Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζέιντι σμιθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζέιντι σμιθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

ΕΠΙΚΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

     Όπως είπα και στο προηγούμενο ποστ, αυτόν τον καιρό το' χω ρίξει στον Ντίκενς. Είναι βέβαια λιγάκι παράξενο, ενώ βρίσκομαι σε μια πανέμορφη παραλία στην Πάρο, με τον ήλιο να λάμπει και τη θάλασσα να στραφταλίζει, να διαβάζω για μέρη που περιγράφονται κάπως έτσι: "Πιο βρωμερό και πιο άθλιο μέρος δεν είχε ξαναδεί. Ο δρόμος είταν πολύ στενός κι όλο λάσπη κι ο αέρας γεμάτος βρωμερές αναθυμιάσεις.Υπήρχαν αρκετά μικρομάγαζα, μα το μόνο εμπόρευμα που πλεόναζε είταν κοπάδια ολόκληρα από κουτσούβελα που ακόμα και την προχωρημένη αυτή ώρα μπαινόβγαιναν απ' τις πόρτες ή ξεφώνιζαν απ' το εσωτερικό των σπιτιών. Τα μοναδικά μέρη που φαίνονταν να ευημερούν ανάμεσα στο γενικό μαρασμό αυτού του τόπου είταν τα καπηλειά·" (Όλιβερ Τουίστ, Κάρολος Ντίκενς, μτφρ. Π. Αναγνωστόπουλος, εκδόσεις Γκοβόστη).
     Μπορεί να φαίνεται κάπως παράταιρο. Δε διαφωνώ. Ωστόσο, το καλοκαίρι είναι η ιδανική εποχή για να διαβάσουμε κλασική λογοτεχνία και μάλιστα κάποιο από εκείνα τα ογκώδη, περιπετειώδη και πολυπρόσωπα μυθιστορήματα που μας συνεπαίρνουν και μας απορροφούν σε τέτοιο σημείο, που σχεδόν ξεχνάμε ότι έχουμε δική μας ζωή -όπως περιγράφει τόσο ωραία και η Ζέιντι Σμιθ σ' ένα κείμενό της. Το καλοκαίρι με τους αργούς ρυθμούς του μας επιτρέπει όχι μόνο ν' αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στην ανάγνωση βιβλίων αλλά και να δώσουμε πιο πολλή προσοχή, να μεταφερθούμε στον χρόνο και τον χώρο και να εμπλακούμε στενότερα στις περιπέτειες των πολύπαθων ορφανών, των ερωτευμένων κυριών και των ιδεαλιστών στρατιωτικών.
     Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, οι συγγραφείς και τα βιβλία που θα πρότεινα γι' αυτό το καλοκαίρι είναι τα εξής:

  1. Ντίκενς, φυσικά. Πρώτος- πρώτος ο Όλιβερ Τουίστ (εκδόσεις Γκοβόστη)  κι ακόμα οι Μεγάλες Προσδοκίες (εκδόσεις Πόλις) κι ο Ζοφερός Οίκος (εκδόσεις Gutenberg).
  2. Τολστόι! Όπως λέει κι η Ζέιντι Σμιθ "Όταν το μόνο που κάνω είναι να παρακολουθώ ένα τετράχρονο να σκάβει μια μεγάλη λακκούβα στην άμμο, είναι ωραίο να ξέρω ότι κάπου αλλού ο ρωσικός στρατός προελαύνει". Πόλεμος και Ειρήνη (εκδόσεις Πατάκη) και Άννα Καρένινα (εκδόσεις Άγρα).
  3. Τσίρκας. Πριν από μερικά χρόνια, είχα περάσει όλο τον Ιούλιο διαβάζοντας τις Ακυβέρνητες Πολιτείες (εκδόσεις Κέδρος)· είχα τόσο πολύ βυθιστεί μέσα στην ιστορία, που νόμιζα ότι, βγαίνοντας από την εξώπορτα, δε θα βρεθώ στα ήσυχα δρομάκια της γειτονιάς, με τους γηραιούς κυρίους που πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι και τα παιδάκια που κάνουν ποδήλατο, αλλά στα λαβυρινθώδη σοκάκια του Καΐρου, όπου οι κατάσκοποι κι οι πράκτορες μηχανορραφούν, ρυθμίζοντας την τύχη της Ελλάδας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. 
  4. Πάστερνακ. Δόκτωρ Ζιβάγκο. Ξέρουμε κι αγαπάμε την ομώνυμη ταινία, με τον Ομάρ Σαρίφ και την Τζούλι Κρίστι να προσπαθούν να ζήσουν τον έρωτά τους στη δίνη των γεγονότων της Ρώσικης Επανάστασης, οπότε σίγουρα θ' αγαπήσουμε ακόμα περισσότερο το ίδιο το μυθιστόρημα, που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Ποταμός.
  5. Το Έπος Του Γκίλγκαμες (εκδόσεις Ιστός). Πριν λίγες μέρες διάβασα αυτό το άρθρο, στο οποίο ο συγγραφέας μιλάει για τον πανικό που νιώθει όταν κάποιος μη συστηματικός αναγνώστης του ζητά να του προτείνει ένα βιβλίο: η πρώτη του σκέψη είναι να προτείνει την Καρδερίνα της Ντόνα Ταρτ, όμως για κάποιο λόγο διακατέχεται από την ακατανίκητη επιθυμία να φωνάξει "Το Έπος Του Γκίλγκαμες!", καταπιέζοντας τελικά τον εαυτό του να μην το κάνει. Έχει πλάκα, γιατί έχω νιώσει ακριβώς το ίδιο, με τα ίδια δύο βιβλία· η Καρδερίνα είναι η ιδανική επιλογή: είναι πρόσφατο, είναι βραβευμένο και όλοι μιλάνε γι' αυτό με τα καλύτερα λόγια. Αντιθέτως, το Έπος Του Γκίλγκαμες είναι ένα έπος των Ασσυρίων που γράφτηκε πριν από τέσσερις χιλιάδες χρόνια και μιλάει για τα κατορθώματα του ομώνυμου βαβυλωνιακού ήρωα, που θυμίζουν τα κατορθώματα του Αχιλλέα και του Οδυσσέα στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Φαντάζομαι λοιπόν να τα λέω αυτά σε κάποιον που μου ζήτησε απλώς να του προτείνω ένα βιβλίο και, καθώς οι φράσεις "πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια", "ασσυριακό έπος" και "βαβυλωνιακός ήρωας" βουίζουν μέσα στο κεφάλι του, ν' αποφασίζει να μη με ρωτήσει ποτέ ξανά για κανένα βιβλίο ή μάλλον, ποτέ ξανά, για τίποτα, μιας και το πιθανότερο είναι ν' αρχίσω να του μιλάω για τους Χετταίους και τους Φοίνικες, κι άλλους πολιτισμούς χαμένους στα βάθη των αιώνων. Επειδή όμως εδώ στο μπλογκ μπορώ να γράφω ό,τι μου κατέβει χωρίς να καταπιέζω και να λογοκρίνω τον εαυτό μου, προτείνω ανεπιφύλακτα, το έργο από το οποίο άρχισαν όλα, την ιστορία του μυθικού βασιλιά της μυθικής πόλης Ουρούκ, του Γκίλγκαμες.
Υ.Γ.: Πολλές από τις εκδόσεις που προτείνω πιο πάνω είναι εξαντλημένες. Αν δεν τις βρείτε, μπορείτε να κοιτάξετε στις δανειστικές βιβλιοθήκες -αυτό κάνω κι εγώ!


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Η ΖΕΪΝΤΙ ΣΜΙΘ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

     Τη Ζέιντι Σμιθ την αγαπάμε τόσο για τα μυθιστορήματά της όσο και για τα κείμενά της: είναι γεμάτα χιούμορ και ζεστασιά κι ακόμα, είναι τα κείμενα ενός ανθρώπου που αγαπά το διάβασμα, που βλέπει τη λογοτεχνία ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Γι' αυτό, όταν διάβασα το παρακάτω άρθρο της στο www.rookiemag.com (ένα σάιτ που απευθύνεται κυρίως σε κορίτσια στην εφηβεία, αλλά μάλλον το διαβάζουμε και πολλοί άλλοι), έπρεπε οπωσδήποτε να το μεταφράσω και να το ανεβάσω στο μπλογκ...
     Για πολύ καιρό ήθελα να κρατάω ημερολόγιο. Προσπάθησα στη διάρκεια της εφηβείας αλλά πάντα τα παράταγα. Ονειρευόμουν ότι ήμουν πολύ ειλικρινής, σαν τον Τζο Όρτον, του οποίου τα ημερολόγια θαύμαζα πάρα πολύ· τα βρήκα στη βιβλιοθήκη όταν ήμουν περίπου δεκατεσσάρων. Τα διάβασα εν μέρει από λογοτεχνικό ενδιαφέρον κι εν μέρει ως πορνογράφημα, συνεπαρμένη που ακολουθούσα τον Τζο σε τόσες γωνιές της πόλης, στις οποίες εγώ είχα μόνο περπατήσει ενώ αυτός είχε καταφέρει να κάνει παράνομο σεξ. Σκέφτηκα: αν πρόκειται να γράψεις ημερολόγιο, θα' πρεπε να είναι σαν αυτό, θα' πρεπε να είναι απόλυτα ελεύθερο, ειλικρινές. Αλλά διαπίστωσα πως δε μπορούσα να γράψω για σεξουαλικές επιθυμίες (υπερβολικά ντροπαλή, υπερβολικά ανειλικρινής), ούτε μπορούσα να περιγράψω κάποια σεξουαλική δραστηριότητα -δεν είχα καμία- οπότε το ημερολόγιο ξέπεσε σ' έναν κοινότυπο απολογισμό ψεύτικων ερώτων και φανταστικών ειδυλλίων και σύντομα το σιχάθηκα και το άφησα στην άκρη. Λίγο αργότερα προσπάθησα ξανά, αυτή τη φορά επικεντρώνοντας το γράψιμο μόνο στο σχολείο, σαν χαρακτήρας της Τζούντι Μπλουμ, περιγράφοντας με λεπτομέρειες περιστατικά στο προαύλιο και δράματα σχετικά με φιλίες, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να βγάλω από το μυαλό μου ένα πιθανό κοινό, οπότε αυτό κατέστρεψε την προσπάθεια: ήταν σαν να κάνω τα μαθήματά μου. Πάντα προσπαθούσα να παρουσιάσω τα πράγματα ευνοϊκά για μένα, σε περίπτωση που έπεφτε στα χέρια κανενός όχι και πολύ σόι από το σχολείο και το έδειχνε σε όλους. Το ανειλικρινές γράψιμο στο ημερολόγιο -αυτή τη φωνή που δεν ακούει κανείς πέρα από σένα- ήταν καταθλιπτικό ως ιδέα. Νιώθω ότι η ζωή από μόνη της έχει αρκετά τεχνητά στοιχεία, χωρίς να ωραιοποιούμε τις εσώτερες σκέψεις μας. Ή ίσως συμβαίνει το αντίθετο: μερικοί άνθρωποι μπορούν να γράψουν με ειλικρίνεια, με απλότητα για το πώς νιώθουν, ενώ εγώ δε μπορώ να σταματήσω να το ωραιοποιώ.
     Ως νεαρή, διάβασα πολύ τα Ημερολόγια της Βιρτζίνια Γουλφ και ξανά σκέφτηκα ότι πραγματικά θα' πρεπε να κρατήσω ημερολόγιο. Ήξερα αρκετά καλά τον εαυτό μου τότε για να γνωρίζω ότι η αναδιήγηση των προσωπικών μου συναισθημάτων σε ένα ημερολόγιο μου ήταν εντελώς αφόρητη, παραείχα συνείδηση του εαυτού μου και παραήμουν τεμπέλα για τον καθημερινό όγκο εργασίας. Επομένως, προσπάθησα ν' αντιγράψω τη φόρμα και το στιλ της Γουλφ στο "Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα" και να κάνω καταχωρίσεις μόνο τις μέρες που κάτι λογοτεχνικό μου είχε συμβεί, είτε κάτι που έγραψα, είτε κάτι που διάβασα, είτε συναντήσεις με άλλους συγγραφείς. Εκείνο το ημερολόγιο είχε διάρκεια μία μέρα ακριβώς. Κάλυπτε ένα απόγευμα που πέρασα με τον Τζεφ Ευγενίδη και μου πήρε δώδεκα σελίδες και μισή νύχτα. Ξέχνα το! Με τέτοιους αριθμούς, το να γράφεις για τη ζωή θα κρατά περισσότερο από το να τη ζεις. Νομίζω ότι μέρος του προβλήματος ήταν η αναγκαιότητα να γράφω σε πρώτο πρόσωπο, μια φόρμα που μέχρι πρόσφατα έβρισκα επίπονη και αγχωτική. Δε μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω με άνεση παρά μόνο σε σύντομα, δοκιμιακά ξεσπάσματα. Όταν ήμουν νεώτερη, ακόμα και η εμφάνιση του Εγώ πάνω στη σελίδα μ' έκανε λιγάκι ν'αρρωσταίνω -αυτή η αυτοσυνειδησία ξανά- και πάντα προσπαθούσα να το συσκοτίσω με ένα εμείς. Παρατηρώ πως όταν ήρθα στην Αμερική αυτό άρχισε ν'αλλάζει και μετά, χιονοστιβάδα· κοιτάζοντας τώρα τη σελίδα βλέπω περισσότερες πτώσεις του εγώ απ' ό,τι σε μια στροφή του Γουόλτ Γουίτμαν. Παρ' όλα αυτά, ακόμα και τώρα έχω ένα νοητικό κώλυμα όταν έχει να κάνει με ημερολόγια. Μου έρχονται οι ίδιες παιδιάστικες ερωτήσεις. Για ποιον είναι; Ποια είναι αυτή η φωνή; Ποιον προσπαθώ να κοροϊδέψω -εμένα;
     Συνειδητοποιώ ότι δε θέλω να καταγράφω τις μέρες μου. Έχω το είδος του μυαλού που διαγράφει όλα όσα περνάνε, σχεδόν αμέσως. Ποτέ δεν ξέρω τι έκανα σε ποια ημερομηνία ή πόσων χρονών ήμουν όταν αυτό ή εκείνο συνέβη -και μ'αρέσει έτσι. Πιστεύω ότι όταν θα είμαι πολύ γρια και το μυαλό μου θα έχει "φύγει", δε θα είναι πολύ διαφορετικά απ' ό,τι τώρα, σ' αυτό το μίασμα της μη- μνήμης, το οποίο, παρ' όλο που εξαγριώνει τους κοντινούς μου, μάλλον κάπως μου ταιριάζει, μιας και δεν προσπαθώ, έστω από ευσυνειδησία, να το αλλάξω.
     Αναρωτιέμαι αν δεν είναι λοξά συνδεδεμένο με τον τρόπο που γράφω, στον οποίο, ας πούμε, ένα χαλάκι σε ένα διαμέρισμα όπου έζησα πριν χρόνια θα ξαναεμφανιστεί, ακριβώς όπως ήταν κάποτε, το ίδιο ακριβώς χαλάκι, ίδια πλέξη και ύφασμα, κι όμως δε μπορώ να πω πότε ακριβώς έζησα εκεί, με ποιον έβγαινα ή ακόμα αν ο πατέρας μου ήταν ζωντανός ή νεκρός εκείνη την εποχή. Ίσως το πρώτο είδος του συστήματος της μη μνήμης -αυτό το οποίο δε μπορεί να συγκρατήσει ημερομηνίες ή σημαντικά γεγονότα- επιτρέπει στο άλλο είδος συστήματος μνήμης να λειτουργήσει, η απουσία του πρώτου κάνει χώρο για το δεύτερο, καθαρίζει ένα μονοπάτι γι' αυτό το ό,τι - κι - αν - είναι που μοιάζει να ξεπετάγεται μέσα από το μυαλό μου σαν ένα ντροπαλό νυκτόβιο ζώο, που σέρνει πίσω του παράξενα αντικείμενα όπως χαλάκια, μια μαραμένη παιώνια ή ένα αγαπημένο αυτοκόλλητο φράουλα που έχω να δω από το 1986 αλλά ακόμα έχει το σχήμα και τη μυρωδιά φράουλας.
      Όταν μιλάμε για αυτοβιογραφικό γράψιμο, το αληθινό, ειλικρινές, ημερολογιακό γράψιμο, το μόνο που έχω να δείξω για τον εαυτό μου -μπροστά στον Άγιο Πέτρο και όποιον άλλο- είναι ο λογαριασμός μου στο Yahoo!, τον οποίο άνοιξα εκεί γύρω στο 1996 κι ακόμα συνεχίζει. Εκεί μέσα (αν και θα προτιμούσα να πεθάνω παρά να το διαβάσω όλο από την αρχή) είναι ίσως το πιο κοντινό πράγμα σε έναν ειλικρινή απολογισμό της ζωής μου, τουλάχιστον όσον αφορά στο γράψιμο. Αυτή είμαι εγώ, και τα καλά και τα άσχημα, όλες οι ευγενικές πράξεις και τα βρώμικα ψέμματα και οι οικογενειακοί καυγάδες και οι βιβλιο-φιλίες και οι ον λάιν αγορές μόδας. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι (φαντάζομαι), ένας προσωπικός μου εφιάλτης είναι η ιδέα ο οποιοσδήποτε να περιηγείται μέσα σ' αυτόν τον λογαριασμό, διαβάζοντας ό,τι τον ευχαριστεί και ασκώντας κριτική. Συγχρόνως, όταν θα έχω πεθάνει, αν τα παιδιά μου θέλουν να δουν πώς ήμουν στην καθημερινότητά μου, όχι ως συγγραφέας, όχι ως ένα λίγο- πολύ ευπαρουσίαστο άτομο, αλλά απλώς ως το ανόητο ανθρώπινο ον πίσω από όλα αυτά, καλά θα έκαναν να κοιτάξουν εκεί.

πηγή: www.rookiemag.com/2015/02/life-writing/

Η Ζέιντι Σμιθ είναι η συγγραφέας των μυθιστορημάτων  «Λευκό Χαμόγελο σε Μαύρο Φόντο», «Συλλέκτης Αυτογράφων», «Στην Ομορφιά που Χάνεται» (εκδόσεις Ψυχογιός) και «Στην Καρδιά της Πόλης» (εκδόσεις Μεταίχμιο), καθώς και της συλλογής δοκιμίων «Changing My Mind».



Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ

     Στο προηγούμενο ποστ, η Ζέιντι Σμιθ μιλούσε για βιβλία που μέσα τους βυθίζεσαι και σχεδόν ξεχνάς ότι έχεις δική σου ζωή. Κάτι τέτοιο συνέβη και σε μένα πριν λίγες μέρες με το μυθιστόρημα του Λεονάρντο Παδούρα "Ο Άνθρωπος Που Αγαπούσε Τα Σκυλιά" (εκδόσεις Καστανιώτη). Όσο διάβαζα το βιβλίο, ένιωθα περισσότερο ότι συμμετέχω σε ένα κυνήγι θανάτου που ξεκίνησε από τη Σοβιετική Ένωση και, περνώντας από την Ισπανία και το Μεξικό, κατέληξε στην Κούβα, παρά ότι περνώ ήσυχες μέρες στο πατρικό μου.
     Το βιβλίο αναφέρεται σε τρεις άνδρες που η Ιστορία συνέθλιψε τις ζωές τους, τρεις άνδρες που πίστεψαν στο όραμα μιας κομμουνιστικής κοινωνίας, για να διαψευστούν αργότερα οδυνηρά, κι ακόμα τρεις άνδρες που μοιράζονταν την ίδια αγάπη για τα σκυλιά: τον Λεόν Τρότσκι, τον Ραμόν Μερκαντέρ και τον Ιβάν Κάρδενας. Ο πρώτος, στενός συνεργάτης του Λένιν και αρχηγός του Κόκκινου Στρατού, ανήκει στους πρωταγωνιστές της Ιστορίας. Ο δεύτερος, δολοφόνος του πρώτου, γίνεται κομμάτι της Ιστορίας μόνο και μόνο επειδή εκτέλεσε μια εντολή - περίπου όπως ο πιλότος του βομβαρδιστικού στη Χιροσίμα. Ο τρίτος, αποδέκτης της ιστορίας του δεύτερου, θα μπορούσε να είναι ένας από μας, ένα από τα αναρίθμητα πρόσωπα που βιώνουν την Ιστορία μόνο ως θύματά της, χωρίς καμία δυνατότητα να παρέμβουν στα γεγονότα.
     Το κεντρικό γεγονός στο μυθιστόρημα είναι βέβαια η δολοφονία του Τρότσκι, όμως πρέπει πρώτα να διαβάσουμε περισσότερες από 500 σελίδες για να φτάσουμε σ' αυτό. Η αφήγηση ξεκινά το 1929, όταν ο Τρότσκι και η οικογένειά του εγκαταλείπουν τη Σοβιετική Ένωση και παίρνουν το μακρύ δρόμο της εξορίας: από την Πρίγκηπο στη Γαλλία, μετά στη Νορβηγία και τελικά στο Μεξικό. Σταδιακά, ο κλοιός γύρω από τον Τρότσκι στενεύει κι ο ίδιος νιώθει όλο και πιο πολύ την παγερή ανάσα του Στάλιν στο σβέρκο του. Ωστόσο, ενώ είναι βέβαιος από την πρώτη στιγμή ότι ο Στάλιν δε θα του χαρίσει τη ζωή, συνεχίζει με αμείωτη ένταση να προσπαθεί ν' αποκαταστήσει την αλήθεια και να διατηρήσει την επίφαση μιας κανονικής ζωής. Στη διάρκεια αυτής της προσπάθειας, οι απώλειες είναι βαρύτατες: τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του και η πλειοψηφία των συντρόφων του θανατώνονται, ενώ για τον ίδιο ο θάνατος έρχεται μόνο όταν έχει χάσει σχεδόν κάθε στήριγμα και κάθε ελπίδα.
     Παράλληλα, ξετυλίγεται η ιστορία του Ραμόν Μερκαντέρ, που είναι και η πιο ενδιαφέρουσα για τον αναγνώστη. Ο Ραμόν είναι ακόμα μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού στον Ισπανικό Εμφύλιο, όταν δέχεται την πρόταση που του μεταφέρει η μητέρα του να μπει στις Μυστικές Υπηρεσίες της Σοβιετικής Ένωσης. Σιγά σιγά, ο Ραμόν εγκαταλείπει τον εαυτό του για να μετατραπεί σε μια μηχανή που ξέρει να υπακούει, να αντέχει και να σκοτώνει. Με τελικό σκοπό να διεισδύσει στο περιβάλλον του Τρότσκι και να τον δολοφονήσει, αφομοιώνει την ταυτότητα ενός ευκατάστατου, μποέμ Βέλγου που ζει στο Παρίσι, του Ζακ Μορνάρ, και αποκτά δεσμό με τη Σίλβια Αγγέλοφ, μια Αμερικανίδα αφοσιωμένη στον Τρότσκι. Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ευρώπη, πηγαίνει συντροφιά με τη Σίλβια στο Μεξικό, φαινομενικά για να στήσει μια δική του επιχείρηση, στην πραγματικότητα όμως για να σκοτώσει τον Τρότσκι. Μετά από κάποιο διάστημα, καταφέρνει να μπει στο σπίτι του υποψήφιου θύματος και να του σπάσει το κεφάλι με μια ορειβατική σκαπάνη. Στην οργάνωση της δολοφονίας είχε ως συνεργό τη μητέρα του. Αφού πέρασε είκοσι χρόνια σε φυλακές του Μεξικού, ο Ραμόν Μερκαντέρ επέστρεψε στον κόσμο όχι ως ήρωας αλλά ως παρίας. Μεταφέρθηκε στη Σοβιετική Ένωση, όπου παρασημοφορήθηκε αλλά έζησε με ψεύτικο όνομα, και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μεταξύ ΕΣΣΔ και Κούβας, άρρωστος από καρκίνο. Ως το τέλος της ζωής του, συνέχιζε να ακούει μέσα στο κεφάλι του την κραυγή του Τρότσκι την ώρα που τον σκότωνε. Στοιχειωμένος από το φάντασμα του θύματός του, είχε μετατραπεί κι ο ίδιος σε φάντασμα.
     Η τρίτη ιστορία, αυτή που αναφέρεται στον Κουβανό Ιβάν Κάρδενας (alter ego του ίδιου του συγγραφέα), ξεκινά το 1977. Ο Ιβάν, έχει πια παραιτηθεί από τις συγγραφικές του φιλοδοξίες και ζει στα όρια της ανυπαρξίας παλεύοντας να επιβιώσει. Όποτε βρίσκει λίγο χρόνο, κάνει περιπάτους στην αγαπημένη του παραλία έξω από την Αβάνα. Εκεί, τραβούν την προσοχή του δυο υπέροχα σκυλιά, δυο ρωσικά μπορζόι. Ο ιδιοκτήτης των σκύλων συστήνεται στον Ιβάν ως Χάιμε Λόπες και αρχίζει σιγά σιγά να του εμπιστεύεται την τρομερή ιστορία ενός φίλου του, του Ραμόν Μερκαντέρ, δολοφόνου του Τρότσκι. Ο Ιβάν μετά από λίγο καταλαβαίνει ότι έχει μπροστά του τον ίδιο τον Ραμόν Μερκαντέρ και κλονίζεται τόσο πολύ από τις εκμυστηρεύσεις του, που συνειδητοποιεί ότι μόνο γράφοντας γι' αυτές θα μπορέσει ν' απαλλαγεί από το βάρος τους.
     Κατά την αφήγηση των τριών αυτών ιστοριών, που συμπλέκονται τελικά σε μία, ο όγκος των πληροφοριών που έχει να διαχειριστεί ο συγγραφέας είναι τεράστιος: ο Ισπανικός Εμφύλιος, οι δίκες της Μόσχας, οι σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες και η διαβόητη Λουμπιάνκα, το σύμφωνο Ριμπεντροπ- Μολότοφ και οι διώξεις του κουβανικού καθεστώτος καταγράφονται όλα με διαφωτιστικές λεπτομέρειες. Ωστόσο ο συγγραφέας δεν επικεντρώνεται σε αυτά. Δεν επικεντρώνεται καν στην πλοκή, που ξεπερνά κάθε κατασκοπικό θρίλερ, παρ' όλο που είναι πέρα για πέρα αληθινή. Αντιθέτως, το κύριο μέλημα του Παδούρα είναι να φωτίσει την ψυχοσύνθεση των ηρώων και ιδιαίτερα τα πιο σκοτεινά της σημεία, πράγμα που τον φέρνει κοντά στον Ντοστογιέφσκι. Ειδικότερα η σκιαγράφηση της ακραίας προσωπικότητας της Καριδάδ Μερκαντέρ ντελ Ρίο, της μητέρας του Ραμόν, και η επίδραση που είχε στον γιο της, μοιάζει σαν να βγήκε από τις σελίδες των Δαιμονισμένων. Όσο για τον ίδιο τον Ραμόν και τον τρόπο που παλεύει με τους δικούς του δαίμονες, θυμίζει το "Έγκλημα και Τιμωρία".
     "Ο Άνθρωπος Που Αγαπούσε Τα Σκυλιά" δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Είναι όμως ένα βιβλίο συγκλονιστικό, που ο αναγνώστης το κουβαλά μέσα του για πολύ καιρό αφότου το τελειώσει.

Υ.Γ. 1: Δε μπορώ να μην αναφερθώ στην εξαιρετική μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.
Υ.Γ. 2: Αν καταλαβαίνετε ισπανικά έστω και λίγο, αξίζει τον κόπο να δείτε το ντοκιμαντέρ asaltar los cielos, στο οποίο μιλούν για τον Ραμόν Μερκαντέρ και τη δολοφονία του Τρότσκι πολλά από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο.


Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Η ΖΕΪΝΤΙ ΣΜΙΘ, ΤΟ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

     Συχνά μου ζητούν να συστήσω ως πρακτική τη συνήθεια του διαβάσματος. Είναι κάτι που μ’ αρέσει να κάνω, ωστόσο πάντα νιώθω λίγο απατεώνισσα. […] Για μένα, το να είμαι αναγνώστρια, το καλοκαίρι ή σε οποιαδήποτε εποχή, δεν είναι μια απλή επιλογή. Για την ακρίβεια, έκανα αυτή την επιλογή  – αν επρόκειτο πραγματικά για επιλογή - τόσο καιρό πριν, που έχει πάρει έναν αναπόδραστο χαρακτήρα στο μυαλό μου. Σκέφτομαι ότι αν ήμουν μια πολύ καλή κολυμβήτρια, θα ήμουν πολύ περήφανη γι’ αυτό, αλλά να νιώθω περηφάνια που είμαι αναγνώστρια, στη δική μου περίπτωση, είναι σαν να νιώθω περηφάνια που έχω πόδια. Δε νιώθω και τόσο περήφανη όταν, στο δρόμο για το σπίτι κάποιου φίλου, χώνω διάφορα βιβλία στην τσάντα μου για … για τι; Πραγματικά, δε μπορώ να κάνω μια σύντομη διαδρομή με το μετρό χωρίς κειμενική υποστήριξη; Είναι αυτό φυσιολογικό; Υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που, όταν βλέπουν ένα ντοκιμαντέρ για τις φυλακές, σκέφτονται κρυφά, όπως έχω κάνει εγώ,  «Μακάρι να είχα όλον αυτό τον καιρό για διάβασμα»;
     Αυτό που περιγράφω είναι μια κατάσταση που θα μπορούσε να αποδοθεί με τον όρο «σύνδρομο του παθολογικού αναγνώστη».  Ο ρυθμός με τον οποίο αποκτώ και καταβροχθίζω βιβλία είναι, για να είμαι ειλικρινής, αδιανόητος. «Απλώς πάρε ένα Kindle» με συμβούλευαν όλοι πριν από μερικά χρόνια. Κι ωστόσο να’ μαι εδώ σήμερα, πακετάροντας για μια σύντομη πτήση από το Λονδίνο στο Μπέλφαστ, με το Kindle μου βέβαια κι ακόμα με τέσσερα ή πέντε βιβλία στριμωγμένα στη χειραποσκευή μου, μπας και. Μπας και τύχει να περάσουμε μέσα από μια ρωγμή στο χρόνο, στην οποία η μία ώρα της πτήσης θα διασταλεί ως την αιωνιότητα.    
     Ενώ δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να συστήσω έναν τέτοιο τρόπο ζωής, μπορώ να πω ότι, αν έχετε έναν παρόμοιο εθισμό, το καλοκαίρι είναι η εποχή σας: Η παραλία είναι ένα από τα λίγα μέρη  στα οποία οι παθολογικοί αναγνώστες μπορούν να περάσουν απαρατήρητοι. Φυσικά, το καλοκαίρι ζητά έναν συγκεκριμένο τύπο βιβλίου. Τον Αύγουστο, σε μια αιώρα, θεωρώ ότι η μια πρόταση πρέπει να κυλά απρόσκοπτα στην επόμενη και οι άνθρωποι για τους οποίους διαβάζω θα’ πρεπε να παλεύουν και να πεθαίνουν και να εξομολογούνται την αιώνια αγάπη τους ο ένας για τον άλλο.
     Ο Τολστόι είναι εξαιρετικός για διάβασμα στην αιώρα, ειδικά η « Άννα Καρένινα», το «Πόλεμος και Ειρήνη» και οποιοδήποτε διήγημά του. Η «Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλομπέρ είναι, ομοίως, ο απόλυτος παράδεισος. Λίγο καιρό πριν είχα ξεχάσει ότι είχα δική μου ζωή, όταν διάβαζα για ζωές κατεστραμμένες από τον πόλεμο στη Μπιάφρα, στο βιβλίο του Τσιμαμάντα Νγκόζι Αντίτσιε «Το μισό ενός κίτρινου ήλιου». Η επική αδράνεια των καλοκαιρινών μας διακοπών είναι ίσως αυτό που τις κάνει κατάλληλες για το διάβασμα επικών έργων, ειδικά εκείνων που εκτυλίσσονται σε καιρούς πολέμου. Όταν το μόνο που κάνω είναι να παρακολουθώ ένα τετράχρονο να σκάβει μια μεγάλη λακκούβα στην άμμο, είναι ωραίο να ξέρω ότι κάπου αλλού ο ρωσικός στρατός προελαύνει. Κάποτε πήγα στις Μπαχάμες με τη μητέρα και τ’ αδέρφια μου, αλλά στην πραγματικότητα πήγα διακοπές με τον «Ντανιέλ Ντεροντά». Μια δεκαετία αργότερα, ακόμα θυμάμαι τις προτάσεις της Έλιοτ καλύτερα από τις χαρές τις παρέας. […]
     Τώρα βέβαια, όλο το διάβασμά μου, παθολογικό ή όχι, εξαρτάται από το χρόνο που μου αφήνουν τα δύο μου παιδιά. […] Γι’ αυτό το λόγο, μεταξύ πολλών άλλων, διαβάζω ιστορίες αληθινών εγκλημάτων, τις οποίες μπορείς να διαβάσεις ακόμα και την ώρα που σου μιλούν τα παιδιά σου. Και ο παππούς αυτού του είδους, το «Εν Ψυχρω» του Τρούμαν Καπότε, παραμένει ακόμα, για μένα, κορυφαίο.
     Το όνομά μου είναι Ζέιντι Σμιθ και είμαι μια 38χρονη παθολογική αναγνώστρια. Θα μπορούσα να πω, προς υπεράσπισή μου,  ότι δεν είμαι οπαδός της άποψης «ζεις μονάχα μια φορά». Ζω πολλές φορές. Υποθετικές, υπόγειες ζωές που εξελίσσονται κάτω από τη δική μου, σχετικά μονότονη ζωή και περιστασιακά έχουν τη δύναμη να τη διαπεράσουν ή ακόμα και να την εκτροχιάσουν. Το βρίσκω δύσκολο να ονομάσω το μοναδικό βιβλίο που ήταν τόσο διαολεμένα υπέροχο που μου άλλαξε τη ζωή. Η αλήθεια είναι ότι, όλα έχουν αλλάξει τη ζωή μου, κάθε ένα από αυτά – ακόμα κι αυτά που μισούσα. Τα βιβλία είναι η δική μου εκδοχή των εμπειριών. Από αυτά είμαι φτιαγμένη. Αλλά κάθε καλοκαίρι εύχομαι να πάρω ένα βιβλίο στην παραλία και να προσποιηθώ ότι είναι μόνο κάτι περιστασιακό, μια εποχική απόλαυση, η οποία θα παρέλθει με τον Σεπτέμβρη, καθώς θα γυρίζω, όπως κάθε άλλος πολίτης, στην πραγματική ζωή.


Η Ζέιντι Σμιθ είναι η συγγραφέας των μυθιστορημάτων  «Λευκό Χαμόγελο σε Μαύρο Φόντο», «Συλλέκτης Αυτογράφων», «Στην Ομορφιά που Χάνεται» (εκδόσεις Ψυχογιός) και «Στην Καρδιά της Πόλης» (εκδόσεις Μεταίχμιο), καθώς και της συλλογής δοκιμίων «Changing My Mind».