Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΥΡΗΣ· ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟΥ 340 μ.Χ.

Τι συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του -  μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχωμαι στων χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές...

Στάθηκα σε διάδρομο... Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ' έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια...

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι: όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού...

Στέκομουν κ' έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν  που οι συγκεντρώσεις μας κ' οι εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν' απαγγέλλη στίχους
με την τελεία του αίσθηση του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα...

Κάτι γριές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε -
στα χείλη του διαρκώς τ' όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστουσ' έναν σταυρό...
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες χριστιανοί ιερείς, κ' έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν -
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά)

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν χριστιανός.
Από την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ' εμάς.
Απ' όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές,
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις·
για την υπόληψη του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήση αντίθετη παρέα...

Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε...
Μάλιστα, μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζί μας στο Σεράπιον·
όμως, σαν να δυσαρεστήθηκε
μ' αυτόν μας τον αστεϊσμό - θυμούμαι τώρα...
Α, κι άλλες δυο φορές στον νου μου έρχονται;
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ' τον κύκλο μας, κ' έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν: "Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Απόλλωνος...", ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν): τη εξαιρέσει εμου...

...Οι χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν...
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία...

Κ'εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις· αόριστα αισθανόμουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθανόμουν που ενώθη, χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ!... Ένιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνη: μήπως κ' είχα γελασθή
από το πάθος μου, και π ά ν τ α του ήμουν ξένος...

Πετάχθηκα έξω απ' το φρικτό τους σπίτι -
έφυγα γρήγορα, πριν αρπαχθή, πριν αλλοιωθή
απ' την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη!..

Κωνσταντίνος Καβάφης



Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗΝ ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗΝ ΑΠΟ ΘΑΛΑΣΣΗΣ

Όταν η Αφροδίτη
μέσα απ' το πορφυρό κύμα
γυμνή αναδύθηκε,
και τα μαλλιά της έσταζαν αλμύρα,
τα χέρια σήκωσε
κι έστιβε την πλεξούδα
πλάι στα λευκά της μάγουλα
που έσταζε
νερό του Αιγαίου
δείχνοντας ακάλυπτα
τα στήθη της μονάχα,
όσο η ντροπή επιτρέπει.
Μ' αν η θεά του πίνακα
είναι σαν την αλήθεια,
τότε φαντάζομαι
τι ταραχή μες στην καρδιά του Άρη.

Δημόκριτος, μτφρ. Ανδρέας Λεντάκης, Παλατινή Ανθολογία, Εκδόσεις Δωρικός.

Σάντρο Μποτιτσέλι, "Η Γέννηση Της Αφροδίτης"





















Υ.Γ.: Ναι, πρόκειται για τον γνωστό Δημόκριτο, τον φιλόσοφο από τα Άβδηρα, που υπήρξε σύγχρονος και συνομήλικος του Σωκράτη. Σύμφωνα με την παράδοση, έζησε εκατό χρόνια. Θεωρείται ιδρυτής της ατομικής θεωρίας. Για τον Γαλαξία είχε πει ότι αποτελείται από πλήθος "μικρών αστέρων συμφωτιζομένων αλλήλοις δια την πύκνωσιν". Για τον χρόνο έλεγε ότι είναι αγέννητος, όπως και η κίνηση· για την τύχη, ότι είναι ένα σκιάχτρο που το 'φτιαξαν οι άνθρωποι για να ομορφαίνουν την ανοησία τους.

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΡΟΣ

Από δω και πέρα, κάθε μίλι που θα πλέω δυτικά
θα με απομακρύνει απ' όλα. Χάθηκαν τα σημάδια της
ζωής: ούτε ψάρια ούτε πουλιά ούτε σειρήνες,
ούτε μια κατσαρίδα να στριφογυρίζει στην κουβέρτα.
Μόνο νερό και ουρανός, ο κατεστραμμένος ορίζοντας,
η θάλασσα, που λέει όπως κι εγώ το ίδιο τραγούδι πάντα.
Ούτε ψάρια ούτε πουλιά ούτε σειρήνες,
ούτε κι εκείνη η παράξενη κουβέντα στη σεντίνα
που πιάνει τ' αυτί τις ώρες της κάλμας.
Μόνο νερό κι ουρανός, το κύλισμα του χρόνου.
Τη νύχτα, τ' αστέρι Ατσερνάρ βγαίνει στην πλώρη·
ανάμεσα στ' άρμενα, ο Αλδεμπαράν· στα δεξιά,
λίγο πιο πάνω απ' τον ορίζοντα,
ο Αιγόκερος. Τότε μαϊνάρω, κοιμάμαι. Και το τίποτα
έρχεται γλυκά για να φάει απ' το χέρι μου.

Οράσιο Καστίγιο, μτφρ. Χαράλαμπος Δήμου, "Οι Γάτοι Της Ακρόπολης", εκδόσεις των συναδέλφων


Σάββατο 30 Απριλίου 2016

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν.
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ' εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.
Λυτρώνεται ο άνθρωπος;
Απαντά το λουλούδι: "Θα χαθούμε"
Κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.

Νίκος Καρούζος


Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΑΡ

Τι
ολόμαυρα μαλλιά
που τόσο χύνονταν
στις
πλάτες
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου)
ωσότου
χάθηκε στη γωνία του δρόμου
η γυναίκα.
Δεν είναι πια
(ο θάνατος)
δεν ήτανε πριν
(η ανυπαρξία)
και πόσο να 'μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου
μ' ένα κάψιμο.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
κάποιο δέντρο είμαι
κ' έγινε ποτάμι η ρίζα μου
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη ειν' η θάλασσα
και το ποτάμι πάει...
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου
τη νύχτα
ο άγγελος της μοναξιάς
με τολμηρά ενδύματα.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
εποχή εχθρική
ως το μυρωμένο βράδυ
ως μέσα στα μεσάνυχτα.
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι
να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

Νίκος Καρούζος, "Η Πρώτη Εποχή", εκδόσεις Ερατώ.

                    πηγή: www.maldemar.com

Υ.Γ.1: Εδώ μπορείτε ν' ακούσετε το ποίημα σε απαγγελία του ίδιου του Καρούζου.

Υ.Γ.2: Ο Καρούζος είναι από τους αγαπημένους μου ποιητές, σχεδόν σε πείσμα του εαυτού μου: η ποίησή του είναι εγκεφαλική κι απελπισμένη κι αυτά τα δύο μου φαίνεται πολλές φορές ότι δεν μπορώ να τ' αντέξω· κι όμως στον Καρούζο ακριβώς αυτά είναι που αγαπώ. Ίσως η ποίηση μας διαβάζει καλύτερα απ' ό,τι τη διαβάζουμε εμείς.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΈΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη
όταν την είδα
να έρχεται από μακριά:
μισή γυναίκα, μισή όνειρο.
Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω
στεφανωμένη με άνθη κερασιάς.
Τότε κατάλαβα τι δύναμη έχουν τα ποιήματα.

Χρίστος Λάσκαρης, Ποιήματα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης


Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ

Ο ήλιος ερωτεύτηκε τη γη
Κι η γη ειν' ερωτευμένη με τον ήλιο
Είναι δικό τους θέμα
Υπόθεση δική τους
Και σε περίπτωση έκλειψης
Δεν είναι διόλου φρόνιμο κι ευγενικό να τους κοιτάτε
Πίσω απ' τα βρώμικα μικρά
Φυμέ τζαμάκια σας
Κείνη την ώρα θα τσακώνονται ασφαλώς
Όμως αυτά είναι θέματα προσωπικά
Καλύτερα κανείς να μην ανακατεύεται
Γιατί
Αν μπεις στη μέση κινδυνεύεις πια να μεταμορφωθείς
Σε μια πατάτα παγωμένη
Ή σ' ένα απλό εργαλείο που τα μαλλιά σγουραίνει
Έτσι είναι
Όσο για τ' άλλα δε μας αφορούν
Η γη αγαπάει τον ήλιο και γυρίζει ολοένα
Κι εκείνος τη θαυμάζει
Κι όμορφη τη βρίσκει
Και λάμπει επάνω της
Κι όταν κουράζεται
Πάει και ξαπλώνει
Τότε σηκώνεται η Σελήνη
Η παλιά ερωμένη του ήλιου
Που ζήλεψε
Και τιμωρήθηκε γι' αυτό
Παγώνοντας
Και τώρα βγαίνει μοναχά τη νύχτα

Ζακ Πρεβέρ, μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης

"As days go by", Sammy Slabbinck

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ' ΡΘΕΙ

Ο θάνατος και θα 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου -
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ' το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα 'ναι μια άδεια λέξη,
κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.


Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θα 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου.
Θα 'ναι σαν ν' αφήνεις μια συνήθεια,
σαν ν' αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν' ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.

Τσέζαρε Παβέζε, μτφρ. Σωτήρης Τριβιζάς


Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου' μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σα μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα να' ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κική Δημουλά, Το Λίγο Του Κόσμου, 1971


Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Πήραν στρατί -στρατί το μονοπάτι
βασιλοπούλες και καλοκυράδες,
από τις ξένες χώρες βασιλιάδες
και καβαλλάρηδες απάνω στ' άτι!

Και γύρω στης γιαγιάς μου το κρεββάτι,
ανάμεσα από δυο χλωμές λαμπάδες,
περνούσανε και σαν τραγουδιστάδες
της τραγουδούσαν -ποιος το ξέρει;- κάτι...

Κανείς για της γιαγιάς μου την αγάπη
δε σκότωσε το Δράκο ή τον Αράπη,
και να της φέρει αθάνατο νερό.

Η μάνα μου είχε γονατίσει κάτου·
μ' απάνω - μ ι ά   φ ο ρ ά   κ'  έ ν α ν
κ α ι ρ ό . . . -
ο Αρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του.

Λάμπρος Πορφύρας


Νικόλαος Γύζης

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Ο ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

     Σαν σήμερα, το 1953, ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Saint Vincent's στη Νέα Υόρκη. Ήταν μόνο 39 ετών, αλλά η υγεία του ήταν κατεστραμμένη από το αλκοόλ. Πριν λίγες μέρες, στις 3 Νοεμβρίου, είχε καταρρεύσει στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο Chelsea αναφωνώντας "Ήπια 18 διπλά ουίσκι· νομίζω ότι έσπασα το ρεκόρ!". Εκτός από  τον Μπομπ Ντύλαν, που πήρε το όνομά του απ' αυτόν, φόρο τιμής στον ποιητή έχει αποτίσει κι ο ομότεχνός του Μίλτος Σαχτούρης με το παρακάτω ποίημα, που περιλαμβάνεται στη Συλλογή Το Σκεύος (1971).

...μα εκεί κάτω στα τεράστια της Ουαλίας 
φεγγάρια
μέσα στα ολοστρόγγυλα της Ουαλίας
φεγγάρια
Ο ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ ΆΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΡΕΛΟΣ
ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΕΙ                                                       


ΣΤΟΝ ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

Σήμερα καθώς οργίζομαι και μπαίνω
εις τα πενήντα δυο μου χρόνια
με δέος και θάμβος μαζί σε χαιρετίζω
αδελφικό μου χάσμα Ντύλαν Τόμας
που τόσο νέος ήξερες
φωτιά να βάζεις μεσ' στις λέξεις
να τις πυροδοτείς
κι αυτές με κρότο και με θεό μαζί
να εκρήγνυνται, στο αχανές


     Κι ένα ποίημα του ίδιου του Ντύλαν Τόμας σε μετάφραση Νίκου Ράπτη (πηγή: www.poiein.gr) και σε συγκλονιστική απαγγελία από τον ίδιο τον ποιητή.

ΑΒΡΟΣ ΜΗΝ ΠΑΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΚΑΛΗ

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέρας
Πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ' τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λαμπρή, καχεκτική
Σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι, 
Όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι εσύ πατέρα, απ' το θλιμμένο ύψος, από κει,
Δωσ' μου κατάρα και ευχή
Με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.


Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

Ο Κρητικός είναι ένα από τ' αριστουργήματα του Διονύσιου Σολωμού και της ελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα. Αφηγείται την ιστορία ενός Κρητικού που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του όταν οι Τούρκοι κατέπνιξαν την εξέγερση στη Λαβύρινθο, ένα ρωμαϊκό λατομείο στην περιοχή της Γόρτυνας, όπου, το καλοκαίρι του 1823, είχαν βρει καταφύγιο πολλοί Κρητικοί. Ο Κρητικός, όταν το πλοίο που τον μετέφερε σε ασφαλές έδαφος ναυάγησε εν μέσω καταιγίδας, πάλεψε με τα κύματα, προκειμένου να σώσει τον εαυτό του και την αγαπημένη του. Ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του μια θεϊκή μορφή, η Φεγγαροντυμένη, η οποία διάβασε "τους πόνους που φύτρωσαν στα σωθικά του" και τον ανάγκασαν ν' αφήσει την πατρίδα του. Λίγο μετά την εξαφάνιση της, ο Κρητικός έφτασε τελικά στη στεριά, όπου διαπίστωσε ότι η αγαπημένη του ήταν ήδη νεκρή.

Βρύση έγινε το μάτι μου, κι' ομπρός του δεν εθώρα,
Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα 'ς τα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ' άφιναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ' όπου
Βλέπουνε μεσ' ΄ς την άβυσσο και 'ς την καρδιά τ' ανθρώπου,
Κ' ένοιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου·
"Κύττα με μεσ' 'ς τα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ' αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μου τ' αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν, κι αμέσως την εσφάξαν,
Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρήξανε τη μάννα 'ς το πηγάδι
Στην Κρήτη     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .
Μακρυά πο κείθ' εγιόμισα ταις φούχτες μου κ' εβγήκα
Βοήθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι' αυτό βαστώ μονάχο".



πηγή: www.theatlantic.com

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΆΛΛΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ...

Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα
Τις ημέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα
Τα βράδια ξαπλώναμε κάτω απ' τα δέντρα και τα σύννεφα
Τις νύχτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε
Ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου
Και μονάχα ύστερα ησυχία
Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς
Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά
Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε ο Γαλαξίας
Και όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά ο Θεός.

Γιώργος Σαραντάρης


πηγή: arisztokratesz.tumblr.com

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ'
αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής
παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε
ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

Ανδρέας Εμπειρίκος, από την Υψικάμινο, εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΟΝΕΙΡΑ

Τη μέρα είμαστε όλοι εδώ· τη νύχτα εξακοντιζόμαστε
μέσα απ' τα όνειρα, καθένας σε διαφορετικό κόσμο.

Ρόμπερτ Χέρικ, απόδοση Γιάννης Γ. Μπαζός, εκδόσεις Σοφίτα


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ

     Ο Ομάρ μπεν Ιμπραήμ αλ Καγιάμ (δηλαδή ο Ομάρ ο γιος του Ιμπραήμ του σκηνοποιού) γεννήθηκε στη Ναϊσαπούρ της περσικής επαρχίας Χορασάν μεταξύ του 1040 και 1050. Πριν ακόμα γίνει 30 ετών, ήταν ήδη φημισμένος αστρονόμος (στο ημερολόγιό του συμπεριέλαβε τα δίσεκτα έτη 500 χρόνια πριν από το γρηγοριανό ημερολόγιο), μαθηματικός, φυσικός, γιατρός και φιλόσοφος. Πιθανότατα λόγω της μελέτης αυτού εδώ του κόσμου και των νόμων που τον διέπουν, η φιλοσοφία του μπορεί να χαρακτηριστεί επικούρεια, εφόσον εξυψώνει τις χαρές των αισθήσεων, οι οποίες τον ανακουφίζουν από τα βασανιστικά ερωτήματα που θέτει η διάνοια και τη θλίψη που προξενεί η διαπίστωση ότι θα μείνουν αναπάντητα. Ίσως αυτή η στάση του προς τη ζωή να ήταν που τον έκανε αντιπαθή στην πατρίδα του, ιδιαίτερα μεταξύ των Σούφι, αν και από πολλούς ο Καγιάμ θεωρείται και ο ίδιος Σούφι ποιητής. Ό,τι κι αν ισχύει, όποια κι αν ήταν η αιτία της αντιπάθειας προς το πρόσωπό του, γεγονός είναι ότι πολλά ποιήματά του χάθηκαν ή καταστράφηκαν. Ωστόσο, όσα διασώθηκαν ήταν αρκετά για να κάνουν τον Καγιάμ έναν από τους δημοφιλέστερους ποιητές όλων των εποχών.
     Η επαφή των Δυτικών αναγνωστών με το ποιητικό έργο του Ομάρ Καγιάμ έγινε κυρίως μέσω της μετάφρασης των ρουμπαγιάτ από τον Άγγλο Έντουαρντ Φιτζέραλντ στα μέσα του 19ου αιώνα. Τα ρουμπαγιάτ (τετράστιχα στα περσικά) "αποτελούνται από ανεξάρτητες στροφές που η καθεμιά τους συντίθεται από τέσσερις στίχους ίσης αλλά ποικίλης προσωδίας· κάποιες φορές όλοι ομοιοκαταληκτούν όμως συχνότερα ο τρίτος στίχος αναιρεί την ομοιοκαταληξία. Όπως συνηθίζεται με τέτοιου είδους στίχους της Ανατολής, τα ρουμπαγιάτ ακολουθούν το ένα το άλλο και όλα μαζί μια ρίμα αλφαβητική -παράξενη διαδοχή χαράς και πένθους". Παρακάτω, δύο τετράστιχα του Ομάρ Καγιάμ, από το βιβλίο "Ρουμπαγιάτ", σε μετάφραση Παύλου Γνευτού, από τις Εκδόσεις Ερατώ. Οι εικόνες που τα συνοδεύουν προέρχονται από μία εικονογραφημένη έκδοση δια χειρός Edmund Dulac.

Στου αφανισμού την έρημο για μια στιγμή σταθείτε.
Απ' της ζωής την Όαση λίγη δροσιά να πιείτε.
Χαράματα ετοιμάστηκε το Μέγα καραβάνι.
Και ξεκινάει για την Αυγή... του Τίποτε. Ω βιαστείτε!



Μια μέρα εκεί στην Αγορά την ώρα που νυχτώνει
Τον αγγειοπλάστη εκοίταζα που εζύμωνε τη σκόνη
Κι αυτή με πόνο τούλεγε και τον παρακαλούσε
"Σιγά, αδερφέ μου, σιγανά": να μη την επληγώνει.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΌΡΟ "ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ"

Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
     "Μετανάστες".
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα' ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
     στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλη όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
     ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς
     οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.

Μπ. Μπρεχτ, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, εκδόσεις Θεμέλιο.

πηγή: www.theatlantic.com

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ "ΑΜΟΡΓΟ"

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε
            μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνου στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο
             τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
              τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγκανοπήγαδο σκουρια-
              σμένο βογκάει
Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους
              το καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη
              μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων
Μαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε
Και μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι
Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα
             στ' αστέρια
Τόσους αιώνες φευγάτο
Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτι-
             μόρης
Κι απ' τη χαμένη Αγια- Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
Έτσι σ' ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπα-
            ναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφε-
            ρη μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω
           στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον
           κλέφτη
Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!
[...]

Νίκος Γκάτσος


Jessica Tremp (πηγή: www.jessicatremp.com)

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΆΛΜΠΑΤΡΟΣ

     Στο παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του A Voyage Round The World By Way Of The Great South Sea, ο Άγγλος ναυτικός George Shelvocke περιγράφει το πώς ο δεύτερος καπετάνιος του, τον Οκτώβριο του 1719, σκότωσε ένα άλμπατρος στ'  ανοιχτά του ακρωτηρίου Χορν, στη Γη του Πυρός, επειδή το θεωρούσε κακό οιωνό και πίστευε ότι, σκοτώνοντάς το, θα υποχωρούσε η κακοκαιρία. Η αφήγηση αυτού του περιστατικού ενέπνευσε τον ποιητή S.T. Coleridge για το κεντρικό γεγονός στο διασημότερο ποίημά του, την Μπαλάντα του Γέρου Ναυτικού.

     
Gustave Dore, "Η Μπαλάντα Του Γέρου Ναυτικού"
Στις εφτά το βράδυ, ενώ μάζευαν το κύριο πανί, κάποιος Γουίλιαμ Κάμελ φώναξε ότι τα χέρια και τα δάχτυλά του είχαν μουδιάσει τόσο ώστε δε μπορούσε πια να κρατηθεί, όμως πριν προλάβουν να τον βοηθήσουν αυτοί που βρίσκονταν πιο κοντά του, έπεσε και πνίγηκε.

     Το κρύο είναι ασφαλώς πολύ πιο ανυπόφορο σ' αυτά τα πλάτη, παρά στα ίδια του βορείου ημισφαιρίου. Παρόλο που η θερινή εποχή ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη και οι ημέρες είχαν μεγαλώσει πολύ, είχαμε συνεχείς θύελλες με χαλάζι, χιόνι και βροχή και τους ουρανούς μας τους έκρυβαν συνέχεια σκυθρωπά, μελαγχολικά σύννεφα. Με δυο λόγια, θα πίστευε κανείς πως ήταν αδύνατο να ζήσει οποιοδήποτε πλάσμα σ' ένα τόσο σκληρό κλίμα. Και πραγματικά παρατηρήσαμε ότι δεν είχαμε δει κανενός είδους ψάρι από τότε που είχαμε περάσει στα νότια του Πορθμού του Λε Μερ, ούτε ένα θαλασσοπούλι, εκτός από ένα απαρηγόρητο μαύρο άλμπατρος, που μας συνόδευε αρκετές μέρες, πετώντας από πάνω μας σαν χαμένο, ώσπου ο Χάτλεϊ (ο δεύτερος καπετάνιος μου), σε μια από τις κρίσεις μελαγχολίας του, παρατήρησε ότι αυτό το πουλί πετούσε πάντα κοντά μας και φαντάστηκε, από το χρώμα του, ότι ίσως ήταν κάποιος κακός οιωνός. Αυτό που, πιστεύω, ενίσχυσε τη δεισιδαιμονία του ήταν η αδιάκοπη αλληλουχία αντίθετων θυελλωδών ανέμων, οι οποίοι μας βασάνιζαν από τότε που είχαμε ανοιχτεί στη θάλασσα. Όμως, όπως κι αν έχει το πράγμα, μετά από μερικές άκαρπες προσπάθειες, στο τέλος πυροβόλησε και σκότωσε το άλμπατρος, χωρίς ν' αμφιβάλλει (ίσως) ότι μετά απ' αυτό θα είχαμε ευνοϊκό άνεμο.

Υ.Γ.1: Η αφήγηση του Shelvocke (μτφρ. Αγγέλα Βερυκοκάκη) περιλαμβάνεται στο βιβλίο "Τα Μεγάλα Ρεπορτάζ", εκδόσεις Νάρκισσος, που αποτελείται από αφηγήσεις σημαντικών ή παράξενων γεγονότων από αυτόπτες μάρτυρες, μεταξύ των οποίων είναι ο Ξενοφώντας, ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Δαρβίνος, ο Γκογκέν και πολλοί άλλοι. Τα γεγονότα ξεκινούν από τον λοιμό της Αθήνας το 430 π.Χ. και φτάνουν ως τον πόλεμο των Μπόερς τον Μάιο του 1900.

Υ.Γ.2: "Η Μπαλάντα Του Γέρου Ναυτικού" κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χατζηνικολή, σε μετάφραση Β. Αθανασόπουλου. Παρακάτω, μπορείτε να ακούσετε το πρωτότυπο σε απαγγελία Orson Welles.




Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

LADY DAY: THE DAY SHE DIED

     Σαν σήμερα, το 1959, έφυγε από τη ζωή η Billie Holiday. Για την ίδια μπορεί να ήταν κάποια ανακούφιση, ν' αφήσει πια μια ζωή γεμάτη αυτοκαταστροφή και ματαίωση, γι' αυτούς που την αγαπούσαν όμως, για όσους έμειναν έστω και μια φορά άφωνοι ακούγοντας τη μεταξωτή φωνή της να γλιστρά πάνω στις νότες, ήταν μια τρομερή απώλεια. Ένας απ' αυτούς ήταν ο ποιητής Φρανκ Ο' Χάρα, που ακολουθούσε τον κοφτό, αυτοσχεδιαστικό ρυθμό της τζαζ στο γράψιμό του. Στο ποίημα του "The Day Lady Died"καταγράφει όλα όσα έκανε ο ίδιος  τη μέρα που πέθανε η Billie, μικρά, ασήμαντα, τετριμμένα πράγματα, που εκτέλεσε μηχανικά κι ωστόσο θυμάται με κάθε λεπτομέρεια -γιατί ήταν η μέρα που η Lady Day πέθανε. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή "Lunch Poems" και, απ 'όσο ξέρω, δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.

THE DAY LADY DIED

It is 12:20 in New York a Friday
three days after Bastille day, yes
it is 1959 and I go get a shoeshine
because I will get off the 4:19 in Easthampton   
at 7:15 and then go straight to dinner
and I don’t know the people who will feed me

I walk up the muggy street beginning to sun   
and have a hamburger and a malted and buy
an ugly NEW WORLD WRITING to see what the poets   
in Ghana are doing these days
                                                        I go on to the bank
and Miss Stillwagon (first name Linda I once heard)   
doesn’t even look up my balance for once in her life   
and in the GOLDEN GRIFFIN I get a little Verlaine   
for Patsy with drawings by Bonnard although I do   
think of Hesiod, trans. Richmond Lattimore or   
Brendan Behan’s new play or Le Balcon or Les Nègres
of Genet, but I don’t, I stick with Verlaine
after practically going to sleep with quandariness

and for Mike I just stroll into the PARK LANE
Liquor Store and ask for a bottle of Strega and   
then I go back where I came from to 6th Avenue   
and the tobacconist in the Ziegfeld Theatre and   
casually ask for a carton of Gauloises and a carton
of Picayunes, and a NEW YORK POST with her face on it

and I am sweating a lot by now and thinking of
leaning on the john door in the 5 SPOT
while she whispered a song along the keyboard
to Mal Waldron and everyone and I stopped breathing

(πηγή: www.poetryfoundation.org)


Εκτός από τον Φρανκ Ο' Χάρα και τον Έρικ Χομπσμπάουμ, φόρο τιμής στη Billie Holiday έχουν αποδώσει κι άλλοι, μεταξύ των οποίων ο Lou Reed και οι U2.



Υ.Γ.: Αυτό το ποστ δημιουργήθηκε με βάση τα σχόλια (αγαπημένων!) αναγνωστών του bibliokult σε ένα από τα πρώτα ποστ του μπλογκ για το βιβλίο "Billie Holiday:η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ".