Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγκόσμια λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγκόσμια λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

ΚΙ ΌΜΩΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ

     Το κούφιο παράθυρο στον μοναχικό τοίχο έχασκε μενεξεδένιο, γεμάτο από τον πρώιμο απογευματινό ήλιο. Σύννεφα σκόνης άστραφταν ανάμεσα στα υψωμένα απομεινάρια των καπνοδόχων. Η έρημος των ερειπίων λαγοκοιμόταν.
     Είχε τα μάτια κλειστά. Μεμιάς σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. Κατάλαβε ότι κάποιος είχε έρθει και στεκόταν τώρα μπροστά του σκοτεινός, σιωπηλός. Τώρα με τσάκωσαν, σκέφτηκε. Αλλά παίζοντας λίγο τα βλέφαρα είδε μονάχα δυο πόδια ντυμένα μ' ένα παντελόνι κάπως φτωχικό. Έτσι στραβά που στέκονταν μπροστά του, μπορούσε να δει ανάμεσά τους.
     Τόλμησε να ρίξει μια γρήγορη ματιά από τα μπατζάκια προς τα πάνω και διέκρινε έναν ηλικιωμένο άντρα. Είχε ένα μαχαίρι κι ένα καλάθι στο χέρι. Και λίγο χώμα στην άκρη των δαχτύλων.
     - Κοιμάσ' εδώ, ε; ρώτησε ο άντρας και κοίταξε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Ο Γύργκεν, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα, είδε τον ήλιο ανάμεσα απ' τα πόδια του άντρα και είπε: "Όχι, δεν κοιμάμαι. Πρέπει να φυλάω εδώ πέρα".
     Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. -Α, γι' αυτό έχεις λοιπόν αυτό το μεγάλο ξύλο;
     -Ναι, απάντησε ο Γύργκεν θαρραλέα και κράτησε σφιχτά το ξύλο.
     -Και τι φυλάς;
     -Δεν μπορώ να το πω. Τα χέρια του έσφιγγαν το ξύλο.
     -Τίποτα λεφτά μήπως; Ο άντρας άφησε κάτω το καλάθι και σκούπισε το μαχαίρι εδώ κι εκεί πάνω στο παντελόνι του.
     -Όχι, λεφτά πάνως όχι, είπε ο Γύργκεν με περιφρόνηση. Κάτι εντελώς διαφορετικό.
     -Ε, τι λοιπόν;
     -Δεν μπορώ να το πω. Κάτι άλλο τελοσπάντων.
     -Καλά, όχι λοιπόν. Τότε κι εγώ βέβαια δεν θα σου πω τι έχω μέσα στο καλάθι. Ο άντρας χτύπησε με το πόδι το καλάθι κι έκλεισε το μαχαίρι.
     -Μμ, το φαντάζομαι τι έχει το καλάθι, είπε ο Γύργκεν υποτιμητικά. Τροφή για κουνέλια.
     -Ναι, που να πάρει! είπε ο άντρας έκπληκτος, είσαι και ξύπνιος. Και πόσων χρονών είσαι;
     -Εννιά.
     -Μπα, για δες, εννιά λοιπόν. Τότε βέβαια θα ξέρεις κιόλας πόσα μας κάνουν τρία επί εννιά, ε;
     -Σίγουρα, είπε ο Γύργκεν και για να κερδίσει χρόνο συνέχισε: "Είναι πολύ εύκολο". Και κοίταξε μέσα απ' τα πόδια του άντρα. "Τρία επί εννιά, ε;" ξαναρώτησε. "Είκοσι εφτά. Το ήξερα απ' την αρχή".
     -Σωστά, είπε ο άντρας, ακριβώς τόσα κουνέλια έχω.
     -Ο Γύργκεν έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα. "Είκοσι εφτά;"
     -Μπορείς να τα δεις. Πολλά ειν' ακόμα πάρα πολύ μικρά. Θέλεις;
     -Δεν μπορώ όμως. Αφού πρέπει να φυλάω, είπε ο Γύργκεν αβέβαια.
     -Συνέχεια; ρώτησε ο άντρας, ακόμα και τη νύχτα;
     -Ακόμα και τη νύχτα. Συνέχεια. Πάντα. Ο Γύργκεν κοίταξε ψηλά πάνω απ' τα στραβά πόδια. Ήδη απ' το Σάββατο, ψιθύρισε.
     -Και δεν πηγαίνεις δηλαδή καθόλου στο σπίτι; Πρέπει να τρως κιόλας.
Ο Γύργκεν σήκωσε μια πέτρα. Από κάτω είχε μισό ψωμί. Και μια ταμπακιέρα.
     -Καπνίζεις; ρώτησε ο άντρας, έχεις και πίπα;
Ο Γύργκεν έπιασε με δύναμη το ξύλο του κι είπε διστακτικά: "Εγώ στρίβω. Η πίπα δεν μ' αρέσει.
     -Κρίμα! ο άντρας έσκυψε προς το καλάθι του, τα κουνέλια θα μπορούσες άνετα να τα δεις μια φορά. Ειδικά τα μικρά. Μπορεί να διάλεγες και κανένα. Αλλά εσύ δεν μπορείς να φύγεις από δω.
     -Όχι, είπε ο Γύργκεν λυπημένα, όχι, όχι.
     Ο άντρας πήρε το καλάθι και σηκώθηκε. "Καλά λοιπόν, αν πρέπει να μείνεις εδώ, κρίμα". Και γύρισε να φύγει. "Αν δε μαρτυρήσεις", είπε τότε βιαστικά ο Γύργκεν, "εξαιτίας των ποντικών".
     Τα στραβά πόδια έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω. "Εξαιτίας των ποντικών;"
     -Ναι, τρώνε τους πεθαμένους. Τους ανθρώπους. Απ' αυτό ζούνε.
     -Ποιος το λέει αυτό;
     -Ο δάσκαλός μας.
     -Κι εσύ φυλάς τους ποντικούς; ρώτησε ο άντρας.
     -Όχι αυτούς βέβαια. Και μετά είπε σιγά σιγά: "Ο αδερφός μου, ειν' εκεί κάτω. Εκεί". Ο Γύργκεν έδειξε με το ξύλο τους γκρεμισμένους τοίχους. "Το σπίτι μας δέχτηκε μια βόμβα. Μεμιάς χάθηκε το φως απ' το υπόγειο. Κι αυτός χάθηκε. Φωνάξαμε κιόλας. Ήταν πολύ μικρότερος από μένα. Μόλις τεσσάρων. Πρέπει να είναι δω ακόμα. Είναι πολύ μικρότερος από μένα".
     Ο άντρας κοίταζε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Αλλά μετά είπε ξαφνικά: "Ναι, αλλά δεν σας είπε ο δάσκαλός σας ότι τη νύχτα οι ποντικοί κοιμούνται;"
     -Όχι, ψιθύρισε ο Γύργκεν και φάνηκε αμέσως πάρα πολύ κουρασμένος· αυτό δεν το είπε.
     Ορίστε, είπε ο άντρας, τι δάσκαλος είναι, αν δεν ξέρει ούτε καν αυτό. Κι όμως, τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί. Τη νύχτα μπορείς να πηγαίνεις ήσυχα στο σπίτι. Τη νύχτα κοιμούνται πάντα. Απ' την ώρα που βραδιάζει κιόλας.
     Ο Γύργκεν έφτιαχνε με το ξύλο μικρούς λάκκους στα συντρίμμια.
     Πολλά μικρά ζωάκια, σκεφτόταν, όλο μικρά ζωάκια. Τότε είπε ο άντρας (και τα στραβά του πόδια ήταν πολύ ανήσυχα καθώς μιλούσε): "Ξέρεις τι θα γίνει;  Τώρα θα ταΐσω γρήγορα γρήγορα τα κουνέλια μου κι όταν νυχτώσει, θα σε πάρω. Μπορεί να φέρω κι ένα μαζί μου. Ένα μικρό. Τι λες;
     Ο Γύργκεν έσκαβε μικρούς λάκκους στα συντρίμμια. Πολλά μικρά κουνέλια. Άσπρα, γκρίζα, ασπρόγκριζα. "Δεν ξέρω", είπε σιγανά και κοίταξε τα στραβά πόδια, "αν στ' αλήθεια κοιμούνται τη νύχτα".
     Ο άντρας σκαρφάλωσε πάνω απ' τα ερείπια του τοίχου και βγήκε στο δρόμο. "Φυσικά", είπε από κει, "ο δάσκαλός σας πρέπει να τα μαζεύει αν δεν ξέρει ουτ' αυτό".
     Τότε ο Γύργκεν σηκώθηκε πάνω και ρώτησε: "Μπορώ μήπως να πάρω ένα; Μήπως ένα μικρό;"
     Θα προσπαθήσω, φώναξε ο άντρας φεύγοντας, αλλά πρέπει να περιμένεις εδώ, μέχρι τότε. Μετά θα 'ρθω μαζί σου στο σπίτι, εντάξει; Πρέπει να πω στον πατέρα σου πώς φτιάχνεται ένα κλουβί για κουνέλια. Γιατί αυτό μια φορά πρέπει να το ξέρετε.
     Ναι, φώναξε ο Γύργκεν. Θα περιμένω. Πρέπει, άλλωστε, να φυλάω μέχρι να νυχτώσει. Θα περιμένω οπωσδήποτε. Και φώναξε: "Έχουμε ακόμα σανίδες στο σπίτι. Σανίδες από κιβώτια", φώναξε.
     Αλλ' αυτά ο άντρας δεν τ' άκουγε πια. Προχωρούσε με τα στραβά του πόδια προς την κατεύθυνση του ήλιου. Ήταν αυτός ο κόκκινος απογευματινός ήλιος κι ο Γύργκεν μπορούσε να τον δει να λάμπει μεσ' απ' τα πόδια, τόσο στραβά ήταν. Και το καλάθι έγερνε ανήσυχα από δω κι από κει. Είχε τροφή για κουνέλια εκεί μέσα. Πράσινη τροφή για κουνέλια που είχε γίνει λίγο γκρίζα απ' τη σκόνη.

Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ

Romualdas Rakauskas

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΦΙΛΗ ΜΟΥ

     Πριν από ένα περίπου μήνα διάβασα το  μυθιστόρημα "Η Υπέροχη Φίλη Μου" (εκδόσεις Πατάκη), το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος της τετραλογίας της Νάπολης από τη συγγραφέα που είναι γνωστή με το ψευδώνυμο Έλενα Φερράντε. Είναι γεγονός ότι το ξεκίνησα κάπως απρόθυμα, επειδή είχα ακούσει πάρα μα πάρα πολλά γι' αυτό, πράγμα που συνήθως με κάνει καχύποπτη, κι ακόμα επειδή με απωθούσε το κιτς εξώφυλλο που θύμιζε γυναικεία παραλογοτεχνία. Ωστόσο, το συνιστούσαν άνθρωποι (και sites) που εμπιστεύομαι, οπότε είπα να δώσω μια ευκαιρία. Και φυσικά δεν το μετάνιωσα -τι βιβλίο!
     Η ιστορία επικεντρώνεται στη φιλία δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν σε μια φτωχογειτονιά της Νάπολης τη δεκαετία του πενήντα. Οι πληγές του πολέμου, η παντοκρατορία της μαφίας και τα πολιτικά πάθη αναφέρονται υπαινικτικά, μας επιτρέπουν όμως να εντοπίσουμε τις αιτίες που συνθέτουν το βίαιο, μίζερο σκηνικό της ζωής των κοριτσιών, από το οποίο προσπαθούν με όλη τους τη δύναμη να ξεφύγουν. Η Έλενα, που έχει και το ρόλο της αφηγήτριας, προσπαθεί μέσα από τα γράμματα να σπάσει τα δεσμά της τάξης της (το όνειρο αυτό δεν είχε ακόμα ξεφτίσει κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες), βιώνοντας παράλληλα την ενοχή ότι προδίδει τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγάλωσε. Αντίθετα, η Λίλα δεν μπορεί να ξεφύγει από τα όρια του περιβάλλοντός της, οπότε προσπαθεί να εξασφαλίσει τον εαυτό της με το μόνο μέσο που της επιτρέπεται, το γάμο. Σ' όλη αυτή την προσπάθεια των κοριτσιών να βρουν τη θέση τους μέσα στον κόσμο, παίρνοντας δύναμη και θάρρος η μια από την άλλη, φανερώνεται η περιπλοκότητα και το μεγαλείο της γυναικείας φιλίας. Μέσα από την ιστορία της Έλενας και της Λίλας, η Φερράντε κατορθώνει ν' αποτυπώσει την ωμή δύναμη της ζωής και τη βίαιη απόγνωση της εργατικής τάξης, που προσπαθεί σπασμωδικά ν' αντιδράσει στην προκαθορισμένη μοίρα της. χωρίς να καταφεύγει σε κανενός τύπου μυθοποίηση, πράγμα που εδώ στην Ελλάδα ο μόνος που, κατά τη γνώμη μου, το κατάφερε με παρόμοιο τρόπο δεν ήταν συγγραφέας αλλά σκηνοθέτης -ο Δαμιανός με τη Ευδοκία του.
     Εν τούτοις, το μεγαλύτερο επίτευγμα της Φερράντε είναι η απόδοση των κοινωνικών εντάσεων και των αντιφάσεων των ηρώων με μία γλώσσα μοναδική, ζωντανή και αφτιασίδωτη. Η ίδια η Φερράντε, δια στόματος Έλενας, περιγράφει με ακρίβεια το γράψιμό της: "Είχα την αίσθηση -για να το πω με σημερινούς όρους- πως όχι μόνο ήξερε να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, αλλά είχε αναπτύξει εκείνο το χάρισμα που ήδη γνώριζα απ' όταν ήταν παιδί: μόνο που τώρα το έκανε ακόμη καλύτερα, έπαιρνε τα γεγονότα και με τελείως φυσικό τρόπο, τα διατύπωνε φορτισμένα με ένταση· ενίσχυε την πραγματικότητα αποδίδοντάς τη με λέξεις που τις μπόλιαζε με ενέργεια".
     Περιμένω με ανυπομονησία να κυκλοφορήσουν στα ελληνικά και τα υπόλοιπα βιβλία της τετραλογίας.

(πηγή: time.com)

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

     Εχθές το βράδυ κάθισα στο σπίτι και είδα στην τηλεόραση τον αγώνα Αγγλία - Ισλανδία. Ευχαρίστως θα έκανα οτιδήποτε άλλο εκείνη την ώρα, θα μπορούσα ακόμα και να σιδερώσω την πελώρια στοίβα ρούχων που έχω καταχωνιάσει στην ντουλάπα, όμως μια ξαφνική αδιαθεσία μ' έριξε  στον καναπέ και ήταν αδύνατο να σηκωθώ από εκεί. Με λίγα λόγια, δε με συγκινεί το ποδόσφαιρο· δεν ξέρω κανέναν τωρινό παίκτη μεγάλης ελληνικής ομάδας, ούτε ξέρω ποια ομάδα νίκησε στο champions league, ούτε καν κάθε πότε γίνονται το euro και το champions league.Το θέμα είναι ότι για χρόνια πίστευα ότι αυτή η άγνοια περί ποδοσφαίρου είναι χαρακτηριστική των ανθρώπων που αγαπούν το διάβασμα, μιας κι έχουν πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουν από το να παρακολουθούν 22 κάγκουρες να κυνηγούν μια μπάλα. Ώσπου βγήκε το πρώτο τεύχος της lifo πριν από καμιά δεκαριά χρόνια και διαπίστωσα ότι η στήλη του Κωστή Παπαγιώργη γράφει για ποδόσφαιρο. Του Κωστή Παπαγιώργη. Για ποδόσφαιρο. Επομένως, αυτό που μέχρι τότε με βόλευε να πιστεύω δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Στη συνέχεια, διαπίστωσα ότι πολλοί άλλοι συγγραφείς και διανοούμενοι ήταν παθιασμένοι με το ποδόσφαιρο, οπότε κατάπια την έπαρση μου και πήρα ένα γερό μάθημα. Γι' αυτό σήμερα, που το euro περνά στη φάση των 8, όπως έμαθα εχθές, είπα να γράψω κάτι για τους ποδοσφαιρόφιλους συγγραφείς.
     Ο πρώτος είναι βέβαια ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος, εκτός από ποδοσφαιρόφιλος, ήταν ποδοσφαιριστής κι ο ίδιος. Η θέση του ήταν πάντα στο τέρμα κι αυτό γιατί ο τερματοφύλακας καταστρέφει τα παπούτσια του λιγότερο από τους άλλους παίκτες, πράγμα σημαντικό για ένα παιδί που ζει σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, όπως ο μικρός Καμύ. Ως φοιτητής έπαιξε με την πανεπιστημιακή ομάδα Racing Universitaire Algerois (RUA), ωστόσο τα όνειρά του για μια καριέρα στο ποδόσφαιρο τερματίστηκαν όταν αρρώστησε με φυματίωση και έκτοτε τα πνευμόνια του δεν άντεχαν την καταπόνηση που απαιτεί το ποδόσφαιρο. Τη δεκαετία του '50, όταν του ζήτησαν από ένα περιοδικό αποφοίτων του πανεπιστημίου του να γράψει κάτι, ο Καμύ έγραψε μεταξύ άλλων πως "ό,τι γνωρίζω περί ηθικής, το χρωστάω στο ποδόσφαιρο". (πηγή: toutelaculture.com)

     Τερματοφύλακας ήταν επίσης ο σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο συγγραφέας του Σέρλοκ Χολμς. Έπαιζε για την ομάδα Portsmouth Association Football Club με το ψευδώνυμο AC Smith τον καιρό που ζούσε στο Southsea. Γενικότερα, φαίνεται ότι ήταν αθλητικός τύπος, αφού, εκτός από ποδόσφαιρο, έπαιζε κρίκετ κι έκανε σκι. Το μόνο που δεν κολλάει με την εικόνα του ιδιοφυούς συγγραφέα και συγχρόνως σκληραγωγημένου αθλητή είναι το γεγονός ότι πίστευε στις νεράιδες. Αλλά άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. (πηγή: www.telegraph.co.uk)

     Ο Νικ Χόρνμπι, εκτός από κολλημένος με τη μουσική, όπως φαίνεται από το εκπληκτικό High Fidelity, είναι και κολλημένος με τη μπάλα. Άλλωστε, πριν το High Fidelity είχε κυκλοφορήσει τον Πυρετό Της Μπάλας, ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, όπου καταθέτει τη λατρεία του για την Άρσεναλ. Το βιβλίο έγινε ταινία το 1997 στην Αγγλία και το 2005 στην Αμερική, μόνο που εκεί το πάθος για το ποδόσφαιρο μετατράπηκε σε πάθος για το μπέιζμπολ, μιας και οι Αμερικάνοι έχουν αυτή την ακατανόητη προτίμηση για το μπέιζμπολ έναντι του ποδοσφαίρου. (πηγή: en.wikipedia.org)

     Από ένα τέτοιο ποστ δε θα μπορούσε να λείπει η Λατινική Αμερική, η οποία εκπροσωπείται από τον Ουρουγουανό Εδουάρδο Γκαλεάνο. Όντας, εκτός από ποδοσφαιρόφιλος, πολιτικός ακτιβιστής και πολυγραφότατος συγγραφέας, ήταν φυσικό ν' αναφέρεται συχνά στις πολιτικές προεκτάσεις του ποδοσφαίρου και να γράφει βιβλία γι' αυτό, με πρώτο το Η Μεγαλειότητά του Το Ποδόσφαιρο (Su Majestad El Futbol) το 1968 και αργότερα, το 1995, Τα Χίλια Πρόσωπα Του Ποδοσφαίρου (El Futbol A Sol Y Sombra), όπου δηλώνει ότι "δεν είμαι τίποτα παραπάνω παρά ένας ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου". (Διαβάστε όλο το βιβλίο εδώ)

     Για να έρθουμε επιτέλους και στα δικά μας, πάθος με το ποδόσφαιρο είχε ο Κωστής Παπαγιώργης. Φανατικός οπαδός του Παναθηναϊκού, παρακολουθούσε κάθε αγώνα κι έγραφε για το ποδόσφαιρο με την ίδια διεισδυτικότητα που έγραφε για τον Ντοστογιέφσκι ή τον Παπαδιαμάντη (ένα άρθρο του για τον Παπαδιαμάντη το 'χω κόψει και φυλάξει κι όποτε το διαβάζω φυσάει καθαρός αέρας μέσα μου). Όπως γράφει ο Ζαχαρίας Σώκος (www.oanagnostis.gr), ο Παπαγιώργης, που του άρεσε να πηγαίνει στο ξενυχτάδικο Ανατολή, συνήθιζε να λέει πως  "στο σκυλάδικο και στο γήπεδο παίζονται όλα".

     Τελειώνοντας, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος ήταν και ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Δεν έχανε αγώνα για αγώνα, είτε στο γήπεδο είτε στην τηλεόραση και μπορούσε να συζητά ώρες για το ποδόσφαιρο, κάνοντας εμβριθέστατες αναλύσεις για την τάδε φάση του δείνα αγώνα. Η πρώτη του ομάδα ήταν ο ΠΑΟΚ, όταν όμως ήρθε να ζήσει στην Αθήνα (έμενε στο Νέο Ηράκλειο, κοντά στο σχολείο μου, και κάθε μεσημέρι που περνούσα πρόσεχα μήπως τον δω να κάθεται στον κήπο) έγινε οπαδός του Απόλλωνα στη Ριζούπολη. Ωστόσο, η μεγάλη του αγάπη ήταν ο Άγιαξ, για τον οποίο έγραψε στην Αυγή της 28ης Οκτωβρίου του 1984 ένα κείμενο λατρείας με το ψευδώνυμο Αλ. Καμής, παραπέμποντας φυσικά σε έναν άλλο αριστερό διανοούμενο που λάτρευε το ποδόσφαιρο, τον Αλμπέρ Καμύ. (μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο εδώ)

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ PATTI SMITH

     Είναι η πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησα το μπλογκ που πέρασαν τόσες μέρες χωρίς να γράψω τίποτα. Δεν είναι ότι βρισκόμουν σε ταξίδι μακρινό ούτε ότι μου συνέβη κάτι τρομερό, απλώς δεν είχα καμία όρεξη να σταθώ μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή. Βαριόμουν αφόρητα να ρίξω έστω και μια ματιά σε οποιαδήποτε σελίδα στο ίντερνετ, οπότε ο υπολογιστής έμενε κλειστός -αυτό θα πει αποτοξίνωση! Σήμερα όμως στρώθηκα να γράψω, καθότι έχει έρθει στην Αθήνα η αγαπημένη Patti Smith και νιώθω πως χρειάζεται να την τιμήσω -πέρα από το ότι θα πάω στη συναυλία- και μέσα από το μπλογκ. Επειδή λοιπόν είναι και η ίδια συγγραφέας (το βιβλίο της Just Kids κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος με τον τίτλο Πάτι και Ρόμπερτ) και πάνω απ' όλα επειδή αγαπά πολύ το διάβασμα και τα βιβλία, είπα να μεταφέρω εδώ ένα ποστ του open culture, όπου η Smith δημοσιεύει μια λίστα με τα αγαπημένα της βιβλία. Υπάρχει βέβαια ο λατρεμένος της Ρεμπώ, οι μπιτ συγγραφείς Κέρουακ, Γκινσμπεργκ και Μπάροουζ, με τον οποίο τη συνέδεε βαθιά φιλία, αλλά και Γκόγκολ, Προυστ, Μπροχ και Μπένγιαμιν, σε μία λίστα συναρπαστική, πολυσυλλεκτική και άκρως βιβλιοφιλική. Την παραθέτω παρακάτω, γράφοντας στα ελληνικά όσα βιβλία έχουν κυκλοφορήσει και στην ελληνική γλώσσα και στα αγγλικά τα υπόλοιπα. Οι παρενθέσεις είναι δικές μου.

  1. Ο Μαιτρ Και Η Μαργαρίτα, Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ
  2. Ταξίδι στην Ανατολή, Έρμαν Έσσε
  3. Το Παιχνίδι Με Τις Χάντρες, Έρμαν Έσσε
  4. Η Καρδιά Του Σκότους, Τζόζεφ Κόνραντ
  5. Μόμπι Ντικ, Χέρμαν Μέλβιλ (Όσοι διαβάζουν το bibliokult ΞΕΡΟΥΝ ότι είναι μέσα και στη δική μου πεντάδα!)
  6. Μπίλι Μπαντ, Χέρμαν Μέλβιλ
  7. Τα Τραγούδια Της Αθωότητας, Ουίλιαμ Μπλέικ
  8. Τα Άγρια Αγόρια, Ουίλιαμ Μπάροουζ
  9. Ουρλιαχτό, Άλεν Γκίνσμπεργκ
  10. Μια Εποχή Στην Κόλαση, Αρθούρος Ρεμπώ
  11. Εκλάμψεις, Αρθούρος Ρεμπώ
  12. Wittgenstein's Poker, David Edmonds, John Eidinow
  13. Βιλέτ, Σαρλότ Μπροντέ
  14. The Process, Brion Gysin
  15. Cain's Book, Alexander Trocchi
  16. Κοριολανός, Ουίλιαμ Σέξπιρ
  17. Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, Όσκαρ Ουάιλντ
  18. Τσάι Στη Σαχάρα, Πολ Μπόουλς (Τι βιβλίο! Και τι ταινία!)
  19. Ενάντια Στην Ερμηνεία, Σούζαν Σόνταγκ
  20. Αναζητώντας Τη Λήθη, Ιζαμπέλ Έμπερχαρντ (Τρομερή περίπτωση η Έμπερχαρντ, αν δεν την ξέρετε, αξίζει τον κόπο να την ψάξετε!)
  21. The Women Of Cairo, Gerard de Nerval
  22. Κάτω από Το Ηφαίστειο, Μάλκομ Λόουρι (Το 'χω πάνω-πάνω στη λίστα μ' αυτά που θέλω να διαβάσω!)
  23. Νεκρές Ψυχές, Νικολάι Γκόγκολ
  24. Το Βιβλίο Της Ανησυχίας, Φερνάντο Πεσόα
  25. Βιργιλίου Θάνατος, Χέρμαν Μπροχ (αυτό και το προηγούμενο είναι τα μοναδικά βιβλία που δεν έχω καταφέρει, όση ευσυνειδησία κι αν επιστράτευσα, να τελειώσω. Ειδικά το συγκεκριμένο, δεν μπόρεσα να το προχωρήσω πάνω από μερικές σελίδες. Μήπως να κάνω άλλη μια προσπάθεια, αφού επιμένει και η Πάτι;)
  26. Ψηλή Σηκώστε Στέγη, Ξυλουργοί, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ
  27. Φράνι Και Ζούι, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ 
  28. Το Άλικο Γράμμα, Ναθάνιελ Χόθορν
  29. A Night Of Serious Drinking, Rene Daumal
  30. Από Τη Μεριά Του Σουάν, Μαρσέλ Προυστ
  31. Ο Ευτυχισμένος Θάνατος, Αλμπερ Καμύ
  32. Ο Πρώτος Άνθρωπος, Αλμπέρ Καμύ
  33. Τα Κύματα, Βιρτζίνια Γουλφ
  34. Μπιγκ Σερ, Τζακ Κέρουακ
  35. Οτιδήποτε από τον Χ. Φ. Λάβκραφτ
  36. Οτιδήποτε από τον Τζ. Γ. Σέμπαλντ (Κι ο Σέμπαλντ πολύ ψηλά στη λίστα με τους συγγραφείς που θέλω να διαβάσω!)
  37. Το Ημερολόγιο Ενός Κλέφτη, Ζαν Ζενέ
  38. The Arcades Project ή οτιδήποτε από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν
  39. Ποιητής Στη Νέα Υόρκη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
  40. Η Χαμένη Τιμή Της Καταρίνα Μπλουμ, Χάινριχ Μπελ
  41. The Palm-Wine Drinkard, Amos Tutuola 
  42. Ice ή οτιδήποτε από την Anna Kavan
  43. The Divine Proportion, H. E. Huntley
  44. Νάντια, Αντρέ Μπρετόν

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

     Αφού ο σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, εφόσον η λογοτεχνία μιλάει γι' ανθρώπους, θα μιλάει και για σκύλους. Παρακάτω, μια λίστα με κάποιους από τους γνωστότερους σκύλους - λογοτεχνικούς ήρωες.


1.   Άργος (Οδύσσεια): Πρώτος στη λίστα δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Άργο, τον σκύλο του Οδυσσέα. Η Οδύσσεια, ένα έπος ειρηνικό, σε αντίθεση με την Ιλιάδα, περιγράφει πολλές πλευρές της οικιακής ζωής· επομένως, δεν θα μπορούσε να λείπει ο σκύλος του σπιτιού, σ' αυτήν την περίπτωση ένα θαυμάσιο κυνηγόσκυλο που μαράζωσε με την απουσία του αφεντικού του. Η στιγμή της συνάντησής τους είναι ένα από τα πιο συγκινητικά σημεία του έργου:
 Κι όμως, αναγνωρίζοντας τον Οδυσσέα στο πλάι του, 
σάλεψε την ουρά του και κατέβασε πάλι τ' αυτιά του, 
όμως τη δύναμη δε βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του. 
Τον είδε εκείνος, και γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του, 
σκούπισε ένα δάκρυ -από τον Εύμαιο κρυφά, 
για να τον ξεγελάσει. [...] 
Μιλώντας πια, προχώρησε στα ωραία δώματα, 
και πέρασε στην αίθουσα με τους περήφανους μνηστήρες. 
Κι αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου,
αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια 
περασμένα, τον Οδυσσέα.   
(ραψωδία ρ, μτφρ. Δ.Ν.Μαρωνίτης)  
  

2.   Μάγκας (Μάγκας): Περνώντας από την αρχαιοελληνική στη νεοελληνική γραμματεία, μας έρχεται αμέσως στο μυαλό ο Μάγκας, από το ομώνυμο βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα. Το πρωτότυπο εδώ είναι ότι αυτός ο γενναίος και ατίθασος σκύλος δεν είναι μόνο ο πρωταγωνιστής αλλά και ο αφηγητής της ιστορίας, εξιστορώντας τις περιπέτειές του από την Αθήνα στην Αλεξάνδρεια και τελικά στη Μακεδονία, όπου παίρνει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα, μόνο που τούτες οι τελευταίες περιπέτειες είναι το θέμα ενός άλλου βιβλίου της Δέλτα, των Μυστικών του Βάλτου.      

3.   Μπουλς Άι (Όλιβερ Τουίστ): Μεταξύ των δυνατότερων χαρακτήρων που έχει πλάσει ο Ντίκενς είναι αυτός του εγκληματία Μπιλ Σάικς, που σκότωσε την Νάνση, τη σύντροφό του, επειδή προσπάθησε να βοηθήσει τον Όλιβερ Τουίστ. Το φρικτό σκυλί του φρικτού Μπιλ Σάικς χρησιμεύει ως alter ego του, αφού είναι τόσο βίαιο κι αιμοβόρο όσο το αφεντικό του. Ωστόσο, όταν ο Σάικς φτάνει στο σημείο να χτυπήσει τη Νάνση μέχρι θανάτου, ακόμα και το πιστό του μπουλ τεριέ προσπαθεί να φύγει μακριά του για ν' απομακρυνθεί από το φονικό, δείχνοντας ότι κι αυτό ακόμα είναι πιο ανθρώπινο από εκείνον. Στη συνέχεια, στη διάρκεια της απεγνωσμένης περιπλάνησης του Σάικς στο Λονδίνο, ο σκύλος τον ακολουθεί, υπενθυμίζοντας με την παρουσία του το έγκλημά του. Τελικά, ο σκύλος είναι που θα οδηγήσει την αστυνομία στο αφεντικό του, μόνο που, αμέσως μετά τον θάνατο του Σάικς, ο Μπουλς Άι θα πεθάνει με παρόμοιο τρόπο. 

4.   Το Σκυλί (Το Ημερολόγιο Του Άντριαν Μολ): Παραμένουμε στην Αγγλία, όμως από το βικτωριανό Λονδίνο και τον βασανισμένο του υπόκοσμο, περνάμε στα Μίντλαντς της εποχής της Θάτσερ και τον Άντριαν Μολ, που 'χει κι αυτός τα δικά του βάσανα. Ένα από αυτά είναι το σκυλί, ο θεόχαζος σκύλος της οικογένειας Μολ, που παραμένει ανώνυμος σ' όλα τα βιβλία της σειράς. Κάθε τόσο ο Άντριαν πρέπει να μαζεύει τις ζημιές του, να μαλώνει εξαιτίας του με τους γείτονες και να το τρέχει στον κτηνίατρο για ν' αφαιρέσει αυτά που κατά καιρούς καταπίνει, όπως κάρβουνα, στρατιωτάκια κι ένα σωρό άλλα. Καημένε Άντριαν, σαν να μην έφτανε που όλα τα άλλα στη ζωή του πάνε χάλια...

5.   Μπακ (Το Κάλεσμα Της Άγριας Φύσης): Όλοι συμφωνούμε ότι τις ωραιότερες ιστορίες με σκυλιά τις έχει γράψει ο Τζακ Λόντον. Μια απ' αυτές είναι το Κάλεσμα της Άγριας Φύσης, με κεντρικό ήρωα τον Μπακ. ο οποίος, καθώς χρησιμοποιείται από τους χρυσοθήρες της Αλάσκας για να σύρει τα έλκηθρά τους, προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, να επιβληθεί στα άλλα σκυλιά της αγέλης και κυρίως να προστατευτεί από τη βάναυση συμπεριφορά των αφεντικών του. Τελικά, ακολουθεί μια αγέλη λύκων και αφήνεται στο κάλεσμα της άγριας φύσης.

6.   Καστάνκα (Καστάνκα): Με ψυχροπολεμική λογική, περνάμε από την Αμερική στη Ρωσία. Η μικρή Καστάνκα, στο ομώνυμο διήγημα του Τσέχοφ, αφού έχασε τα αφεντικά της, μπήκε στο τσίρκο, μέχρι που κάποια στιγμή, σε μια παράσταση, τους αναγνώρισε ανάμεσα στους θεατές και ξαναγύρισε κοντά τους.

7.   Μπάνγκα (Ο Μαιτρ Κι Η Μαργαρίτα): Στα μέχρι τώρα παραδείγματα, κάθε σκύλος μοιάζει πάρα πολύ με το αφεντικό του. Στην περίπτωση του Μπάνγκα και του Πόντιου Πιλάτου όμως, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί· ο Μπάνγκα είναι ένα γενναίο σκυλί, ενώ ο Πόντιος Πιλάτος είναι τόσο δειλός που προτιμά να "νίψει τας χείρας του" και να στείλει τον κατηγορούμενο στον σταυρό, παρά να πάρει την ευθύνη της απόφασης να τον αθωώσει. Παρ' όλα αυτά, ο Μπάνγκα μένει πιστός στον αφέντη του όλους αυτούς τους ατέλειωτους αιώνες που ο  Πιλάτος υποφέρει εξαιτίας του αμαρτήματος της δειλίας.

8.   Ο Άνθρωπος Που Αγαπούσε Τα Σκυλιά: Εδώ δεν έχουμε ένα μόνο σκυλί αλλά πολλά, αφού το κοινό στοιχείο ανάμεσα στους τρεις ήρωες αυτού του πολιτικού θρίλερ (τον Λέοντα Τρότσκι, τον δολοφόνο του, Ραμόν Μερκαντέρ, και τον Κουβανό συγγραφέα Ιβάν Κάρδενας) είναι η αγάπη τους για τα σκυλιά, με μια ιδιαίτερη αδυναμία στη ρώσικη ράτσα των Μπορζόι.

9.   Ιντεφίξ (Αστερίξ): Αυτός εδώ είναι από τους πιο αγαπημένους όλων μας! Αγαπάμε Ιντεφίξ όχι μόνο γιατί συντροφεύει τους ήρωες σε όλες τους τις περιπέτειες αλλά και για τις οικολογικές του ευαισθησίες, μιας και κάθε φορά που ο Οβελίξ ξεριζώνει ένα δέντρο για να πιάσει κάποιον άτυχο λεγεωνάριο που έχει κρυφτεί εκεί πάνω, ο Ιντεφίξ κλαίει γοερά. 

10.   Μιλού (Τεν Τεν): Μπορεί ο Τεν Τεν να είναι βαρετά άψογος, όμως οι ήρωες που τον περιβάλλουν είναι πολύ ωραίοι τύποι. Εντάξει, η αδυναμία μου είναι ο καπετάν Χάντοκ, αλλά το ίδιο καλός και εξίσου γερό ποτήρι είναι ο Μιλού. Οι αγαπημένες μου στιγμές είναι όταν εμφανίζονται ο Μιλού - άγγελος και ο Μιλού - διάβολος, προσπαθώντας να τον επηρεάσουν: τελικά πάντα νικάει ο διαβολικός Μιλού και το σκυλί γίνεται φέσι.

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ

     Κάθε φορά που πηγαίνω στην Αθήνα, υπάρχουν μερικά πράγματα που πρέπει οπωσδήποτε να κάνω, προκειμένου να νιώσω τη ζωή της μητρόπολης να κυλάει ξανά μέσα μου. Ένα απ' αυτά είναι μια επίσκεψη στην Πολιτεία, για να πάρω ένα - δυο βιβλία, αν και κάθε φορά καταλήγω να παίρνω τρία - τέσσερα, που δεν έχουν καμία σχέση μ' εκείνα που αρχικά σκεφτόμουν ν' αγοράσω. Αυτή τη φορά όμως το πλάνο μου ήταν ξεκάθαρο: θα επέλεγα κάτι καινούριο, έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα κι όχι πάλι κάποιον από τους κλασικούς, να 'χω, ρε παιδί μου, μια ιδέα του τι συμβαίνει στη λογοτεχνία τώρα, όχι του τι συνέβαινε τον 19ο αιώνα ή τη δεκαετία του '50... Μ' αυτό το σκεπτικό, πήρα τους Ψαράδες, το πρώτο βιβλίο του Νιγηριανού Chigozie Obioma, γεννημένου το 1986 (!), το οποίο κυκλοφόρησε το 2015 και ήταν υποψήφιο για πολλά λογοτεχνικά βραβεία.
     Οι ψαράδες του τίτλου είναι τέσσερα αδέρφια που μεγαλώνουν σε μια επαρχιακή πόλη της Νιγηρίας τη δεκαετία του '90. Όταν ο αυταρχικός πατέρας τους παίρνει μετάθεση σε άλλη πόλη, τα παιδιά απαλλάσσονται από τον αυστηρό του έλεγχο κι αρχίζουν να πηγαίνουν για ψάρεμα στο κοντινό αλλά επικίνδυνο ποτάμι. Κάποιο απόγευμα, επιστρέφοντας από το ψάρεμά τους, συναντούν έναν τρελό, μια δαιμονική φιγούρα, που προφητεύει ότι ο μεγαλύτερος αδερφός θα σκοτωθεί με φρικτό τρόπο από έναν από τους ψαράδες. Σταδιακά, καθώς ο φόβος του τρώει τα σωθικά, ο μεγαλύτερος αδερφός σπάει τους δεσμούς με την οικογένειά του και μεταμορφώνεται σ' ένα βίαιο πλάσμα που προκαλεί την εκπλήρωση της προφητείας. Τελικά, η οικογένεια διαλύεται, καθώς η μία συμφορά διαδέχεται την άλλη και κάθε φορά που αχνοφαίνεται η ελπίδα, συντρίβεται ξανά.
     Οι Ψαράδες είναι ένα ορμητικό και σκοτεινό έργο· είναι ένα μαύρο πηγάδι που ρουφάει τον αναγνώστη, γι' αυτό σε κάποιο σημείο ένιωσα την ανάγκη να κάνω μια παύση μερικών ημερών στο διάβασμα, προκειμένου να βρω τη δύναμη να συνεχίσω. Σε μια από τις κριτικές του βιβλίου που παρατίθενται στο οπισθόφυλλο διάβασα ότι ο Ομπιόμα είναι ο συνεχιστής του Ατσέμπε, του Νιγηριανού συγγραφέα που έχει γράψει το εξαιρετικό Τα Πάντα Γίνονται Κομμάτια. Αν και συμφωνώ μ' αυτή την κρίση, για μένα το βιβλίο έχει περισσότερα κοινά με τον Θεό Των Μικρών Πραγμάτων της  Ινδής Αρουντάτι Ρόι -άλλο ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο στην αγγλόφωνη λογοτεχνία. Και στα δύο βιβλία, λίγο πριν από το τέλος χρειάστηκε να διακόψω την ανάγνωση για ν' αποφορτιστώ από την έντασή τους. Και στα δύο, ένας ξένος (στους Ψαράδες ο τρελός, στον Θεό Των Μικρών Πραγμάτων ο παιδεραστής) εισβάλλει στη ζωή μιας οικογένειας και την καταστρέφει. Φαίνεται ότι αυτό που στην πλοκή του Τα Πάντα Γίνονται Κομμάτια είναι ξεκάθαρο, δηλαδή η εισβολή του δυτικού ανθρώπου σε μια παραδοσιακή κοινωνία και η κατάρρευση της κοινωνίας αυτής, με λίγα λόγια, το τραύμα της αποικιοκρατίας, εξακολουθεί να υπάρχει στην περίπτωση της Ρόι και του Ομπιόμα, που ανήκουν σε νεότερες γενιές, μόνο που τώρα είναι συγκαλυμμένο και συνυπάρχει μαζί με άλλα ζητήματα.
     Στους Ψαράδες, το βασικότερο από τα ζητήματα αυτά είναι το δέσιμο ανάμεσα στα αδέρφια. Η αφήγηση γίνεται από τον μικρότερο αδερφό κι αυτή η επιλογή υπογραμμίζει το πώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται ως ένα βαθμό τον κόσμο μέσα από τα αδέρφια τους και το πώς η απώλειά τους βιώνεται συγχρόνως ως απώλεια του κόσμου αυτού. Γι' αυτό τον λόγο, η ιστορία των Ψαράδων, γραμμένη με μια γλώσσα ποιητικής απλότητας και λεπτής ευαισθησίας, πέρα από το δυνατό οικογενειακό δράμα, πέρα από τη ζωηρή απεικόνιση της σύγχρονης Νιγηρίας και τις πολιτικές τις προεκτάσεις, είναι, πάνω απ' όλα, ένας ύμνος στην αδελφική αγάπη.

Υ.Γ.: Αν και το διάβασα στα αγγλικά (τελευταία πήρα την απόφαση να διαβάζω αγγλόφωνη λογοτεχνία μόνο από το πρωτότυπο), το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Ιωάννας Ηλιάδη.


Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

     Από τότε που δημοσίευσα τα "Επαγγέλματα Συγγραφέων", σκέφτομαι συχνά πόσους συγγραφείς και πόσα επαγγέλματα έχω αφήσει απέξω· δηλαδή, πραγματικά, πώς είναι δυνατό να έχω ξεχάσει τον Γιώργο Ιωάννου στους δασκάλους; Κι ακόμα, πώς είναι δυνατό να έχω ξεχάσει τους χημικούς - συγγραφείς, που περιλαμβάνουν έναν από τους πιο αγαπημένους μου λογοτέχνες, τον Ελίας Κανέτι, παρ' όλο που ποτέ δεν εργάστηκε ως χημικός, καθώς και τον Πρίμο Λέβι, ο οποίος έγραψε μια από τις πιο συνταρακτικές μαρτυρίες για το Ολοκαύτωμα, το βιβλίο "Εάν Αυτό Είναι Ο Άνθρωπος" (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδόσεις Αγρά). Οι ομοιότητες των δύο αντρών, βέβαια, δεν σταματούν εδώ: και οι δύο ήταν Σεφαραδίτες Εβραίοι κι επίσης -πράγμα που κατά τη γνώμη μου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον- ο Πρίμο Λέβι, ένας άνθρωπος που άντεξε το Άουσβιτς, έδωσε τέλος στη ζωή του μετά τον θάνατο της μητέρας του, ενώ ο Ελίας Κανέτι έδωσε τέλος στην εξιστόρηση της ζωής του, την περίφημη, τρίτομη αυτοβιογραφία του, όταν πέθανε η δική του μητέρα.
     Διαβάζοντας, ωστόσο, πριν λίγες μέρες μια συνέντευξη του Πρίμο Λέβι στον Φίλιπ Ροθ, οδηγήθηκα και σ' άλλες, θαυμαστές συμπτώσεις: όπως ο Πρίμο Λέβι εργάστηκε για πολλά χρόνια σ' ένα εργοστάσιο βερνικιών, το ίδιο έκανε άλλος ένας Ιταλός Εβραίος από την Τεργέστη, ο Ίταλο Σβέβο, ο συγγραφέας του έργου "Η Συνείδηση Του Ζήνωνα". Το εργοστάσιο στο οποίο εργαζόταν, ιδιοκτησίας του πεθερού του, προμήθευε το ναυτικό της Αυστρίας μ' ένα εξαιρετικό βερνίκι για την προστασία της καρίνας των πολεμικών πλοίων. Όταν η Τεργέστη πέρασε στο ιταλικό κράτος το 1918, το εργοστάσιο του Σβέβο άρχισε να προμηθεύει με το ίδιο βερνίκι το ιταλικό και το αγγλικό ναυτικό. Επειδή όμως ο Σβέβο δεν ήξερε αγγλικά, πήρε μαθήματα από τον Τζαίημς Τζόυς, ο οποίος τότε ζούσε στην Τεργέστη παραδίδοντας μαθήματα αγγλικών. Ο Τζόυς μάλιστα έγινε φίλος με τον Σβέβο και τον βοήθησε στη δημοσίευση του έργου του. Το περιζήτητο βερνίκι ονομαζόταν "Μοράβια", όπως κι ο γνωστός Ιταλός συγγραφέας Αλμπέρτο Μοράβια. Δεν πρόκειται όμως για μια τυχαία σύμπτωση· ο βιομήχανος από την Τεργέστη και  συγγραφέας από τη Ρώμη υιοθέτησαν το επίθετο μιας κοινής συγγενούς από την οικογένεια της μητέρας. Α! μα τι μικρός που' ναι ο κόσμος!

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΑΛΙΑ: ΟΙ ΘΕΙΟΙ

"Υπήρχαν Θείοι όπως στο σπίτι μας;"
"Υπάρχουν πάντα Θείοι τα Χριστούγεννα. Οι ίδιοι Θείοι. Και τα χριστουγεννιάτικα πρωινά, με τη σφυρίχτρα μου που αναστάτωνε τα σκυλιά και με τις ζαχαρένιες γόπες στα χείλη, σάρωνα την μπαλωμένη πόλη για νέα από τον μικρόκοσμο κι έβρισκα πάντα ένα νεκρό πουλί πλάι στο λευκό Ταχυδρομείο, ή κοντά στις έρημες κούνιες· ίσως έναν κοκκινολαίμη μ' όλες του τις φωτιές, πλην μιας, σβησμένες. Άνδρες και γυναίκες άνοιγαν δρόμο σκυφτοί, με κόπο, μέσα απ' το χιόνι, γυρνώντας απ' την εκκλησία, με μύτες μπεκρήδων και ανεμοδαρμένα μάγουλα, όλοι αλμπίνοι, με κουβαριασμένα τα μαύρα τους δύσκαμπτα φτερά ενάντια στο άθρησκο χιόνι. Γκυ κρεμόταν από τις στρόφιγγες του γκαζιού σ' όλα τα μπροστινά σαλόνια· και υπήρχε σέρι και καρύδια και εμφιαλωμένη μπύρα και κράκερς πλάι στα κουταλάκια του γλυκού· και γάτες με τα γουναρικά τους χάζευαν τη φωτιά· και ο σωρός των κούτσουρων που φλέγονταν έτριζε, έτοιμος για τα κάστανα και τις μασιές. Κάτι μεγαλόσωμοι άνδρες κάθονταν στα μπροστινά σαλόνια χωρίς τα κολάρα τους, Θείοι ασφαλώς, δοκιμάζοντας τα φρέσκα τους πούρα, τεντώνοντας το μπράτσο τους όσο έπαιρνε για να τα εξετάσουν από μακριά, ξαναφέρνοντάς τα στο στόμα τους, βήχοντας, ύστερα κρατώντας τα και πάλι μακριά, σαν να περίμεναν την έκρηξη· και κάτι μικρούλες θείες, ανεπιθύμητες στην κουζίνα όπως και οπουδήποτε αλλού, κάθονταν άκρη άκρη στις καρέκλες τους, τεντωμένες κι εύθραυστες, τρέμοντας μην σπάσουν, σαν ξεθωριασμένα φλυτζανάκια και πιατάκια".

Απόσπασμα από το διήγημα του Ντύλαν Τόμας "Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία", σε μτφρ. Κατερίνας Σχινά, που περιλαμβάνεται στη Συλλογή "Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες" από τις εκδόσεις Ερατώ.


Carl Larsson (πηγή: en.wikipedia.org)

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΑΛΙΑ: ΤΑ ΔΩΡΑ

"Πες μου πάλι για τα Δώρα".
"Υπήρχαν τα Χρήσιμα Δώρα: μάλλινα κασκόλ που σε κατάπιναν ολόκληρο και γάντια χωρίς δάχτυλα, φτιαγμένα για γιγάντια αρκουδάκια· μαντήλια με σχέδια ζέβρας από ένα υλικό σαν τσίχλα μεταξωτή, που μπορούσαν να σε τυλίξουν μέχρι κάτω, στις γαλότσες· σκουφιά που έφταναν μέχρι τα μάτια και θύμιζαν πολύχρωμες τσαγιέρες και μπαλακλάβες για θύματα άγριων φυλών που συρρικνώνουν τα κεφάλια των αιχμαλώτων τους. Από θείες που πάντοτε φορούσαν κατάσαρκα τα μάλλινα, έρχονταν άγριες γενειοφόρες φανέλες που σ' έκαναν ν' αναρωτιέσαι πώς και οι θείες είχαν ακόμη δέρμα στο σώμα τους· και κάποτε, πήρα μια σαλιάρα πλεγμένη με το βελονάκι, από μια θεία που τώρα, αλίμονο,δεν μας κλαίγεται πια. Και βιβλία χωρίς εικόνες, όπου μικρά αγόρια, μολονότι είχαν προειδοποιηθεί με στίχους και παροιμίες, είχαν τελικά πατινάρει στη λιμνούνα και είχαν πράγματι πνιγεί· και βιβλία που μου έλεγαν τα πάντα για τη σφήκα, εκτός από το γιατί".
"Πάμε τώρα στα Άχρηστα Δώρα".
"Σακκουλίτσες με πολύχρωμες καραμέλες και μια διπλωμένη σημαιούλα και μια ψεύτικη μύτη κι ένα καπέλο οδηγού στα τραμ και μια μηχανή που έκοβε εισιτήρια και χτυπούσε ένα καμπανάκι· ούτε μια φορά σφεντόνα· κάποτε, από λάθος που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει, ένα μικρό τσεκούρι· και μια πλαστική πάπια που έκανε, όταν τη ζουλούσες, τον πιο άσχετο με τις πάπιες ήχο, ένα νιαουριστό μιάου ταιριαστό σε κάποια φιλόδοξη γάτα που θα' θελε να είναι αγελάδα· κι ένα μπλοκ ζωγραφικής, όπου μπορούσα να χρωματίσω το γρασίδι, τα δένδρα, τη θάλασσα και τα ζώα σε όποια απόχρωση μου άρεσε κι ακόμα να βάλω αστραφτερά ουρανογάλαζα πρόβατα να βοσκάνε στο κόκκινο λιβάδι κάτω από πουλιά πράσινα σαν τα μπιζέλια με ράμφη σαν ουράνια τόξα. Σοκολάτες, καραμέλες βουτύρου, φοντάν, κριτσίνια, μπισκότα, φρουί γλασέ, αμυγδαλωτά και μπισκότα. Και στρατιές από λαμπερά μολυβένια στρατιωτάκια, που, αν δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, μπορούσαν πάντοτε να τρέξουν. Και Φιδάκια και Γκρινιάρηδες. Και μεκανό για μικρούς μηχανικούς, με τις οδηγίες τους. Α, εύκολα για έναν Λεονάρντο! Και μια σφυρίχτρα για να προκαλείς τους σκύλους να γαβγίζουν· για να ξυπνάς τον γέρο από δίπλα και να τον κάνεις να χτυπάει τον τοίχο με τη μαγκούρα του και το κάδρο στον τοίχο μας να τρέμει. Κι ένα πακέτο τσιγάρα: έβαζες ένα στο στόμα σου και στεκόσουν στη γωνιά του δρόμου και περίμενες ώρες ολόκληρες, μάταια, την ηλικιωμένη κυρία που θα σε μάλωνε γιατί κάπνιζες και τότε εσύ, μ' ένα χάχανο, θα άρχιζες να το μασάς. Και μετά, τρώγαμε πρωινό κάτω από τα μπαλόνια".

Απόσπασμα από το διήγημα του Ντύλαν Τόμας "Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία", σε μτφρ. Κατερίνας Σχινά, που περιλαμβάνεται στη Συλλογή "Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες" από τις εκδόσεις Ερατώ.

Carl Larsson "Christmas morning" (πηγή: en.wikipedia.org)

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Ο ΦΑΛΑΝΤΑ ΚΑΙ Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

     Ανάμεσα σε πάρα πολλούς βασανισμένους συγγραφείς, ο Φάλαντα (1893-1947) διεκδικεί τον τίτλο του πιο βασανισμένου: στα δεκαέξι είχε ένα σοβαρό ατύχημα (τον παρέσυρε μια άμαξα της οποίας το άλογο τον κλότσησε στο πρόσωπο) κι ένα χρόνο μετά κόλλησε τύφο. Στα δεκαοχτώ, αποφάσισε ν' αυτοκτονήσει μαζί μ' έναν φίλο του, πυροβολώντας ο ένας τον άλλο στην καρδιά -μόνο που τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα είχαν συμφωνήσει· ο Φάλαντα πέτυχε τον στόχο του, ενώ ο φίλος αστόχησε. Κατηγορήθηκε για φόνο και, παρά την αθωωτική απόφαση, κλείστηκε σε ψυχιατρείο, ξεκινώντας μια μακρά σειρά εγκλεισμών σε διάφορα ιδρύματα. Μεταξύ αυτών των ιδρυμάτων ήταν και η φυλακή, εξαιτίας των μικροκλοπών που του εξασφάλιζαν τη δόση του, μιας και, λόγω των φρικτών πόνων μετά από το ατύχημα, είχε εθιστεί στη μορφίνη.
     Παρ' όλα αυτά, μετά το 1928, η μίζερη ζωή του φαινόταν ν' αλλάζει. Καταφέρε ν' απεξαρτηθεί, παντρεύτηκε, έπιασε δουλειά ως δημοσιογράφος και άρχισε να γίνεται γνωστός ως συγγραφέας. Ωστόσο, η ευτυχισμένη αυτή περίοδος δεν κράτησε πολύ. Η άνοδος των ναζί στην εξουσία έφερε καινούρια προβλήματα στον Φάλαντα, όπως άλλωστε σε όλους τους Γερμανούς. Το 1933 φυλακίστηκε από την Γκεστάπο με την κατηγορία της αντιναζιστικής δράσης, αν και μια βδομάδα αργότερα αναγκάστηκαν να τον αφήσουν ελεύθερο λόγω έλλειψης στοιχείων. Την επόμενη χρονιά, το Υπουργείο Προπαγάνδας πρότεινε την απόσυρση των έργων του από τις Δημόσιες Βιβλιοθήκες, γεγονός που συνοδεύτηκε από τη μείωση των πωλήσεων των βιβλίων του και επομένως την οικονομική κατάρρευση του συγγραφέα. Το 1935 ανακηρύχθηκε επίσημα "ανεπιθύμητος συγγραφέας", οπότε, προκειμένου ν' αποφύγει περαιτέρω προβλήματα με το καθεστώς, ξεκίνησε να γράφει παιδικά βιβλία. Αλλά τελικά τα προβλήματα δεν μπόρεσε να τ' αποφύγει. Όταν το 1937 εκδόθηκε το βιβλίο του "Λύκος μεταξύ Λύκων", ο Γκέμπελς όχι μόνο το ενέκρινε αλλά το βρήκε καταπληκτικό. Η επιδοκιμασία του Υπουργού Προπαγάνδας γέμισε με φόβο τον Φάλαντα, γιατί ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα ζητούσαν τη συνεργασία του. Πραγματικά, μετά από λίγο καιρό, ο Γκέμπελς του ζήτησε να γράψει ένα βιβλίο για τα δεινά μιας γερμανικής οικογένειας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, από τα οποία τους ανακούφισαν οι ναζί όταν πήραν την εξουσία. Ο Φάλαντα τελικά υπέκυψε στις πιέσεις του Γκέμπελς κι έγραψε τον "Σιδερένιο Γκουστάβ".
μια σελίδα από το πυκνογραμμένο χειρόγραφο του Φάλαντα
     Αν και θα μπορούσε ν' αποφύγει έναν τέτοιο εξευτελιστικό συμβιβασμό με το να φύγει από τη χώρα, ο Φάλαντα δεν μπόρεσε να το κάνει, οπότε το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου τον βρήκε στη Γερμανία. Η καθημερινότητά του έγινε ακόμα πιο δύσκολη λόγω της γενικής έλλειψης σε βασικά αγαθά, αλλά και λόγω των γειτόνων, που απειλούσαν ότι θ΄αποκαλύψουν στις αρχές τα ψυχιατρικά του προβλήματά, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και στη θανάτωσή του. Τα πράγματα χειροτέρεψαν κι άλλο το 1944, όταν, μεθυσμένος, απείλησε με όπλο την πρώην γυναίκα του, οπότε τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν -για μια ακόμη φορά- σε ψυχιατρείο. Για να γλιτώσει τις βάναυσες τιμωρίες που επιφύλασσαν οι Ναζί στους ψυχικά αρρώστους, πήρε την απόφαση να συνεργαστεί ξανά με τον Γκέμπελς και να γράψει ένα βιβλίο με αντισημιτικό περιεχόμενο. Αυτό που τελικά έγραψε όμως ήταν ένα παιδικό παραμύθι, ένα μικρό ημερολόγιο κι ένα εν πολλοίς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με αντιναζιστικό περιεχόμενο, τον "Πότη" (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κίχλη), κι όλα αυτά σ' ένα μόνο τετράδιο, όπου έγραψε πάρα πολύ πυκνά, με μικροσκοπικά γράμματα, ακόμα και ανάποδα και πλαγίως, φτάνοντας τις 72 γραμμές ανά σελίδα. Σε περίπτωση που οι Ναζί καταλάβαιναν τι είχε κάνει, δε θα γλίτωνε τον θάνατο, ωστόσο, εκείνοι μπόρεσαν να διακρίνουν μόνο το παιδικό παραμύθι, που ήταν γραμμένο με μεγαλύτερα γράμματα στις "κανονικές" γραμμές. Τελικά βγήκε από το ψυχιατρείο λίγο πριν από την ήττα του ναζιστικού καθεστώτος, τον Δεκέμβριο του '44, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την οδυνηρή αυτή εμπειρία. Κύλησε ξανά στη μορφίνη και πέρασε το λίγο διάστημα που του απέμενε μπαινοβγαίνοντας σε κλινικές. Μέσα σε μια τέτοια κλινική έγραψε λίγο πριν πεθάνει το αριστούργημά του "Μόνος στο Βερολίνο", καταθέτοντας όλη την εξαθλίωση και την καταρράκωση της ανθρώπινης ύπαρξης στη ναζιστική Γερμανία, την οποία, άλλωστε είχε βιώσει κι ο ίδιος σ' όλες τις τις εκφάνσεις.

Πηγές: en.wikipedia.org και twoheadedgorilla.tumblr.com

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

     Τις μέρες θριάμβου του ναζιστικού καθεστώτος, αμέσως μετά την κατάκτηση της Γαλλίας, ο Ότο και η Άννα Κβάνγκελ παίρνουν ένα γράμμα που τους πληροφορεί ότι ο γιος τους σκοτώθηκε στο μέτωπο. Η τρομερή αυτή απώλεια κάνει τους Κβάνγκελ, ένα πληκτικό ζευγάρι που απλώς κοιτάει τη δουλειά του, ν' αλλάξουν στάση, ν' αντισταθούν στη ναζιστική θηριωδία και να διαφυλάξουν την αξιοπρέπειά τους, πράγμα που -το ξέρουν από την πρώτη στιγμή- θα τους οδηγήσει στον θάνατο. Η αντιστασιακή τους δράση συνίσταται στο να γράφουν κάρτες με συνθήματα εναντίον του Φύρερ και του παράλογου πολέμου του και να τις αφήνουν στους διαδρόμους πολυσύχναστων πολυκατοικιών. Οι άχρωμοι, μεθοδικοί και προσεκτικοί Κβάνγκελ καταφέρνουν να περνούν απαρατήρητοι και να ρίχνουν τη μία κάρτα μετά την άλλη στα κτίρια του Βερολίνου, προσδοκώντας ότι θ' αφυπνίσουν τον κόσμο που θα τις διαβάζει και στη συνέχεια θα τις μοιράζει και σε άλλους. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες από τις κάρτες που γράφουν παραδίδονται αμέσως στην Γκεστάπο από τους έντρομους πολίτες που φοβούνται μήπως κατηγορηθούν για αντικαθεστωτική δράση. Η μόνη αντίδραση στις κάρτες των Κβάνγκελ προέρχεται από την ίδια την Γκεστάπο και τους επιθεωρητές της, οι οποίοι δεν μπορούν να δεχτούν ότι, δύο χρόνια μετά την πρώτη κάρτα, δεν έχουν ακόμα τον "Φαντομά" στα χέρια τους. Έρχεται όμως η στιγμή που οι Κβάνγκελ κάνουν κάποιο λάθος, πέφτουν στα χέρια των διωκτών τους και καταδικάζονται σε αποκεφαλισμό. Εκτός από το ζεύγος Κβάνγκελ, στο βιβλίο κινούνται διάφορα πρόσωπα: άλλοι μικρόνοες, χαμερπείς και θρασύδειλοι, όπως οι κτηνώδεις Περζίκε, ο μικροκακοποιός Μπορκχάουζεν και ο εισαγγελέας που απαιτούσε σκληρότερη ποινή ακόμα και τη στιγμή που ο Ότο Κβάνγκελ οδηγούνταν προς εκτέλεση, κι άλλοι ακέραιοι, συμπονετικοί και ανθρώπινοι, όπως ο ηλικιωμένος δικαστής Φρομ, η νεαρή Τρούντελ και η ταχυδρόμος Άννα Κλούγκε, η οποία, όταν μαθαίνει ότι ο γιος της περηφανευόταν για τους Εβραίους που σκότωσε στην Πολωνία, αποκηρύσσει το ίδιο της το παιδί, αποχωρεί από το Κόμμα κι εγκαταλείπει το Βερολίνο για να ζήσει στην επαρχία.
     Ο Φάλαντα έγραψε το "Μόνος στο Βερολίνο" το 1946, μέσα σε λίγες μέρες, μερικούς μήνες πριν πεθάνει από την καρδιά του, λόγω του χρόνιου εθισμού του στη μορφίνη και το αλκοόλ. Ο πυρήνας της ιστορίας είναι πραγματικός: πρόκειται για την υπόθεση του Ότο και της Ελίζ Χάμπελ, οι οποίοι, μετά τον θάνατο του αδερφού της Ελίζ στο γαλλικό μέτωπο, άρχισαν να γράφουν κάρτες κατά του Χίτλερ κι όταν τους έπιασαν, δύο χρόνια μετά την έναρξη της δράσης τους, τους αποκεφάλισαν. Ο Φάλαντα, με κέντρο αυτή την ιστορία, αποτυπώνει τη φρικτή, ερεβώδη πραγματικότητα των πιο σκοτεινών χρόνων του 20ου αιώνα. Για την ακρίβεια, έχει τα κότσια ν' αποτυπώσει αυτή την πραγματικότητα, χωρίς καμία προσπάθεια να μετριάσει τον τρόμο και την αθλιότητα που επικρατούσαν στη γερμανική κοινωνία κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ και που έφερναν αντιμέτωπο με τη μοναξιά του θανάτου όποιον επέλεγε να εναντιωθεί σ' έναν τέτοιο εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Το "Μόνος στο Βερολίνο" είναι ένα βιβλίο που δε χαρίζεται σε κανέναν· είναι ένα ξερό, παγερό μα μεγαλειώδες βιβλίο, όπως ακριβώς και ο ήρωάς του, ο εργοδηγός Ότο Κβάνγκελ.

"Γιατί το κάνατε, μου λέτε;"
"Ποιο;" ρώτησε αδιάφορα ο Κβάνγκελ, δίχως να κοιτάζει τον ατσαλάκωτο κύριο.
"Γιατί γράφατε τις κάρτες; Αφού τελικά δεν είχαν κανένα νόημα, και θα σας στοιχίσουν τη ζωή σας".
"Επειδή είμαι χαζός. Επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα καλύτερο. Επειδή υπολόγιζα ότι η επίδρασή τους θα ήταν διαφορετική. Γι' αυτό!"
"Και δεν λυπάστε; Δεν στενοχωριέστε που θα χάσετε τη ζωή σας για μια χαζομάρα;"
Ένα αυστηρό βλέμμα στυλώθηκε πάνω στον δικηγόρο, ένα γέρικο, περήφανο, σκληρό, γερακίσιο βλέμμα. "Τουλάχιστον διαφύλαξα την αξιοπρέπειά μου", είπε ο Ότο Κβάνγκελ. "Δεν συμμετείχα".
Ο δικηγόρος κοίταξε για πολλή ώρα τον σιωπηλό άντρα που καθόταν μπροστά του. Ύστερα είπε: "Αρχίζω να πιστεύω ότι ο συνάδελφός μου, ο συνήγορος της γυναίκας σας, είχε δίκιο: είστε και οι δύο τρελοί".
"Είναι τρέλα να θέλει κανείς πάση θυσία να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του;"
"Μπορούσατε να το κάνετε και χωρίς τις κάρτες".
"Σιωπηρή συναίνεση ονομάζεται αυτό. Εσείς τι έχετε κάνει, για να είστε ένας καθωσπρέπει κύριος με ατσαλάκωτα παντελόνια, γυαλισμένα νύχια και πουλημένες αγορεύσεις; Ποιο είναι το τίμημα που πληρώσατε;"
Ο δικηγόρος δεν μίλησε.
"Τώρα πια δεν υπάρχει σωτηρία για σας!" είπε ο Κβάνγκελ. Θα πληρώνετε για πάντα το τίμημα, και ίσως μια μέρα χρειαστεί να το πληρώσετε με τη ζωή σας, ακριβώς όπως κι εγώ, μόνο που  ο λόγος θα είναι πολύ διαφορετικός: εσείς θα το κάνετε για την ατιμία σας!"[...]
"Κι όμως, θα υποβάλω αίτηση χάριτος", είπε ο δικηγόρος.
Ο Κβάνγκελ δεν απάντησε.
"Εις το επανιδείν!" είπε ο δικηγόρος.
"Δεν νομίζω ότι θα ξανασυναντηθούμε -εκτός κι αν παρακολουθήσετε την εκτέλεσή μου. Είστε επίσημος προσκεκλημένος μου!"
Ο δικηγόρος έφυγε.

Υ.Γ.: Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, σε εξαιρετική μετάφραση της Άντζη Σαλταμπάση.


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΟΙ ΚΑΚΟΙ


     Αν φέρουμε στο μυαλό μας τους αγαπημένους μας λογοτεχνικούς ήρωες, το πιθανότερο είναι ότι θα περιλαμβάνουν ανθρώπους που αγωνίστηκαν ενάντια σε αντίξοες συνθήκες, που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν στις επιταγές τις εξουσίας ή απλώς ανθρώπους που "γεννήθηκαν για ν' αγαπούν και όχι για να μισούν", όπως έλεγε κι η Αντιγόνη. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει περίπτωση να συμπεριλάβουμε ήρωες όπως ο Κρέοντας, οι συνεργάτες της δικτατορίας Βιντέλα στο Μαπούτσε ή ο παιδεραστής στον Θεό Των Μικρών Πραγμάτων, ήρωες, δηλαδή, που με μία λέξη θα χαρακτηρίζαμε κακούς. Υπάρχουν όμως κι άλλοι κακοί, που, αν και κακοί, είναι αξιαγάπητοι, επειδή κάποια στιγμή αλλάζουν ή επειδή ο συγγραφέας τους σκιαγραφεί με χιούμορ ή, ακόμα, γιατί, ερήμην του συγγραφέα, έχουν κάποια δίκια με το μέρος τους. Ένα τέτοιο τοπ-τεν παρουσιάζεται παρακάτω:
  1. Ποσειδώνας (Οδύσσεια): Ο Ποσειδώνας είναι κακός επειδή κάνει τον ήρωα να υποφέρει και μάλιστα για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ωστόσο, τον αντιμετωπίζουμε με μια κάποια συγκατάβαση, μιας και οι άλλοι θεοί δε φαίνεται να τον υπολογίζουν ιδιαίτερα: με το που πετάχτηκε μέχρι τη χώρα των Αιθιόπων, τα μαγείρεψαν μεταξύ τους κι έστειλαν τον Οδυσσέα στην πατρίδα του με δόξες και τιμές. Εκτός απ' αυτή τη λίστα, ο Ποσειδώνας ανήκει επάξια και στη λίστα με τους χειρότερους γονείς και κηδεμόνες· πέρα από το ότι δεν έμαθε στον γιο του βασικούς κανόνες συμπεριφοράς (ας πούμε, δεν τρώμε τους επισκέπτες μας), αντί να παραδεχτεί πως του άξιζε η τιμωρία, του 'δωσε δίκιο και προσπάθησε να πάρει εκδίκηση για χάρη του. Να πώς βγαίνουν τα κακομαθημένα.
  2. Φάγκιν (Όλιβερ Τουίστ): Στην περίπτωση του Ντίκενς ισχύει παραλλαγμένο το απόφθεγμα της Μαίη Γουέστ: όταν σχεδιάζει καλούς χαρακτήρες είναι καλός, αλλά όταν σχεδιάζει κακούς, είναι καλύτερος. Ένας από τους καλύτερους ντικενσιανούς κακούς είναι ο γερο- Φάγκιν, που προσπαθεί να κάνει τον αθώο Όλιβερ εγκληματία, όπως έκανε με όλα τα φτωχά ορφανά που είχαν την ατυχία να πέσουν στα χέρια του (πράγμα που τοποθετεί και αυτόν στη λίστα με τους απαράδεκτους κηδεμόνες). Ωστόσο, ο Ντίκενς τον σκιαγραφεί με το γνωστό του χιούμορ κι ακόμα, οι νεαροί προστατευόμενοί του (Τσίφτης, Τσάρλι Μπέιτς) είναι τόσο υπέροχοι τύποι, που σχεδόν ξεχνάς ότι ζουν ξαφρίζοντας πορτοφόλια. Στα συν, το ότι στον κινηματογράφο τον έχει υποδυθεί ο κορυφαίος Άλεκ Γκίνες -σ'έναν ιδανικό Οκτώβρη του 2015, ο κινηματογράφος Αττικον θα είχε αφιέρωμα στις ταινίες του Άλεκ Γκίνες κι όταν θα βγαίναμε από την κατάμεστη αίθουσα, θα πηγαίναμε να τσιμπήσουμε κάτι στα Wendy's του Συντάγματος και μετά θ' ανηφορίζαμε την Αμερικής για να πιούμε ένα ποτό στο παλιό Low Profile
  3. Σκρουτζ (Χριστουγεννιάτικη Ιστορία): Άλλος ένας τρομερός κακός του Ντίκενς· και μάλιστα τόσο κακός, που το όνομά του έχει γίνει συνώνυμο του τσιγκούνη -κι όπως όλοι ξέρουμε, δεν υπάρχει χειρότερος άνθρωπος από τον τσιγκούνη. Παρ' όλα αυτά, παρ' όλο που ο Σκρουτζ είναι αφόρητα παραδόπιστος, μίζερος και αναίσθητος, τον συμπαθούμε γιατί, όπως όλοι γνωρίζουμε, στο τέλος αλλάζει και γίνεται πραγματικά αξιαγάπητος. Προσθέτουμε κι εδώ στα θετικά, το ότι σε μία από τις αμέτρητες κινηματογραφικές μεταφορές της ιστορίας, τον ρόλο του Σκρουτζ έχει παίξει ο ανυπέρβλητος Bill Murray
  4. Γιαγιά Χατζήδενα (Το Μόνον Της Ζωής Του Ταξείδιον): Η γιαγιά του αφηγητή σ' αυτό το διήγημα, η γιαγιά του ίδιου του Βιζυηνού δηλαδή, είναι πραγματικά στριμμένο άντερο. Δεν έχει καλή κουβέντα για κανέναν κι αγγαρεύει όποιον μπει στο οπτικό της πεδίο με όλων των ειδών τις δουλειές. Βέβαια, εκείνος που υποφέρει περισσότερο εξαιτίας της είναι ο άντρας της, όπως φαίνεται από την τελική του φράση όταν αφηγείται στον εγγονό του την ιστορία του (οι γονείς του τον είχαν μεταμφιέσει σε κορίτσι για να γλιτώσει το παιδομάζωμα): "Μ' επάνδρεψαν λοιπόν εν πομπή και παρατάξει, κι έτσι, ψυχή μου, αντί να με πάρη κανένας Γιανίτσαρος -μ' επήρεν η γιαγιά σου." Παρ' όλα αυτά, την κατατάσσουμε στους συμπαθητικούς χαρακτήρες γιατί τον αγαπούσε τελικά τον παππού, με τον δικό της, παράξενο τρόπο κι ακόμα, λόγω της ποικιλίας και της πρωτοτυπίας των βρισιών που του απηύθυνε, με κορυφαίο το ευφάνταστο "ψωμοκαταλύτη". 
  5. Ντάμα Κούπα (Η Αλίκη Στη Χώρα Των Θαυμάτων): Προφανώς, μια βασίλισσα που κάθε λίγο και λιγάκι ξεφωνίζει "Πάρτε του το κεφάλι!" για ασήμαντα παραπτώματα, και μάλιστα το εννοεί, είναι ένας εξαιρετικά κακός άνθρωπος. Από την άλλη, μια βασίλισσα που παίζει κροκέ με σκατζόχοιρους αντί για μπάλες και φλαμίνγκος αντί για μπαστούνια, δεν μπορούμε παρά να τη συμπαθήσουμε για την εκκεντρικότητά της. 
  6. Μόμπι Ντικ (Μόμπι Ντικ): Ο ίδιος ο Χέρμαν Μέλβιλ δε φαίνεται να θεωρεί τον Μόμπι Ντικ καθόλου αξιαγάπητο ή έστω συμπαθητικό, ωστόσο, με όλη αυτή τη σφαγή των φαλαινών που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, δε μπορούμε να μην ταχθούμε με το μέρος του... Ακόμα όμως κι αν ακολουθήσουμε την αλληγορία του Μέλβιλ, αν δηλαδή θεωρήσουμε τον Μόμπι Ντικ ως θεϊκή νέμεση για την ύβρη του Άχαμπ ή ως προσωποποίηση της ίδιας της φύσης, που κάνει αυτό που είναι να κάνει, αδιάφορη για την ανθρώπινη δικαιοσύνη και ηθική, δε μπορούμε να μη δώσουμε δίκιο στη λευκή φάλαινα.
  7. Μπεγκεμότ (Ο Μαίτρ Κι Η Μαργαρίτα): Ανάμεσα στους υπέροχους κακούς του κορυφαίου έργου του Μπουλγκάκοφ, την πιο ξεχωριστή θέση έχει ο δαιμονικός γάτος Μπεγκεμότ. Ο συγγραφέας δεν τον περιγράφει με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια ("ένας γάτος τεράστιος σαν γουρούνι, μαύρος σαν κοράκι, και με πελώρια μουστάκια αξιωματικού του ιππικού) κι ούτε βοηθάει το γεγονός ότι στη σύντομη παραμονή του στη Μόσχα κατάφερε να κάνει άνω -κάτω το θέατρο "Βαριετέ", να φέρει το χάος στο πολυκατάστημα "Τοργκσίν" και να βάλει φωτιά στο "Σπίτι των Λογοτεχνών". Δεν μπορούμε, εν τούτοις, να παραβλέψουμε την αγωγή του: την αγάπη του για το σκάκι και το καλό χαβιάρι, τους ευγενικούς του τρόπους και την εκκεντρική κομψότητά του, που φτάνει μέχρι το σημείο να πασπαλίσει τα μουστάκια του με χρυσόσκονη για τον Μεγάλο Χορό του Διαβόλου. Κυρίως όμως, πρέπει ν' αναγνωρίσουμε ότι, κάποιες φορές, χρειάζονται χαοτικές καταστάσεις για να ξεσκεπάσουν τους σοβαροφανείς και τους τυχάρπαστους. 
  8. Ρασπούτιν (Η Μπαλάντα Της Αλμυρής Θάλασσας): ο κακομούτσουνος πειρατής Ρασπούτιν, πάντα έτοιμος να πει ψέματα, να κλέψει και να σκοτώσει, έτοιμος να πουλήσει και τη μάνα του ακόμα για να κερδίσει κάτι παραπάνω, θεωρεί αναφαίρετο δικαίωμά του να κάνει ό,τι του αρέσει χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν. Ακόμα περισσότερο, θεωρεί ότι οι άλλοι, και κυρίως ο Κόρτο Μαλτέζε, έχουν την υποχρέωση να τον βοηθήσουν κάθε φορά που μπλέκει ή τα κάνει θάλασσα, πράγμα που συμβαίνει αρκετά συχνά, χωρίς αυτό να του δημιουργεί καμιά υποχρέωση ν' ανταποδώσει στους άλλους τη χάρη. Παρ' όλα αυτά, ο Κόρτο ποτέ δεν μπορεί να του κρατήσει κακία για πολύ κι εμείς δεν μπορούμε ν' αντιπαθήσουμε αυτό το μεγάλο παιδί που θέλει πάντα να γίνεται το δικό του. 
  9. Μις Τρέντσμπολ (Ματίλντα): Αν υπάρχει ένας χώρος όπου επιβεβαιώνεται περίτρανα ο αφορισμός του Σαρτρ  "η κόλαση είναι οι άλλοι", αυτός είναι το σχολείο. Ο διευθυντής, οι καθηγητές και οι συμμαθητές βρίσκονται εκεί για να κάνουν τη ζωή των άλλων δύσκολη, μόνο και μόνο επειδή μπορούν. Ειδικά η διευθύντρια της Ματίλντας, με τη θηριώδη εμφάνισή της και τις σαδιστικές τιμωρίες που επινοεί για τους μαθητές της, είναι χειρότερη κι από το πιο καυτό καζάνι της κόλασης. Κι όμως, λίγο ο ντουλαποειδής σωματότυπος, λίγο η αποτυχημένη καριέρα της στη σφαιροβολία κι η ακόμα πιο αποτυχημένη καριέρα της στην εκπαίδευση και βέβαια, η τελική κατατρόπωσή της από τη μικροσκοπική Ματίλντα, μας κάνουν να τη λυπόμαστε, αν όχι να τη συμπαθούμε, τη φουκαριάρα τη διευθύντρια... 
  10. Μπάρυ Κεντ (Άντριαν Μολ): Στα αναρίθμητα βάσανα του Άντριαν Μολ, που έχουν να κάνουν με τους γονείς του, τα σπυράκια του, τη Θάτσερ και την αγαπημένη του Πανδώρα, πρέπει να προσθέσουμε ένα ακόμα: τον bully του σχολείου, τον σκίνχεντ Μπάρυ Κεντ. Ο Μπάρυ Κεντ καταφεύγει σε όλα τα γνωστά βασανιστήρια του bullying ενάντια στον κακομοίρη τον Άντριαν: τον κοροϊδεύει, τον απειλεί και του παίρνει το χαρτζιλίκι. Όλ' αυτά όμως, μέχρι που η γιαγιά του Άντριαν παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και -άγνωστο με ποιο τρόπο- πείθει τον Μπάρυ Κεντ ν' αφήσει ήσυχο τον εγγονό της. Στη συνέχεια, οι σχέσεις τους βελτιώνονται σε τέτοιο βαθμό, που ο Άντριαν μπαίνει στη συμμορία του Μπάρυ Κεντ κι όταν αργότερα κλείνουν τον Μπάρυ στη φυλακή, ο Άντριαν πάει να τον επισκεφτεί. Ωστόσο, ο Μπάρυ εξακολουθεί να βασανίζει ακούσια τον παλιό του συμμαθητή, γιατί απέκτησε τελικά τη λογοτεχνική καριέρα που ο Άντριαν ονειρευόταν για τον εαυτό του, από τότε που έγινε γνωστός ως "Μπαζ, ο Σκίνχεντ Ποιητής", κερδίζοντας χειροκροτήματα και παρακλήσεις για αυτόγραφα ακόμα και από τους φοιτητές της Οξφόρδης.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ)

     Ειδική κατηγορία συγγραφέων είναι και οι δάσκαλοι, πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, είτε πέρασαν πολλά χρόνια μέσα στα σχολεία, είτε λίγα.

Αντρέας Κάλβος: Από νωρίς, ο Κάλβος παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα κι αργότερα, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα (1826), δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία. Αφότου έφυγε από την Ελλάδα, το 1852, έμεινε στο Λάουθ της Αγγλίας, διδάσκοντας στο ιδιωτικο εκπαιδευτήριο που ανήκε στη γυναίκα του.

Κώστας Βάρναλης: Αφού σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα, ο Βάρναλης διορίστηκε στη Μέση Εκπαίδευση κι αργότερα, με κρατική υποτροφία, πήγε στο Παρίσι, όπου έκανε εξειδικευμένες σπουδές πάνω στη Νεοελληνική Λογοτεχνία και την Αισθητική.

'Αλντους Χάξλεϊ: Ο Χάξλεϊ δίδαξε για ένα χρόνο Γαλλικά στο περίφημο σχολείο Ίτον. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν ο Στίβεν Ράνσιμαν και ο Τζορτζ Όργουελ, ο οποίος ήταν εντυπωσιασμένος από τον δάσκαλο του, παρ' όλο που η γενική εντύπωση ήταν ότι δε μπορούσε να κρατήσει καμία πειθαρχία μέσα στην τάξη -μπορώ να φανταστώ πόσο θα υπέφερε...

Τζίνα Ρόουλινγκ: Η συγγραφέας του Χάρι Πότερ έζησε κάποια χρόνια στο Πόρτο, διδάσκοντας Αγγλικά ως ξένη γλώσσα. Τα μαθήματα ήταν απογευματινά, οπότε είχε όλο τον χρόνο κάθε πρωί για να γράφει.

Πανεπιστημιακοί καθηγητές ήταν πάρα πολλοί. Θ' αναφέρω τον Λούις Κάρολ, που δίδαξε Μαθηματικά στην Οξφόρδη και τον Τόλκιν, ο οποίος δίδαξε Αγγλοσαξονική Γλώσσα και Αγγλική Λογοτεχνία στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Στα καθ' ημάς, ο Νίκος Εγγονόπουλος ήταν καθηγητής στην Καλών Τεχνών και ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης στην Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας.


     Μετά τους δασκάλους, ένα επάγγελμα μ' εξαιρετικά υψηλό στάτους, το επάγγελμα του διπλωμάτη.

Γιώργος Σεφέρης: Ο Σεφέρης υπηρέτησε ως διπλωμάτης σε δύσκολες εποχές και σε δύσκολα πόστα: το '36 διορίστηκε πρόξενος στην Κορυτσά, μετά τη γερμανική κατάκτηση, ακολούθησε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή, το '47 τοποθετήθηκε στην Άγκυρα, το '51 στο Λονδίνο, το '52 στη Βηρυτό και το '57 ξανά στο Λονδίνο, με σκοπό να προωθήσει το θέμα της αυτοδιάθεσης της Κύπρου.

Πάμπλο Νερούντα: Ο επίσης νομπελίστας ποιητής Πάμπλο Νερούντα, κατά κόσμον Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο (Ω! Τα υπέροχα ισπανικά ονόματα- σιδηρόδρομοι!), υπήρξε επίσης διπλωμάτης. Υπηρέτησε πρώτα σε μέρη εξωτικά (Μπούρμα, Ιάβα και Σιγκαπούρη) και μετά στην Αργεντινή και την Ισπανία, όπου βίωσε τον Ισπανικό Εμφύλιο κι έγινε φλογερός κομμουνιστής. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο Μεξικό και όταν το '43 επέστρεψε στη Χιλή, συνέχισε να δραστηριοποιείται στην πολιτική από άλλες θέσεις.

     Ιδιαίτερη κατηγορία είναι οι βιβλιοθηκάριοι. Ακούγεται καταπληκτικό να γράφεις βιβλία και παράλληλα να περιστοιχίζεσαι στον χώρο δουλειά σου από χιλιάδες βιβλία, ωστόσο δεν μπορώ να θυμηθώ παρά μόνο δύο συγγραφείς - βιβλιοθηκάριους.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Ο συγγραφέας που "πάντοτε φανταζόταν τον Παράδεισο ως ένα είδος βιβλιοθήκης" ήταν διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο Μπουένος Άιρες.

Εμμανουήλ Ροϊδης: Ο Ροΐδης, υποστηρικτής του Τρικούπη, διορίστηκε έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη το 1880, έχανε όμως τη θέση του κάθε φορά που κέρδιζε τις εκλογές ο Δεληγιάννης, για να την πάρει πάλι πίσω όποτε νικούσε ο Τρικούπης.


Χαρούκι Μουρακάμι: Η πρώτη δουλειά του Μουρακάμι, όσο ήταν ακόμα στο Πανεπιστήμιο, ήταν υπάλληλος σε δισκοπωλείο (όπως ο ήρωάς του στο Νορβηγικό Δάσος), ενώ μετά τις σπουδές του άνοιξε μαζί με τη γυναίκα του ένα μικρό τζαζ μπαρ στο Τόκιο, το Peter Cat, το οποίο κράτησαν για 7 χρόνια.

Τσαρλς Μποκόφσκι: Έχοντας διαβάσει λίγο Μπουκόφσκι, εκπλήσσομαι και που είχε δουλέψει, πόσο μάλλον που κράτησε τη δουλειά του για περισσότερα από δέκα χρόνια. Η δουλειά αυτή ήταν του ταχυδρομικού υπαλλήλου, όμως φαίνεται ότι τη μισούσε. Όταν ήταν 49 χρονών παραιτήθηκε για ν' αφιερωθεί στο γράψιμο κι όπως γράφει σ' ένα γράμμα εκείνης της περιόδου "είχα δύο επιλογές: ή να μείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ ή να γίνω συγγραφέας και να πεινάσω. Προτίμησα να πεινάσω".

Ουίλιαμ Φόκνερ: Ακόμα πιο αποτυχημένος ταχυδρομικός υπάλληλος ήταν ο Φόκνερ. Όταν δούλευε στην ταχυδρομική υπηρεσία του Πανεπιστημίου του Μισισιπή, δεν έμπαινε στον κόπο ν' ανοίγει τους ταχυδρομικούς σάκους και να παραδίδει τα γράμματα ή έστω να πουλάει γραμματόσημα. Αντιθέτως, περνούσε τον χρόνο του διαβάζοντας κι εκνευριζόταν όταν εμφανίζονταν πελάτες που είχαν την εξωφρενική απαίτηση να σηκωθεί και να τους εξυπηρετήσει. Εννοείται ότι σύντομα τον απέλυσαν.



Τζορτζ Όργουελ: Κι όμως, ο συγγραφέας που κατήγγειλε το αστυνομοκρατούμενο κράτος στο εμβληματικό 1984 είχε υπάρξει αστυνομικός. To 1922 έφτασε στην Μπούρμα για να καταταγεί στην Ινδική Αυτοκρατορική Αστυνομία, όπου παρέμεινε ως το 1927. Τη χρονιά εκείνη, έχοντας πάρει άδεια για να γυρίσει στην Αγγλία ώστε να γιατρευτεί από κάποια τροπική ασθένεια, πήρε την απόφαση να παραιτηθεί από την αστυνομία και να γίνει συγγραφέας.

Μάγια Αγγέλου: Είναι η μοναδική γυναίκα σ' αυτή τη μακρά λίστα, όμως αξίζει για δέκα. Αφού πρώτα δούλεψε ως οδηγός λεωφορείου στα 15 της, στη συνέχεια εργάστηκε ως ηθοποιός, χορεύτρια και τραγουδίστρια, ενώ στις αρχές τις δεκαετίας του '60, όταν εγκαταστάθηκε στην Αφρική (πρώτα στο Κάιρο και μετά στην Γκάνα, όπου γνώρισε τον Malcom X), ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Το '65 επέστρεψε στην Αμερική για να βοηθήσει τον Malcom X στον αγώνα του, ωστόσο μετά τη δολοφονία του, καταρρακωμένη, πήγε κοντά στον αδερφό της στην Χαβάη και άρχισε ξανά να δουλεύει ως τραγουδίστρια.


Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ (ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ)

     Εκτός από τους επαγγελματίες συγγραφείς και μάλιστα εκείνους που ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να γίνουν γρήγορα γνωστοί και να μπορούν να ζουν από τα έργα τους ή εκείνους τους ακόμα πιο τυχερούς, που είχαν αρκετά χρήματα ώστε να ζουν χωρίς να δουλεύουν, υπήρχαν και συγγραφείς που έπρεπε να κάνουν κάποια δουλειά για να ζήσουν, τουλάχιστον μέχρι ν' αναγνωριστεί το έργο τους. Η λίστα με τα επαγγέλματα που άσκησαν κατά καιρούς διάφοροι συγγραφείς είναι μεγάλη και πολυσυλλεκτική· κι ακόμα δείχνει ότι τα πρώτα μας επαγγελματικά βήματα δεν καθορίζουν απαραίτητα την υπόλοιπη ζωή μας, μπορούν όμως να μετουσιωθούν σε πολύτιμες εμπειρίες.

     Ξεκινάμε με τους συγγραφείς που έκαναν επαγγέλματα τόσο περιπετειώδη, όσο και τα έργα που έγραφαν. Προφανώς, οι εμπειρίες τους στο χώρο της δουλειάς τούς προμήθευσαν με άφθονο υλικό για τα βιβλία τους.

Τζόζεφ Κόνραντ: Προτού γίνει συγγραφέας, ο Κόνραντ ήταν ναυτικός. Υπηρέτησε στο εμπορικό ναυτικό για 19 χρόνια, φεύγοντας με το βαθμό του πρώτου καπετάνιου. Οι εμπειρίες του από τη ζωή στη θάλασσα και τα πρόσωπα που γνώρισε τα χρόνια εκείνα ήταν η έμπνευση για τα περισσότερα έργα του. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, έχει κρατήσει τα ονόματα των προσώπων που υπήρξαν η βάση για τους χαρακτήρες που δημιούργησε.

Χέρμαν Μέλβιλ: Ο συγγραφέας του Μόμπι Ντικ είχε δουλέψει κι ο ίδιος ως φαλαινοθήρας. Στις 3 Ιανουαρίου του 1841 σάλπαρε με το φαλαινοθηρικό Acushnet για τον Ειρηνικό, κι όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος "η ζωή του ξεκίνησε πραγματικά εκείνη τη μέρα". Αργότερα, βέβαια, εγκατέλειψε τη ζωή στη θάλασσα κι έγινε τελωνειακός στη Νέα Υόρκη, δουλειά που κράτησε για 19 ολόκληρα χρόνια, κερδίζοντας μάλιστα τη φήμη του "μοναδικού έντιμου υπαλλήλου σ' έναν εντελώς διεφθαρμένο οργανισμό". Σ' αυτή τη λιγότερο περιπετειώδη φάση της ζωής του εμπνεύστηκε έναν ακόμα εμβληματικό λογοτεχνικό χαρακτήρα, τον Μπάρτλεμπυ στο διήγημα  Μπάρτλεμπυ ο Γραφιάς.

Τζακ Λόντον: Ο συγγραφέας που έγραψε το Κάλεσμα της Άγριας Φύσης και τον Ασπροδόντη είχε ζήσει παρόμοιες εμπειρίες στην περιοχή όπου διαδραματίζονται και τα δύο έργα, το Κλόνταϊκ, όπου δοκίμασε την τύχη του ως χρυσοθήρας.

Ντάσιελ Χάμετ: Ο άνθρωπος που έγραψε αστυνομικά μυθιστορήματα με πρωταγωνιστές κυνικούς ντετέκτιβ, όπως Το Γεράκι της Μάλτας και Ο Κόκκινος Θερισμός, είχε υπάρξει κι ο ίδιος ιδιωτικός ντετέκτιβ στο διάσημο Πρακτορείο Πίνκερτον, από το 1915 ως το 1922.


     Άλλη, εντελώς διαφορετική κατηγορία είναι αυτή των υπαλλήλων, δημόσιων και μη. Στο έργο όσων περιλαμβάνονται στη λίστα επικρατεί μια πνιγηρή ατμόσφαιρα που φαίνεται να σχετίζεται με το γεγονός ότι ασφυκτιούσαν κάνοντας μια βαρετή δουλειά.

Κώστας Καρυωτάκης: Κανένας συγγραφέας δεν έχει αποδώσει τη μίζερη μονοτονία της δημοσιοϋπαλληλικής καθημερινότητας πιο εύστοχα από τον Καρυωτάκη. Αν κι έκανε μια προσπάθεια να δουλέψει ως δικηγόρος, ο Καρυωτάκης διορίστηκε ως υπάλληλος στο Δημόσιο, υπηρετώντας σε διάφορες περιοχές, με τελευταίο σταθμό, όπως όλοι ξέρουμε, την Πρέβεζα.

Κωνσταντίνος Καβάφης: Η οικονομική καταστροφή της οικογένειάς του μετά τον θάνατο του πατέρα του έκανε τον Καβάφη ν' αναζητήσει μια δουλειά που θα του εξασφάλιζε σταθερό εισόδημα, οπότε έγινε υπάλληλος στην Αγγλική Εταιρεία Υδάτων της Αλεξάνδρειας, όπου δούλεψε όλη του τη ζωή.

Τ.Σ. Έλιοτ: Ο συγγραφέας της Έρημης Χώρας ήταν τραπεζικός υπάλληλος στην τράπεζα  Lloyd's του Λονδίνου. Πριν είχε δουλέψει ως δάσκαλος και μετά ως υπάλληλος στον εκδοτικό οίκο Faber and Faber.

Φράντς Κάφκα: Παρ' όλο που κι ο Κάφκα σπούδασε στη Νομική, έγινε τελικά υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρείας. Δεν ήταν μια δουλειά που τον ικανοποιούσε, μάλλον τον έκανε να νιώθει ότι σιγά σιγά μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα, τουλάχιστον όμως του άφηνε αρκετό χρόνο για να γράφει.



     Σε ειδική κατηγορία μπαίνουν οι γιατροί. Πραγματικά, δεν ξέρω ποια εξήγηση υπάρχει για το ότι τόσοι λογοτέχνες είχαν σπουδάσει ιατρική. Η ουσία όμως είναι ότι χωρίς αυτούς τους γιατρούς, η λογοτεχνία θα ήταν πολύ φτωχότερη: Αντόν ΤσέχοφΜιχαήλ ΜπουλγκάκοφΑντρέ Μπρετόν (υπηρέτησε ως γιατρός στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου συνέβησαν δυο καθοριστικά γεγονότα για την μετέπειτα  πορεία του, η γνωριμία του με τον Ζακ Βασέ και η επαφή με το έργο του Φρόιντ), Λουί Φερντινάντ ΣελίνΜανόλης ΑναγνωστάκηςΗλίας ΠαπαδημητρακόπουλοςΓιώργος Χειμωνάς και Ίρβινγκ Γιάλομ (ο Χειμωνάς κι ο Γιάλομ ήταν ψυχίατροι· ειδικά ο Γιάλομ -που παραμένει ψυχίατρος, μιας και είναι ακόμα εν ζωή- συμπλέκει στα έργα του τη λογοτεχνία με την ψυχανάλυση, αντλώντας το υλικό του από τις συνεδρίες με τους ασθενείς του).