Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπρεχτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπρεχτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΌΡΟ "ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ"

Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
     "Μετανάστες".
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα' ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
     στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλη όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
     ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς
     οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.

Μπ. Μπρεχτ, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, εκδόσεις Θεμέλιο.

πηγή: www.theatlantic.com

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

NINA SIMONE

     Στις δύο παρακάτω εικόνες, η Νίνα Σιμόν (που έχει δώσει την ωραιότερη -και πιο πολιτική-ερμηνεία της Τζένης των Πειρατών του Μπρεχτ) δίνει τη δική της, χρήσιμη κι επίκαιρη, άποψη για το τι σημαίνει ελευθερία. Περισσότερα για την υπέροχη κυρία Σιμόν στο ντοκιμαντέρ "What happened, Miss Simone?", που άρχισε να προβάλλεται στην Αμερική πριν λίγες μέρες και αναφέρεται στη ζωή της, από την παιδική της ηλικία ως την ανάδειξή της σε "πρωθιέρεια της σόουλ" και σύμβολο του αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.


(πηγή: elvira.tumblr.com)


Κυριακή 10 Μαΐου 2015

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΜΑΔΕΣ (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ)

     Ο George Harrison πίνει μια μπύρα μαζί με τη μητέρα του, η οποία τον κοιτάζει με ολοφάνερη λατρεία λίγο πριν κατεβάσει κι αυτή μια γουλιά. Ό,τι κι αν ονειρευόταν εκείνη τη στιγμή για τον γιο της, δεν υπάρχει περίπτωση να μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος της επιτυχίας του μ' εκείνο το συγκρότημα που είχε φτιάξει με κάτι παιδιά από το σχολείο...

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε ένα παχουλό νήπιο που δεν είναι άλλος από τον Keith Richards. Από το βλέμμα καταλαβαίνουμε ότι ήταν ζόρικος ακόμα και ως πιτσιρίκι, αλλά τουλάχιστον τότε η μαμά κρατούσε σφιχτά τα λουριά· μετά που τα χαλάρωσε, τα είδαμε τα χαΐρια του γιου της, τα οποία μπορούμε άλλωστε και να διαβάσουμε στην απολαυστικότατη αυτοβιογραφία του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροδακιό (σειρά Λατέρνατιβ) και συμπυκνώνεται στο τρίπτυχο sex and drugs and rock and roll στην πιο καθαρόαιμη μορφή του.

     Κι η αγαπημένη μου Μέριλιν, απαστράπτουσα, δίπλα στη μαμά της. Η Μέριλιν δεν ήταν τυχερό παιδί: ούτε γνώρισε τον πατέρα της ούτε έζησε μαζί με τη μητέρα της, που έπασχε από μανιοκατάθλιψη και περνούσε μεγάλα διαστήματα στο νοσοκομείο. Το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας η Μέριλιν το πέρασε στο ορφανοτροφείο και σε ανάδοχες οικογένειες, από τις οποίες όμως καμιά δεν την υιοθέτησε μιας και η μητέρα της δεν ήθελε να υπογράψει τα χαρτιά υιοθεσίας -υποθέτω ότι δεν ήθελε, έστω και τυπικά, να της πάρουν την κόρη της.

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε τη μητέρα ενός συγγραφέα αλλά όχι τον ίδιο τον συγγραφέα, καθώς η μητέρα του Γεώργιου Βιζυηνού δεν ποζάρει μαζί με το "Γιωργί" της αλλά με τον άλλο της γιο, τον Μιχαήλο, και τη γυναίκα του. Δε μπορούσα όμως να μην τη συμπεριλάβω στο αφιέρωμα, εφόσον κατέχει τόσο σημαντικό ρόλο στο έργο του γιου της και γενικότερα στην ελληνική λογοτεχνία με το συγκλονιστικό Αμάρτημα της Μητρός μου. Η ζωή μπορούσε να γίνει πολύ σκληρή για τις φτωχές γυναίκες στα Βαλκάνια, στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά ειδικά γι' αυτή την γυναίκα, που είδε όλα της τα παιδιά να πεθαίνουν με τραγικό τρόπο, παραήταν σκληρή.

     Σ' αυτή την οικογενειακή φωτογραφία βλέπουμε τον Νίκο Καζαντζάκη (όρθιος πάνω αριστερά) μαζί με τη μητέρα του που κάθεται δίπλα στον αδερφό της και άλλα μέλη της οικογένειάς τους. Διαβάζοντας το εκπληκτικό βιβλίο του ψυχιάτρου Πέτρου Χαρτοκόλλη "Λογοτεχνία και Ψυχανάλυση" από τις εκδόσεις Θεμέλιο, αντιλήφθηκα το, κατά κάποιο τρόπο, δράμα του Καζαντζάκη: ενώ πάσχιζε να μοιάσει στη ρωμαλέα προσωπικότητα του πατέρα του, τον αρχετυπικό Κρητικό που περιγράφει στον καπετάν Μιχάλη, στην πραγματικότητα είχε την εύθραυστη ιδιοσυγκρασία της μητέρας του, πράγμα που δε μπόρεσε ποτέ να αποδεχτεί. Ίσως αυτή η αίσθηση ότι προσπαθεί να πείσει για κάτι που δεν είναι και κρύβεται πίσω από τα μεγάλα λόγια του τύπου "δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λέφτερος" να είναι που με απωθεί στο έργο του.

     Σ' αυτή τη φωτογραφία βλέπουμε τον Τσέχοφ με τη μητέρα του και τις δύο αδερφές του. Ούτε ο Τσέχοφ είχε χαρούμενα παιδικά χρόνια -δεν ξέρω αν υπάρχει μεγάλος συγγραφέας με χαρούμενα παιδικά χρόνια, είμαι όμως σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχει μεγάλος Ρώσος συγγραφέας με χαρούμενα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας του, όπως και ο πατέρας του Ντοστογιέφσκι, ήταν αυταρχικός, βίαιος και μέθυσος, ενώ η μητέρα του, που υπέφερε όπως και τα παιδιά της από τα ξεσπάσματα του άντρα της, προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν άλλο, πιο χαρούμενο κόσμο γι' αυτά, μέσα από τις ιστορίες που τους αφηγούνταν για τα ταξίδια που έκανε σε όλη τη Ρωσία μαζί με τον έμπορο πατέρα της.

     Από τις οικογενειακές φωτογραφίες δε θα μπορούσε να λείπει αυτή του Μαρσέλ Προυστ μαζί με τον αδερφό του Ρομπέρ και την αγαπημένη του μητέρα, της οποίας τα χαρακτηριστικά έχει δώσει στους χαρακτήρες της μητέρας και της γιαγιάς του αφηγητή στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο. Ο Προυστ ήταν εξαιρετικά δεμένος με τη μάνα του· όντας φιλάσθενος ως παιδί, ενέπνευσε στη μητέρα του μια υπερπροστατευτική συμπεριφορά, που μάλλον τον οδήγησε ν' αναπτύξει μια ανυπόφορη ευαισθησία που άγγιζε (για να μην πω ξεπερνούσε) την υποχονδρία.

     Το αφιέρωμα στις μαμάδες θα κλείσει με τη φωτογραφία του Μπρεχτ και του αδερφού του μαζί με τη μητέρα τους. Πέρα από το ότι ο Μπρεχτ φαίνεται να ήταν ένα γλυκύτατο παιδάκι, έχει γράψει ένα συγκλονιστικό ποίημα για τον θάνατο της μητέρας του, με το οποίο θα ήθελα να κλείσω αυτό εδώ το post:

Τη μορφή της δεν τη θυμάμαι πια, πώς ήταν πριν οι πόνοι της 
αρχίσουν. Αποκαμωμένη, ανασήκωνε τα μαύρα μαλλιά της
απ' το ξεσαρκωμένο μέτωπό της - το βλέπω ακόμα 
κείνο το χέρι να σαλεύει.

Χειμώνες είκοσι τη φοβερίσαν, τα βάσανά της δεν είχαν σωσμό,
κι ο θάνατος ντρεπόταν σαν τη ζύγωνε. Και τότε πέθανε, 
και το κορμί της ήτανε σαν παιδιού κορμί.

Στο δάσος είχε μεγαλώσει.

Πέθανε ανάμεσα σε πρόσωπα που' χαν τραχύνει βλέποντας
την τόσο καιρό να ξεψυχάει. Τη συγχωρέσαμε που έτσι βασανίστηκε,
μα κείνη είχε χαθεί ανάμεσα στα πρόσωπά μας, 
προτού να σβήσει ολότελα.

Τόσοι και τόσοι μας αφήνουνε χωρίς να τους κρατήσουμε.
Έχουμε πει το καθετί, τίποτα πια δεν έχει απομείνει ανάμεσα σε
μας κι εκείνους, σκληραίνουνε τα πρόσωπά μας σαν χωρίζουμε.
Κι όμως το πιο σπουδαίο δεν το είπαμε, τόσο αναμασούσαμε 
τ' ασήμαντα.

Ω, γιατί τα πιο σπουδαία να μην τα πούμε, ήτανε τόσο εύκολο,
και τώρα θα κολαστούμε για τη σιωπή μας. 
Εύκολες ήταν οι λέξεις, σφίγγονταν πίσω από τα δόντια μας.
Καθώς γελούσαμε έπεσαν,
και τώρα το λαιμό μας πνίγουν.

Το δείλι, χτες, πρωτομαγιά, πέθανε η μητέρα μου!
Και δε μπορώ από τη γη να τηνε ξεριζώσω με τα νύχια μου!

Μπέρτολντ Μπρεχτ, "Ποιήματα", μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Εκδόσεις Θεμέλιο


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

PETER LORRE

     Στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις έγινε λόγος για διανοούμενους που εγκατέλειψαν τη ναζιστική Γερμανία και κατέφυγαν στις ΗΠΑ. Όμως, εκτός από τους διανοούμενους, το ίδιο έπραξαν και
πολλοί καλλιτέχνες, ιδιαίτερα από τον χώρο του κινηματογράφου, όπως ο Fritz Lang, ο Douglas Sirk, η Marlene Dietriech και πολλοί άλλοι. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ταυτιστεί στο μυαλό μας με τον αστραφτερό κόσμο του Χόλιγουντ και αγνοούμε εντελώς τη συναρπαστική ιστορία που υπάρχει από πίσω τους. Τέτοια είναι, για παράδειγμα, η ιστορία της Hedy Lamarr (γι' αυτήν θα γράψω την επόμενη φορά) και του Peter Lorre, για τον οποίο θα γράψω σήμερα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Lazlo Loewenstein και γεννήθηκε το 1904 σε μια μικρή πόλη της Αυστρο- Ουγγαρίας, που σήμερα ανήκει στη Σλοβακία. Μεγάλωσε ωστόσο στη Βιέννη, όπου -κατά τα λεγόμενά του- υπήρξε μαθητής του Freud και σε ηλικία 21 ετών πήγε στο Βερολίνο. Εκεί έγινε στενός συνεργάτης του Brecht και γνώρισε τον έρωτα της ζωής του, την Celia Lovsky, επίσης ηθοποιό, με την οποία υπήρξαν ζευγάρι για δέκα χρόνια και φίλοι για όλη του τη ζωή. Η Celia ήταν αυτή που τον έφερε σε επαφή με τον Fritz Lang, ο οποίος, το 1931, του έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο "Μ", το αριστούργημα του γερμανικού εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου.
     Μετά από δύο χρόνια όμως, όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία, αρχικά για το Παρίσι και μετά για το Λονδίνο, όπου τράβηξε την προσοχή του Hitchcock και πήρε τελικά τον ρόλο του κατασκόπου στην ταινία "Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά". Στη συνέχεια πήγε στο Χόλιγουντ και έπαιξε, μεταξύ άλλων, στην κινηματογραφική μεταφορά του "Έγκλημα και Τιμωρία" και στα δύο διασημότερα φιλμ νουάρ, το "Γεράκι της Μάλτας" και το "Καζαμπλάνκα". Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο η καριέρα του και η υγεία του άρχισαν να φθίνουν. Σίγουρα έπαιξε κάποιο ρόλο το γεγονός ότι, κατά την περίοδο του μακαρθισμού, θεωρούνταν ύποπτος για τα πολιτικά του φρονήματα αλλά η σημαντικότερη αιτία ήταν η εξάρτησή του από τη μορφίνη. Μετά από κάποια εγχείρηση στα νεανικά του χρόνια, ο γιατρός του είχε χορηγήσει μορφίνη για να ανακουφίσει τους πόνους. Από τότε και για όλη του τη ζωή πάλευε κρυφά ενάντια σ' αυτή την εξάρτηση. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του η όψη του ήταν πολύ αλλοιωμένη, πράγμα που δεν τον εμπόδισε να δώσει απολαυστικές ερμηνείες στις ταινίες τρόμου "The Raven" και "Tales of Terror" του Roger Corman. Πάντως, η κορυφαία ερμηνεία όλης της καριέρας του παραμένει στο ρόλο του ψυχοπαθή δολοφόνου στο "Μ". Πέθανε το 1964 από εγκεφαλικό.

Υ.Γ. 1: Οι περισσότερες πληροφορίες για το πιο πάνω κείμενο αντλήθηκαν από το βιβλίο "The Rough Guide to Cult Movies", των εκδόσεων Rough Guides.

Υ.Γ. 2: Όποιος από σας ισχυρίζεται ότι είναι σινεφίλ και δεν έχει δει το "Μ" του Fritz Lang, πέρα από την απύθμενη ντροπή που θα έπρεπε να νιώθει για την άγνοιά του, οφείλει να το δει το συντομότερο δυνατό, για να μην πω τώρα αμέσως! Και για να προλάβω δικαιολογίες του τύπου "πού να τη βρω τώρα τόσο παλιά ταινία", ορίστε:


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

     Σήμερα είναι 12 Οκτωβρίου, η επέτειος της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς. Πάντα πίστευα ότι αυτή η μέρα θα'πρεπε να είναι εθνική γιορτή και όχι η 28η Οκτωβρίου. Φαίνεται πιο λογικό να γιορτάζουμε το τέλος του πολέμου, όπως γίνεται στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που είχαν γερμανική Κατοχή, και όχι την αρχή του, όμως η λογική δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την πολιτική. Άλλωστε, αν γιορτάζαμε το τέλος της Κατοχής, θα' πρεπε να μιλήσουμε για την Εθνική Αντίσταση κι ακόμα για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο, ενώ γι' αυτά τα ζητήματα ίσχυαν  -και μέχρι ένα σημείο ισχύουν ακόμα- οι κανόνες που ισχύουν και στο fight club: 1ος κανόνας: Δεν μιλάς γι' αυτά. 2ος κανόνας: ΔΕΝ μιλάς γι' αυτά. Τελοσπάντων, με αφορμή τη σημερινή μέρα, θυμήθηκα ένα τραγούδι των Μπ. Μπρεχτ και Κ. Βάιλ, το οποίο καταγράφει συνοπτικά όλη την πορεία του γερμανικού στρατού στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι που έφαγε τα μούτρα του στη Ρωσία και σήμανε η αρχή του τέλους για τη ναζιστική Γερμανία. Το συγκεκριμένο τραγούδι θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και στην τάξη, στο μάθημα της Ιστορίας και μάλιστα διαθεματικά, με τον καθηγητή των Αγγλικών, αν χρησιμοποιηθεί η παρακάτω εκτέλεση, ή των Γερμανικών, αν χρησιμοποιηθεί το πρωτότυπο ποίημα. Αφ'ενός δίνει στα παιδιά μια σχηματοποιημένη εικόνα της γερμανικής επέκτασης στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αφ' ετέρου, μας δίνει τη δυνατότητα να πούμε ότι δεν ήταν όλοι οι Γερμανοί ναζί και να μιλήσουμε για τον Μπρεχτ και άλλους Γερμανούς διανοούμενους που εναντιώθηκαν στον Χίτλερ και αναγκάστηκαν, άμεσα ή έμμεσα, να εγκαταλείψουν τη χώρα. Κι ακόμα, είναι μια ευκαιρία για πολλούς μαθητές ν' ακούσουν για πρώτη φορά την υπέροχη P.J. Harvey.


  What was sent to the soldier's wife
From the ancient city of Prague
From Prague came a pair of high-heeled shoes
With a kiss or two came the high-heeled shoes
From the ancient city of Prague

What was sent to the soldier's wife
From Oslo, over the sound
From Oslo there came a collar of fur
How appeases her, little collar of fur
From Oslo, over the sound

What was sent to the soldier's wife
From the wealth of Amsterdam
From Amsterdam
He got her a hat
She looked sweet in that
In a little dutch hat
From the wealth of Amsterdam

What was sent to the soldier's wife
From Brussels in Belgium land
From Brussels he sent her laces so rare
To have and to wear
Oh those laces so rare
From Brussels in Belgium land

What was sent to the soldier's wife
From Paris, city of light
In Paris he got her a silken gown
T'was end in town
Oh silken gown
From Paris, city of light
What was sent to the soldier's wife
From the south from Bucharest
From Bucharest
He sent her his shirt
Embroidered and pert
That Rumanian shirt
From the south of Bucharest

What was sent to the soldier's wife
From far-off Russian land
From Russia there came
Just a widow's veil
A death to be wed
In her widows veil
From the far-off Russian land

 " PJ Harvey sings Kurt Weill and Bertolt Brecht's "Ballad of the soldier's wife" Brecht, Weill : Ballade von der Frau des Soldaten, PJ Harvey, Ballade de la femme du soldat.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Ο ΕΛΙΑΣ ΚΑΝΕΤΙ ΩΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΥΣ

     Θυμάμαι μια σκηνή στην τηλεόραση από τα μέσα της δεκαετίας του 90: η Μαλβίνα Κάραλη κάθεται οκλαδόν έξω από τον Έλατο στην Πλατεία Λαυρίου και μοιράζει στους περαστικούς τον "Πειρασμό της Αθωότητας" του Πασκάλ Μπρυκνέρ από τις εκδόσεις Αστάρτη. Η άψογη γαλλική προφορά με την οποία πρόφερε το όνομα του συγγραφέα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ατμόσφαιρα της περιοχής στα πέριξ της Ομόνοιας. Αναμφίβολα, ήταν μια εκκεντρική ενέργεια, όπως εκκεντρική ήταν και η ίδια η Μαλβίνα Κάραλη, ωστόσο, μπορώ να την κατανοήσω γιατί κι εγώ έχω νιώσει παρόμοιο ενθουσιασμό για κάποιο βιβλίο, την τρίτομη αυτοβιογραφία του Ελίας Κανέτι από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Μάλιστα, είχα πάρει 2-3 αντίτυπα του πρώτου τόμου και τα είχα χαρίσει σε φίλους, περιμένοντας με αγωνία τις εντυπώσεις τους. Ήταν το πιο κοντινό σ' αυτό που έκανε η Κάραλη,  που θα μπορούσα κι εγώ, ως ιδιοσυγκρασία, να πράξω για να διαδώσω ένα αγαπημένο βιβλίο.
     Θα μπορούσα να γράψω κατεβατά ολόκληρα για το έργο αυτό, για την οξεία, διεισδυτική ματιά του, για την εξαντλητική παρατηρητικότητά του που δεν κουράζει ποτέ τον αναγνώστη και για το συνδυασμό ηρεμίας και πάθους στο ύφος του. Θα μπορούσα ακόμα να γράψω για τους κόσμους που ανοίγονται ολοζώντανοι μέσα από τις περιγραφές του: τα Βαλκάνια των Σεφαραδιτών Εβραίων, το μποέμ Βερολίνο του Μεσοπολέμου και την αστική Βιέννη των διανοουμένων. Ισως κάποια άλλη φορά. Σήμερα θα μιλήσω για τους συγγραφείς και τα βιβλία τα οποία ο Κανέτι, ως φανατικός βιβλιόφιλος, συστήνει στον αναγνώστη. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία και η συστηματικότητα με την οποία διάβαζε μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Μπόρχες, ωστόσο, η ψυχρή εγκεφαλικότητα του Αργεντίνου με την αγγλική καταγωγή με απωθεί, ενώ το πάθος του Βαλκάνιου με πείθει πολύ περισσότερο.
     Πρώτα πρώτα είναι τα βιβλία που εκείνος αγαπούσε: το έπος του Γκίλγκαμες, μέσα απο το οποίο αποφάσισε ότι όλη η ζωή του θα είναι ένας αγώνας ενάντια στο θάνατο, οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, που τον βοήθησαν να κατανοήσει, όντας ακόμα μαθητής, τα πολιτικά γεγονότα και τις ταραχές στη Γερμανία της δεκαετίας του 20, το Παλτό του Γκόγκολ, του σπουδαιότερου, κατά τη γνώμη του, Ρώσου συγγραφέα, και ο Βόιτσεκ του Μπίχνερ, το βιβλίο που η γυναίκα του έκρυψε όταν ο Κανέτι έγραφε το πρώτο και μοναδικό του μυθιστόρημα, την Τύφλωση, γιατί θεωρούσε ότι αν το διάβαζε θα εγκατέλειπε κάθε προσπάθεια να γράψει. Τι καλύτερο μπορούσε να γραφτεί μετά απ' αυτό;
     Μετά είναι οι συγγραφείς που ο ίδιος ο Κανέτι είχε γνωρίσει και συναναστραφεί, η παρουσίαση του έργου τους και η σκιαγράφιση της προσωπικότητάς τους. Αναφέρεται βέβαια στον αγαπημένο μου Τόμας Μαν και το Μαγικό Βουνό, όμως άλλοι συγγραφείς γοητεύουν περισσότερο τον αναγνώστη. Ένας απ' αυτούς είναι ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο συγγραφέας του έργου "Ο Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες", το οποίο ανήκει στα γαλαζοαίματα της λίστας με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω . Ο Μούζιλ, όπως μας εξηγεί ο Κανέτι, αποστρεφόταν τόσο πολύ το χρήμα, που δεν το άγγιζε καν και άφηνε τη γυναίκα του να κάνει όλες τις πληρωμές, χωρίς ωστόσο να έχει κάποια κλίση προς την ασκητική ζωή και την άρνηση των ανέσεων. Οι φίλοι του και οι θαυμαστές του είχαν ιδρύσει μια Εταιρεία Φίλων του Μούζιλ, της οποίας τα μέλη ήταν υποχρεωμένα να καταβάλλουν μηνιαία συνδρομή, προκειμένου ο Μούζιλ να αφιερωθεί απερίσπαστος στο έργο του. Τα περισσότερα μέλη αυτής της Εταιρείας ήταν Εβραίοι, οπότε, όταν ο Χίτλερ προσάρτησε την Αυστρία, η Εταιρεία διαλύθηκε και ο Μούζιλ πέθανε άπορος λίγα χρόνια αργότερα στην Ελβετία, πληρώνοντας ακριβά την περιφρόνησή του για το χρήμα.
     Άλλος συγγραφέας στον οποίο αναφέρεται εκτενώς είναι ο Χέρμαν Μπροχ, ο συγγραφέας της τριλογίας "Υπνοβάτες". Ο Μπροχ παρουσιάζεται ως ένας ιδιαίτερα ταπεινός και ευαίσθητος άνθρωπος, ο οποίος έκανε καθημερινά ψυχανάλυση και υπέφερε από την εμπορική κληρονομιά της οικογένειάς του που τον προόριζε για επιχειρηματική σταδιοδρομία, την οποία εκείνος απαρνήθηκε.  Και ο Μπροχ πέθανε πρόσφυγας και φτωχός σαν τον Μούζιλ.
     Κάποιος άλλος, τον οποίο έμαθα μέσα από τον Κανέτι και πραγματικά τον ευγνωμονώ γι' αυτό, είναι ο Ισαάκ Μπάμπελ. Τον είχε γνωρίσει σε μια επίσκεψή του στη Γερμανία και είχε εντυπωσιαστεί από την οξυδέρκεια, το χιούμορ, την ηρεμία και την ταπεινότητά του. Είχε μάλιστα προβλέψει ότι το μέλλον ενός τέτοιου συγγραφέα στη σταλινική Ρωσία θα ήταν ζοφερό. Πράγματι, το 1939 συνελήφθη και τα ίχνη του εξαφανίστηκαν.
     Εκτός από τους συγγραφείς με τους οποίους συνδεόταν με φιλική σχέση, υπήρχαν κι αυτοί που αντιπαθούσε. Ο βασικός λόγος για την αντιπάθειά του φαίνεται να είναι η αλαζονεία τους. Αυτή ήταν η περίπτωση του Μπρεχτ, που, κατά τον Κανέτι, έμοιαζε με ενεχυροδανειστή. Φαίνεται ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα κατά το οποίο οι πράξεις έρχονται σε αντίθεση με τις ιδέες. Κατά τον Κανέτι, ο Μπρεχτ περιφρονούσε τους ανθρώπους αλλά δεν δίσταζε να τους χρησιμοποιήσει εάν αυτοί εξυπηρετούσαν τον σκοπό του, ο οποίος ήταν πριν και πάνω απ' όλα.
     Νομίζω ότι δε χρειάζεται να πω περισσότερα. Ήδη έχετε καταλάβει ότι ο Κανέτι στην αυτοβιογραφία του προβάλλει ένα μωσαϊκό προσωπικοτήτων που συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την πολυμορφία του και τον καλεί να την ανακαλύψει μέσα από το έργο τους... Γι' αυτό κι εγώ, μέσα από τη διαδικτυακή γωνιά μου, προσπαθώ να διαδώσω το αγαπημένο βιβλίο, όπως κι η Μαλβίνα έξω από τον θρυλικό Έλατο!


Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

SEERAUBER JENNY (ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ)

     Καλημέρα! Ας ακούσουμε λοιπόν και τη γερμανική εκδοχή του τραγουδιού, σε ερμηνεία της Lotte Lenya, της γυναίκας του Kurt Weill, από την κινηματογραφική μεταφορά της Όπερας της Πεντάρας (1931), όπως μας το έστειλε η Αθηνά (ευχαριστούμε πολύ!).


Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Η ΤΖΕΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

     Απαραίτητη παρουσία σ' ένα τέτοιο αφιέρωμα είναι βέβαια "η Τζένη των Πειρατών", το γνωστό τραγούδι του Μπρεχτ από την Όπερα της Πεντάρας. Το έχουν τραγουδήσει είτε στα γερμανικά, είτε στα αγγλικά ή στα ελληνικά πολλές τραγουδίστριες (πολύ καλή ερμηνεία στα ελληνικά είναι της Τάνιας Τσανακλίδου) αλλά η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτή της Nina Simone, καθώς δίνει έμφαση στον πολιτικό και όχι το θεατρικό χαρακτήρα του τραγουδιού. Η φωνή της είναι ανατριχιαστική όταν ψυθιρίζει γεμάτη μίσος: "ΑΜΕΣΩΣ ΤΩΡΑ. ΑΜΕΣΩΣ ΤΩΡΑ". Ίσως είναι αυτό που λέγαμε και στην περίπτωση της Billie Holiday, ότι δηλαδή όποιος έχει βιώσει την καταπίεση και τη φτώχεια δίνει άλλο βάθος στη φωνή του όταν μιλά γι' αυτά τα πράγματα...
Υ.Γ. Η μετάφραση από τα γερμανικά είναι του Νίκου Π.


Η ΤΖΕΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

Σήμερα με βλέπετε καλοί μου κύριοι να καθαρίζω τζάμια
και να στρώνω τα κρεβάτια σας
και μου δίνετε μια δεκάρα κι εγώ σας ευχαριστώ γρήγορα
και κοιτάτε τα κουρέλια μου κι αυτό το άθλιο ξενοδοχείο
και δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε
μα ένα βράδυ θα ακουστεί μια ιαχή απ’ το λιμάνι
κι ο κόσμος θα ρωτάει: τι είν’ αυτή η ιαχή;
και θα καθαρίζω τα τζάμια γελώντας
κι ο κόσμος θα ρωτάει: γιατί γελάει αυτή;
κι ένα καράβι με οχτώ πανιά
και πενήντα κανόνια
θ’ αράξει στην προκυμαία

Κάποιος λέει: εμπρός, καθάρισε τα τζάμια παιδί μου
και μου δίνει μια δεκάρα
παίρνω τη δεκάρα και στρώνω το κρεβάτι
(αν και κανείς δε θα κοιμηθεί αυτή τη νύχτα)
κι ακόμα δεν ξέρουν ποια είμαι
μα θα ακουστεί ένα βουητό απ’ το λιμάνι
κι ο κόσμος θα ρωτάει: τι είν’ αυτό το βουητό;
και θα με δουν να στέκομαι πίσω απ’ το παράθυρο
και θα πουν: γιατί γελάει αυτή έτσι σατανικά;
κι ένα καράβι με οχτώ πανιά
και πενήντα κανόνια
θα ρίχνει στην πόλη

Τότε το γέλιο σας θα πάψει καλοί μου κύριοι
γιατί οι τοίχοι θα γκρεμίζονται
κι η πόλη θα ισοπεδωθεί
μόνο ένα άθλιο ξενοδοχείο θ’ απομείνει όρθιο
κι ο κόσμος θα ρωτάει: ποιο διακεκριμένο άτομο μένει εδώ;
και τη νύχτα αυτή θ’ ακουστεί μια ιαχή απ’ το ξενοδοχείο
κι ο κόσμος θα ρωτάει: γιατί να σωθεί αυτό το ξενοδοχείο;
και θα με δουν να τρέχω το πρωί στην είσοδο
και θα ρωτάνε: αυτή λοιπόν έμεν’ εδώ;
και το πλοίο με τα οχτώ πανιά
και τα πενήντα κανόνια
θα υψώσει τη σημαία

Και το μεσημέρι θα έρθουν εκατοντάδες άνδρες
και θα τρέχουν κρυμμένοι στους ίσκιους
και θα πιάσουν τον κάθε ένα από εσάς
και θα σας φέρουν αλυσοδεμένους μπροστά μου
και θα με ρωτήσουν: ποιους να σκοτώσουμε;
κι αυτό το μεσημέρι θα είναι όλα ήσυχα στο λιμάνι
όταν θα με ρωτήσουν: ποιους λοιπόν να σκοτώσουμε;
κι έτσι ήσυχα που θα είναι θα με ακούσετε που θα λέω: Όλους!
κι όταν αρχίσουν να πέφτουν τα κεφάλια θα πω: Ώπλα!
και το πλοίο με τα οχτώ πανιά
και τα πενήντα κανόνια
θα σαλπάρει μαζί μου…