε στο "1984", με το να σκιαγραφείτε ένα ακριβές πορτρέτο του μέλλοντος;" Η απάντηση του Όργουελ είναι ανατριχιαστική: "Κάτι σαν το "1984" θα μπορούσε πράγματι να συμβεί. Αυτή είναι η κατεύθυνση στην οποία βαδίζει ο κόσμος στην παρούσα φάση. Στον κόσμο μας, δε θα υπάρχουν συναισθήματα, εκτός από το φόβο, την οργή, τον θρίαμβο και τον αυτοεξευτελισμό. Το σεξουαλικό ένστικτο θα ξεριζωθεί, θα καταργήσουμε τον οργασμό, δε θα υπάρχει πίστη, εκτός από την πίστη στο κόμμα, αλλά πάντα θα υπάρχει η μέθη της εξουσίας, πάντα και κάθε στιγμή θα υπάρχει ο ενθουσιασμός της νίκης, η αίσθηση του ποδοπατήματος ενός αβοήθητου εχθρού. Αν θέλετε μια εικόνα του μέλλοντος, φανταστείτε μια μπότα να πατάει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, για πάντα. Το ηθικό δίδαγμα που μπορεί να βγάλει κανείς από αυτή την επικίνδυνη, εφιαλτική κατάσταση είναι απλό: Μην το αφήσετε να συμβεί. Εξαρτάται από σας."


     Υπάρχει κάτι ακόμα, με το οποίο θέλω να συμπληρώσω αυτή την αναφορά στο "1984". Μια πρόσφατη (περσινή) έκδοση του βιβλίου από τον εκδοτικό οίκο Penguin, με το εξής ιδιοφυώς απλό ή απλά ιδιοφυές εξώφυλλο: το όνομα του συγγραφέα και ο τίτλος του βιβλίου είναι καλυμμένα με μαύρη ταινία, όπως θα γινόταν αν ίσχυε η αδυσώπητη λογοκρισία που περιγράφεται στο "1984"!


Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΟΥΝΟ

     "Αυτό που ονομάζουμε ανία είναι, λοιπόν, πολύ περισσότερο μια αρρωστημένη συντόμευση της διάρκειας του χρόνου ως αποτέλεσμα μονοτονίας: μεγάλα χρονικά διαστήματα συρρικνώνονται, όταν επικρατεί αδιάκοπη ομοιομορφία κατά τρόπο που τρομάζει την καρδιά έως θανάτου. Όταν η μία μέρα είναι σαν όλες, τότε είναι όλες σαν μία. Και στην πλήρη ομοιομορφία θα βιωνόταν και η πιο μακρόχρονη ζωή ως τελείως σύντομη και θα εξανεμιζόταν χωρίς να το αντιληφθούμε. Η συνήθεια είναι απονάρκωση ή, έστω, ξεθώριασμα της αίσθησης του χρόνου, κι αν τα χρόνια της νιότης βιώνονται αργά, μετέπειτα όμως περνάει όλο και βιαστικότερη, αυτό πρέπει να οφείλεται στη συνήθεια. [...] Αυτές οι παρατηρήσεις παρεμβάλλονται εδώ, μόνο επειδή ο Χανς Κάστορπ είχε κάτι παρόμοιο στο νου του, όταν μετά λίγες ημέρες είπε στον εξάδελφό του (κοιτάζοντάς τον με κοκκινισμένα μάτια): "Είναι και θα είναι παράξενο πόσο μακρύς φαίνεται αρχικά ο χρόνος σ' ένα ξένο μέρος. Δηλαδή...Φυσικά ούτε λόγος να γίνεται ότι πλήττω, αντίθετα, μπορώ να πω ότι διασκεδάζω βασιλικά. Μα όταν κοιτάζω πίσω μου, αναδρομικά δηλαδή, κατάλαβέ με σωστά, μου φαίνεται σαν να ήμουν κι εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό εδώ πάνω κι ο χρόνος πίσω μέχρι τότε που έφτασα μου μοιάζει σαν αιωνιότητα".

(σελ. 173 -175, Τόμας Μαν, Το Μαγικό Βουνό, μτφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, εκδόσεις Εξάντας)

Υ.Γ.: Η ενότητα audiovisual delight βασίζεται στην εξής ιδέα: Ως αφετηρία υπάρχει ένα σημαντικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από το οποίο αντιγράφω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα και το συνδυάζω με μια φωτογραφία που, κατά τη γνώμη μου, απηχεί την ατμόσφαιρα του έργου. Στη συνέχεια, συνδέω με link από το youtube ένα τραγούδι εμπνευσμένο από το συγκεκριμένο έργο με μια φράση του κειμένου που θα μπορούσε να έχει αποτελέσει την πηγή έμπνευσης, τη βάση του τραγουδιού.