Μερικές φορές νιώθω άσχημα για το εξής: ενώ γράφω σ' αυτό το μπλογκ για τη λογοτεχνία, υπάρχουν σημαντικά μυθιστορήματα, όπως το "Μόμπι Ντικ" και ο "Οδυσσέας", που δεν τα έχω διαβάσει. Δηλαδή, όχι μόνο δεν τα έχω διαβάσει, αλλά παραδέχομαι την άγνοιά μου ευθαρσώς, χωρίς μάλιστα κάτι τέτοιο να μ' εμποδίζει να κάνω σχετικές αναρτήσεις. Πραγματικά, ντρέπομαι, ντρέπομαι πολύ! Πώς θεωρώ τον εαυτό μου αναγνώστρια, αν δεν έχω διαβάσει βιβλία- ογκόλιθους; Κι όταν λέω ογκόλιθους, δεν εννοώ μόνο ως προς την αξία, αλλά κι ως προς τον καθ' αυτό όγκο. Μετά όμως, μου έρχεται μια σκέψη που αναπτερώνει το ηθικό μου κι επαναφέρει την πίστη στον εαυτό μου: έχω διαβάσει το "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" του Προυστ! ΟΛΟΚΛΗΡΟ! Αυτό μάλιστα! Αυτό αποτελεί κατόρθωμα! Κι αν δεν πιστεύετε έμένα, που, τελοσπάντων, μπορεί να τα παραλέω, θα πιστέψετε σίγουρα τους Monty Python, οι οποίοι, στο παρακάτω βίντεο, διοργανώνουν έναν διαγωνισμό περιληπτικής απόδοσης του "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" σε λιγότερο από ένα λεπτό αλλά όλοι οι συμμετέχοντες αποτυγχάνουν. Πολύ λογικό.
Τρίτη 20 Αυγούστου 2013
Κυριακή 18 Αυγούστου 2013
ΤΕΣΤ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΠΟΣΟ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΣ ΕΙΣΑΙ;
Σήμερα, ένα τεστ προσωπικότητας, σαν αυτά που υπήρχαν παλιά στα περιοδικά: "τι τύπος διακοπών είσαι", "πόσο ταξιδιωτικός τύπος είσαι" κι άλλα τέτοια. Μπορεί να υπάρχουν ακόμα δηλαδή, απλώς εγώ δε διαβάζω πια περιοδικά... Οι ερωτήσεις προέρχονται εξ ολοκλήρου από το μυαλό μου και δεν έχουν καμία αντικειμενική βάση, όπως συμβαίνει με όλα τα τεστ αυτού του τύπου. Υποτίθεται ότι σε όσο περισσότερες ερωτήσεις απαντάτε με ναι, τόσο περισσότερο βιβλιόφιλος είστε. Αν έχετε ναι σε όλα, θα σας δώσω συγχαρητήρια, αλλά, εντάξει, μην το παρακάνετε, όλο διάβασμα, διάβασμα, βγείτε και λιγάκι έξω!
ΠΟΣΟ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΣ ΕΙΣΑΙ;
1. Ποτέ δε φεύγεις από το σπίτι χωρίς
ένα βιβλίο στην τσάντα.
2.
Χαίρεσαι πιο
πολύ όταν αγοράζεις βιβλία, παρά όταν αγοράζεις ρούχα.
3.
Έχεις χάσει
τη στάση σου, επειδή ήσουν τελείως απορροφημένος/η στο βιβλίο που διάβαζες.
4.
Νιώθεις ότι
ένα είδος μυστικής συγγένειας με όσους διαβάζουν κάποιο βιβλίο σε δημόσιο χώρο.
5.
Σε πιάνουν
τα νεύρα σου όταν φτάνεις στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου και
συνειδητοποιείς ότι ξέχασες να πάρεις μαζί σου ένα βιβλίο.
6.
Δεν καταλαβαίνεις
πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν διαβάσει ποτέ έστω και ένα
βιβλίο. Νιώθεις γι' αυτούς μια κάποια περιφρόνηση.
7.
Συνέχεια λες
ότι δε θ' αγοράσεις άλλα βιβλία, γιατί έχουν γεμίσει όλο το σπίτι κι άλλωστε
έχεις τόσα που δεν έχεις διαβάσει ακόμα, αλλά πάντα αναιρείς την απόφασή σου.
8.
Δε δανείζεις
ποτέ βιβλία κι αν τα δανείσεις, τους αναγκάζεις να υποσχεθούν ότι θα τα
προσέχουν και δε θα τα λερώσουν, ούτε θα τα τσακίσουν. Στο τέλος εκνευρίζονται
και δε θέλουν ούτε τα βιβλία σου, ούτε τίποτε άλλο από σένα.
9.
Αγχώνεσαι
για το αν θα προλάβεις να διαβάσεις όλα τα βιβλία που θα' θελες μέχρι να
πεθάνεις.
10.
Όταν θέλεις
λίγες στιγμές ηρεμίας, κλείνεις πίσω σου την πόρτα και κοιτάζεις τα βιβλία στα
ράφια της βιβλιοθήκης σου.
11.
Ο παράδεισος είναι για σένα ένα είδος βιβλιοθήκης...
Νικόλαος Λύτρας
Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013
SLACKER
Κάθε χρόνο, εδώ και μια δεκαετία περίπου, τον Δεκαπενταύγουστο τυχαίνει να είμαι στην Αθήνα. Δηλαδή, ψέμματα: δεν τυχαίνει ακριβώς, κατά κάποιο τρόπο επιδιώκω να βρίσκομαι εδώ.
Οποιοδήποτε άλλο μέρος είναι γεμάτο κόσμο κι όλοι έχουν αυτή την αγχωτική επιθυμία να περάσουν καλά και να κάνουν ένα σωρό πράγματα: να ξενυχτήσουν, να μεθύσουν, να μαυρίσουν, να παίξουν ρακέτες... Ειδικά αυτό το τελευταίο, η πιθανότητα δηλαδή να βρεθώ σε μια παραλία όπου διάφοροι παίζουν μανιωδώς ρακέτες και πρέπει να περάσω ανάμεσα από διασταυρούμενα πυρά για να μπω στη θάλασσα, μου φέρνει ίλιγγο και μόνο που το σκέφτομαι. Αντιθέτως, στην Αθήνα επικρατεί απόλυτη ηρεμία: οι δρόμοι είναι άδειοι και τα μαγαζιά κλειστά, άρα, δεν υπάρχει καμία πίεση για οποιαδήποτε δραστηριότητα, μπορώ ν' αφιερώσω όλη τη μέρα στο να μην κάνω ΤΙΠΟΤΑ! Έχω όλο το χρόνο ν' αράζω με φίλους και ν' αναπτύσσουμε αβάσιμες θεωρίες, ν' αναλύουμε τις ταινίες που είδαμε πρόσφατα και να διαφωνούμε για το ποιο είναι το καλύτερο σουβλάκι στο λεκανοπέδιο.
Ή μπορώ να συναντήσω ασυνήθιστους ανθρώπους που τον υπόλοιπο καιρό χάνονται μέσα στην πολυκοσμία. Πραγματικά έχει τύχει αρκετές φορές τέτοια μέρα να γνωρίσω αλλόκοτες περιπτώσεις: Πέρσι, καθώς περπατούσα στην άδεια Πανεπιστημίου, με πλησίασε ένας τύπος κι άρχισε να με συμβουλεύει να πίνω νερά, πολλά νερά, συνέχεια νερά τώρα με τις ζέστες για να μην πάθω αφυδάτωση κι αφού τον διαβεβαίωσα ότι θα το κάνω, συνέχισε να επαναλαμβάνει: "νερά, πολλά νερά, όλη την ώρα νερά..." Έχω τύχει και σε ένα- δυο συνωμοσιολόγους που μου εξηγούσαν κοιτάζοντας γύρω τους ανήσυχα, ότι πίσω από "όλα αυτά" βρίσκονται οι Εβραίοι. Πιο πολύ όμως θυμάμαι την ηθοποιό Ταϋγέτη, που την είχα δει πριν πολλά χρόνια στο τρόλεϋ, ένα από εκείνα τα παλιά, τα κίτρινα, τα σοβιετικά, που για κλιματισμό άφηναν τις πόρτες ανοιχτές. Έμοιαζε βγαλμένη από μιαν άλλη εποχή: φορούσε λευκό πλατύγυρο καπέλο, φόρεμά, κραγιόν και φανταχτερά κοσμήματα -όλα ασορτί, όλα φούξια- και φώναζε στον οδηγό που έτρεχε στους άδειους δρόμους να πηγαίνει σιγότερα γιατί αλλιώς μπορεί να χτυπήσει...
Πώς όμως μου ήρθαν όλα αυτά; Για ποιο λόγο σας τα λέω; Α, ναι. Ο λόγος είναι το φιλμ που σκέφτηκα να αναρτήσω σήμερα, το Slacker του Richard Linklater, το οποίο αφηγείται κάτι παρόμοιο μ' αυτό που γράφω κι εγώ πιο πάνω. Βέβαια, το "αφηγείται" δεν είναι ιδιαίτερα ακριβές σ' αυτή την περίπτωση, αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν κεντρικοί ήρωες, ούτε πλοκή, ούτε καν δράση. Υπάρχουν μόνο σύντομες συναντήσεις και συζητήσεις μεταξύ ανθρώπων που ανήκουν κατά κάποιο τρόπο στο κοινωνικό περιθώριο και περνούν την ώρα τους χωρίς να κάνουν κάτι παραγωγικό. Η κάμερα ακολουθεί κάποιον περαστικό για λίγο, καταγράφει όσα λέει και μετά επικεντρώνεται σε κάποιον άλλο που περνά εκείνη τη στιγμή από το πλάνο. Άλλες συναντήσεις είναι αστείες, άλλες κάπως θλιβερές κι άλλες απλώς παράξενες. Γενικά, δηλαδή, η ταινία είναι παράξενη και πολλές φορές μπορεί ν' αναρωτηθείτε τι είναι αυτό που βλέπετε. Ωστόσο, είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετική και, παρά την αμήχανη υποδοχή της όταν κυκλοφόρησε, κατάφερε να εκφράσει και να χαρακτηρίσει τους νέους μιας ολόκληρης γενιάς, αυτής της δεκαετίας του 90 ως "slackers", δηλαδή άτομα που αποφεύγουν τη δουλειά ή γενικότερα την κοπιώδη προσπάθεια. Ε ρε και να ξέραμε τότε πόσο θα αντιστρέφονταν αργότερα οι όροι κι αντί ν' αποφεύγουμε εμείς τη δουλειά, θα απέφευγε η δουλειά εμάς...
Οποιοδήποτε άλλο μέρος είναι γεμάτο κόσμο κι όλοι έχουν αυτή την αγχωτική επιθυμία να περάσουν καλά και να κάνουν ένα σωρό πράγματα: να ξενυχτήσουν, να μεθύσουν, να μαυρίσουν, να παίξουν ρακέτες... Ειδικά αυτό το τελευταίο, η πιθανότητα δηλαδή να βρεθώ σε μια παραλία όπου διάφοροι παίζουν μανιωδώς ρακέτες και πρέπει να περάσω ανάμεσα από διασταυρούμενα πυρά για να μπω στη θάλασσα, μου φέρνει ίλιγγο και μόνο που το σκέφτομαι. Αντιθέτως, στην Αθήνα επικρατεί απόλυτη ηρεμία: οι δρόμοι είναι άδειοι και τα μαγαζιά κλειστά, άρα, δεν υπάρχει καμία πίεση για οποιαδήποτε δραστηριότητα, μπορώ ν' αφιερώσω όλη τη μέρα στο να μην κάνω ΤΙΠΟΤΑ! Έχω όλο το χρόνο ν' αράζω με φίλους και ν' αναπτύσσουμε αβάσιμες θεωρίες, ν' αναλύουμε τις ταινίες που είδαμε πρόσφατα και να διαφωνούμε για το ποιο είναι το καλύτερο σουβλάκι στο λεκανοπέδιο.
Ή μπορώ να συναντήσω ασυνήθιστους ανθρώπους που τον υπόλοιπο καιρό χάνονται μέσα στην πολυκοσμία. Πραγματικά έχει τύχει αρκετές φορές τέτοια μέρα να γνωρίσω αλλόκοτες περιπτώσεις: Πέρσι, καθώς περπατούσα στην άδεια Πανεπιστημίου, με πλησίασε ένας τύπος κι άρχισε να με συμβουλεύει να πίνω νερά, πολλά νερά, συνέχεια νερά τώρα με τις ζέστες για να μην πάθω αφυδάτωση κι αφού τον διαβεβαίωσα ότι θα το κάνω, συνέχισε να επαναλαμβάνει: "νερά, πολλά νερά, όλη την ώρα νερά..." Έχω τύχει και σε ένα- δυο συνωμοσιολόγους που μου εξηγούσαν κοιτάζοντας γύρω τους ανήσυχα, ότι πίσω από "όλα αυτά" βρίσκονται οι Εβραίοι. Πιο πολύ όμως θυμάμαι την ηθοποιό Ταϋγέτη, που την είχα δει πριν πολλά χρόνια στο τρόλεϋ, ένα από εκείνα τα παλιά, τα κίτρινα, τα σοβιετικά, που για κλιματισμό άφηναν τις πόρτες ανοιχτές. Έμοιαζε βγαλμένη από μιαν άλλη εποχή: φορούσε λευκό πλατύγυρο καπέλο, φόρεμά, κραγιόν και φανταχτερά κοσμήματα -όλα ασορτί, όλα φούξια- και φώναζε στον οδηγό που έτρεχε στους άδειους δρόμους να πηγαίνει σιγότερα γιατί αλλιώς μπορεί να χτυπήσει...
Πώς όμως μου ήρθαν όλα αυτά; Για ποιο λόγο σας τα λέω; Α, ναι. Ο λόγος είναι το φιλμ που σκέφτηκα να αναρτήσω σήμερα, το Slacker του Richard Linklater, το οποίο αφηγείται κάτι παρόμοιο μ' αυτό που γράφω κι εγώ πιο πάνω. Βέβαια, το "αφηγείται" δεν είναι ιδιαίτερα ακριβές σ' αυτή την περίπτωση, αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν κεντρικοί ήρωες, ούτε πλοκή, ούτε καν δράση. Υπάρχουν μόνο σύντομες συναντήσεις και συζητήσεις μεταξύ ανθρώπων που ανήκουν κατά κάποιο τρόπο στο κοινωνικό περιθώριο και περνούν την ώρα τους χωρίς να κάνουν κάτι παραγωγικό. Η κάμερα ακολουθεί κάποιον περαστικό για λίγο, καταγράφει όσα λέει και μετά επικεντρώνεται σε κάποιον άλλο που περνά εκείνη τη στιγμή από το πλάνο. Άλλες συναντήσεις είναι αστείες, άλλες κάπως θλιβερές κι άλλες απλώς παράξενες. Γενικά, δηλαδή, η ταινία είναι παράξενη και πολλές φορές μπορεί ν' αναρωτηθείτε τι είναι αυτό που βλέπετε. Ωστόσο, είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετική και, παρά την αμήχανη υποδοχή της όταν κυκλοφόρησε, κατάφερε να εκφράσει και να χαρακτηρίσει τους νέους μιας ολόκληρης γενιάς, αυτής της δεκαετίας του 90 ως "slackers", δηλαδή άτομα που αποφεύγουν τη δουλειά ή γενικότερα την κοπιώδη προσπάθεια. Ε ρε και να ξέραμε τότε πόσο θα αντιστρέφονταν αργότερα οι όροι κι αντί ν' αποφεύγουμε εμείς τη δουλειά, θα απέφευγε η δουλειά εμάς...
Σάββατο 10 Αυγούστου 2013
Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013
ABBEY ROAD
Στις 8 Αυγούστου του 1969, οι Beatles έκαναν τη φωτογράφιση για το εξώφυλλο του τελευταίου δίσκου που ηχογράφησαν, το πασίγνωστο "Abbey Road". Πρόκειται για το πιο εμπορικό άλμπουμ στην ιστορία τους κι ακόμη, αυτό με το διασημότερο εξώφυλλο, πιο διάσημο κι από εκείνο του "Sergeant Pepper's". Φαίνεται παράξενο: δεν είναι ούτε περίτεχνο, ούτε προκλητικό, ούτε το έχει σχεδιάσει κάποιος διάσημος καλλιτέχνης, ωστόσο έχει αντιγραφεί από πάρα πολλά συγκροτήματα μέχρι σήμερα κι οπαδοί των Beatles που επισκέπτονται το Λονδίνο φωτογραφίζονται απαραιτήτως την ώρα που διασχίζουν τη διάσημη οδό, η οποία αποτελεί πια αξιοθέατο. Το bibliokult λοιπόν, επειδή δίνει στο μύθο όση σημασία δίνει και στο ίδιο το έργο, παραθέτει φωτογραφίες από τη θρυλική φωτογράφιση (πηγή: www.retronaut.com ), καθώς και το εναρκτήριο τραγούδι του άλμπουμ, μιας και πάντα ζητάω αφορμή να βάλω λίγο beatles στο blog!
Κυριακή 4 Αυγούστου 2013
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ JEAN RENOIR
Σήμερα, μια από τις αγαπημένες μου ταινίες, "το ποτάμι" (1951) του Jean Renoir, του γιου του ιμπρεσσιονιστή ζωγράφου Pierre Auguste Renoir. Αν και αφοσιώθηκε σε μια τέχνη διαφορετική από αυτή του πατέρα του, κάθε πλάνο του είναι σαν πίνακας ζωγραφικής, ειδικότερα όταν κινηματογραφεί την υπέροχη ινδική φύση. Άλλωστε, η Ινδία είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής αυτής της ταινίας: το φως, τα τοπία και η πλούσια ινδική παράδοση ως μέρη ενός μαγικού, σαγηνευτικού κόσμου που σε παρασύρει μέσα του, αρκεί ν' αφεθείς να τον ανακαλύψεις. Ο ρυθμός της ταινίας είναι αργός, όχι όμως βαρετός. Κυλάει όπως το ποτάμι και σε μεταφέρει στο εξωτικό τοπίο, ακόμα κι αν βρίσκεσαι σε κάποιο μικρό διαμέρισμα της άδειας, αυγουστιάτικης Αθήνας...
Η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη Χ.Δ., με την ευχή να ξαναπάμε μαζί στην Ινδία!
Η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη Χ.Δ., με την ευχή να ξαναπάμε μαζί στην Ινδία!
Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013
ΈΧΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ
ή μήπως όχι;
γιά σκέψου νά ανήκε στο κράτος
ο ύπνος
τα πράγματα θάτανε δύσκολα
θ' αγοράζαμε ύπνο με δελτίο; ή ελεύθερα; καί πόσο;
κι άν είχε παραχωρηθεί στήν ιδιωτική πρωτοβουλία; ποιά
η τιμή του σήμερα;
θα πεθαίναμε από εγρήγορση χωρίς χρήματα;
οι πάσχοντες από αϋπνίες τυχερώτεροι λιγάκι
- δεν είν' έτσι;
για σκέψου νά μή μας ανήκε ο ύπνος
Ν.Δ. Καρούζος, Φαρέτριον, Εκδόσεις Ύψιλον
φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος, 1964
γιά σκέψου νά ανήκε στο κράτος
ο ύπνος
τα πράγματα θάτανε δύσκολα
θ' αγοράζαμε ύπνο με δελτίο; ή ελεύθερα; καί πόσο;
κι άν είχε παραχωρηθεί στήν ιδιωτική πρωτοβουλία; ποιά
η τιμή του σήμερα;
θα πεθαίναμε από εγρήγορση χωρίς χρήματα;
οι πάσχοντες από αϋπνίες τυχερώτεροι λιγάκι
- δεν είν' έτσι;
για σκέψου νά μή μας ανήκε ο ύπνος
Ν.Δ. Καρούζος, Φαρέτριον, Εκδόσεις Ύψιλον
φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος, 1964
Τρίτη 30 Ιουλίου 2013
ΠΡΙΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ, ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ
Όπως είχα πει κι εδώ, η ταινία που περίμενα περισσότερο απ' όλες φέτος ήταν το "Πριν τα Μεσάνυχτα" του Linklater, με τον Ethan Hawk και τη Julie Delpy. Όταν όμως το είδα πριν από μερικές μέρες δεν ενθουσιάστηκα όσο περίμενα. Η ταινία βέβαια μιλούσε μ'έναν τρόπο πολύ αληθινό για τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά δεν έφτανε σε μια βαθύτερη προσέγγιση του θέματος, γι' αυτό και δεν την ξανασκέφτηκα ιδιαίτερα μετά το τέλος της προβολής. Συνειδητοποίησα ωστόσο ότι μ' έκανε να σκέφτομαι συνέχεια μια άλλη ταινία, που είχα δει πριν χρόνια, το "Μια γυναίκα εξομολογείται" ("A woman under the influence") του 1974, με τη Gena Rowlands και τον Peter Falk, σε σκηνοθεσία Κασσαβέτη. Είναι περίεργο το ότι, ενώ υπάρχουν τόσες και τόσες ταινίες με ζευγάρια σε κρίση, το "Πριν τα Μεσάνυχτα" μου'φερε στο μυαλό τη συγκεκριμένη ταινία. Ο λόγος είναι η συμπεριφορά της Σελίν, που μου θύμισε τη Μέιμπελ, τον κεντρικό χαρακτήρα στο "Μια γυναίκα εξομολογείται".
Ειδικά στο δεύτερο μέρος του "Πριν τα Μεσάνυχτα", όπου οι ήρωες βρίσκονται μόνοι σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, με σκοπό να περάσουν μια νύχτα πάθους, έρχονται στην επιφάνεια όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματα που είχαν καταπιέσει στη διάρκεια της συμβίωσης, αλλά τώρα τα χρησιμοποιούν ως όπλα σε μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια να διαφυλάξουν την ατομικότητά τους, εκμηδενίζοντας τον άλλο. Σ' όλη αυτή τη σύγκρουση, ο χαρακτήρας που εκφράζεται με τη μεγαλύτερη επιθετικότητα είναι η Σελίν, εξαιτίας της ματαίωσης που νιώθει επειδή έχει θυσιάσει πολλά από τα όνειρά της και τις επιθυμίες της, χωρίς αυτό να γίνεται καν αντιληπτό από τον άντρα της. Η έκρηξή της είναι τόσο έντονη που κάνει πολλούς θεατές ν' αναρωτιούνται αν είναι δικαιολογημένη μια τόσο υπερβολική αντίδραση.
Ακόμα πιο υπερβολική είναι η συμπεριφορά της Μέιμπελ στην ταινία του Κασσαβέτη, μόνο που εδώ η έκρηξη είναι πιο αργή και περισσότερο αυτοκαταστροφική. Σ' αυτή την περίπτωση βέβαια δεν έχουμε να κάνουμε με μια σύγχρονη, δυναμική μεσοαστή Γαλλίδα αλλά με μια εύθραυστη μικροαστή Αμερικανίδα της δεκαετίας του 70. Και η Μέιμπελ, όπως και η Σελίν, φαίνεται ν' ασφυκτιά στο ρόλο της νοικοκυράς και να διψά για ελευθερία. Κι οι δύο γυναίκες νιώθουν ότι η ρουτίνα της καθημερινότητας απειλεί να τις συνθλίψει, η Μέιμπελ όμως έχει λιγότερες αντιστάσεις. Στο τέλος καταρρέει συναισθηματικά και νοσηλεύεται για ένα διάστημα σε κλινική, ώσπου να μπορέσει να επανακτήσει την αυτοκυριαρχία της.
Όσον αφορά στη Μέιμπελ, οι θεατές δεν αναρωτιούνται αν οι αντιδράσεις της είναι υπερβολικές: φυσικά και είναι, αφού έχουμε να κάνουμε μ' έναν οριακό χαρακτήρα. Το παράξενο ωστόσο είναι ότι η Μέιμπελ είναι πιο πραγματική και πιο ανθρώπινη από τη Σελίν, πράγμα που έχει σίγουρα να κάνει και με την ερμηνεία της Rowlands. Με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη και δια βίου συντρόφου της, Κασσαβέτη, η Rowlands έδωσε σ' αυτή την ταινία τον πιο συγκλονιστικό ρόλο της καριέρας της. Πέραν τούτου όμως, σκέφτομαι ότι, το "Μια γυναίκα εξομολογείται" είναι μια πολύ πιο δυνατή ταινία γιατί, τουλάχιστον στην τέχνη, όσο πλησιάζει κανείς στα άκρα, τόσο πιο αληθινός κι ουσιαστικός γίνεται. Όσο εστιάζει στο προσωπικό, τόσο περισσότερους ανθρώπους αγγίζει.
Ειδικά στο δεύτερο μέρος του "Πριν τα Μεσάνυχτα", όπου οι ήρωες βρίσκονται μόνοι σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, με σκοπό να περάσουν μια νύχτα πάθους, έρχονται στην επιφάνεια όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματα που είχαν καταπιέσει στη διάρκεια της συμβίωσης, αλλά τώρα τα χρησιμοποιούν ως όπλα σε μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια να διαφυλάξουν την ατομικότητά τους, εκμηδενίζοντας τον άλλο. Σ' όλη αυτή τη σύγκρουση, ο χαρακτήρας που εκφράζεται με τη μεγαλύτερη επιθετικότητα είναι η Σελίν, εξαιτίας της ματαίωσης που νιώθει επειδή έχει θυσιάσει πολλά από τα όνειρά της και τις επιθυμίες της, χωρίς αυτό να γίνεται καν αντιληπτό από τον άντρα της. Η έκρηξή της είναι τόσο έντονη που κάνει πολλούς θεατές ν' αναρωτιούνται αν είναι δικαιολογημένη μια τόσο υπερβολική αντίδραση.
Ακόμα πιο υπερβολική είναι η συμπεριφορά της Μέιμπελ στην ταινία του Κασσαβέτη, μόνο που εδώ η έκρηξη είναι πιο αργή και περισσότερο αυτοκαταστροφική. Σ' αυτή την περίπτωση βέβαια δεν έχουμε να κάνουμε με μια σύγχρονη, δυναμική μεσοαστή Γαλλίδα αλλά με μια εύθραυστη μικροαστή Αμερικανίδα της δεκαετίας του 70. Και η Μέιμπελ, όπως και η Σελίν, φαίνεται ν' ασφυκτιά στο ρόλο της νοικοκυράς και να διψά για ελευθερία. Κι οι δύο γυναίκες νιώθουν ότι η ρουτίνα της καθημερινότητας απειλεί να τις συνθλίψει, η Μέιμπελ όμως έχει λιγότερες αντιστάσεις. Στο τέλος καταρρέει συναισθηματικά και νοσηλεύεται για ένα διάστημα σε κλινική, ώσπου να μπορέσει να επανακτήσει την αυτοκυριαρχία της.
Όσον αφορά στη Μέιμπελ, οι θεατές δεν αναρωτιούνται αν οι αντιδράσεις της είναι υπερβολικές: φυσικά και είναι, αφού έχουμε να κάνουμε μ' έναν οριακό χαρακτήρα. Το παράξενο ωστόσο είναι ότι η Μέιμπελ είναι πιο πραγματική και πιο ανθρώπινη από τη Σελίν, πράγμα που έχει σίγουρα να κάνει και με την ερμηνεία της Rowlands. Με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη και δια βίου συντρόφου της, Κασσαβέτη, η Rowlands έδωσε σ' αυτή την ταινία τον πιο συγκλονιστικό ρόλο της καριέρας της. Πέραν τούτου όμως, σκέφτομαι ότι, το "Μια γυναίκα εξομολογείται" είναι μια πολύ πιο δυνατή ταινία γιατί, τουλάχιστον στην τέχνη, όσο πλησιάζει κανείς στα άκρα, τόσο πιο αληθινός κι ουσιαστικός γίνεται. Όσο εστιάζει στο προσωπικό, τόσο περισσότερους ανθρώπους αγγίζει.
Κυριακή 28 Ιουλίου 2013
Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΣΚ
Ο Μάνος Χατζιδάκις, στο βιβλίο του "Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι", από τις εκδόσεις Ίκαρος, αναφέρει το εξής περιστατικό: το 1943, στην Κατοχή, ο Γκάτσος τον ρωτά τι διαβάζει κι εκείνος απαντά ότι διαβάζει "Μάσκα". Ο Γκάτσος τότε τον προτρέπει, εφόσον διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα, ν' ανακαλύψει την Αγκάθα Κρίστι και τον Ζορζ Σιμενόν... Άλλο ένα στοιχείο που δείχνει ότι ο Γκάτσος, εκτός από κορυφαίος ποιητής και στιχουργός, ήταν και ωραίος τύπος! Όχι τόσο για την προτίμηση στην Αγκάθα Κρίστι, όσο για τον Ζορζ Σιμενόν, τον Βέλγο συγγραφέα που έχει εκδόσει 400 έργα κι έχει επινοήσει έναν από τους εμβληματικότερους ντετέκτιβ στην ιστορία του μυθιστορηματικού εγκλήματος, τον επιθεωρητή Μαιγκρέ. Στα ελληνικά κυκλοφορούν αρκετά από τα βιβλία του, σε εξαιρετική μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ, από τις εκδόσεις Άγρα.Για μένα όμως, το ωραιότερο βιβλίο του δεν έχει ήρωα τον επιθεωρητή Μαιγκρέ. Αντίθετα, ο ήρωας του δεν έχει τίποτα το ηρωικό πάνω του, είναι ένας πράος, ταπεινός ανθρωπάκος, "ο ανθρωπάκος από το Αρχάγγελσκ", ο Ρωσοεβραίος παλαιοβιβλιοπώλης Ζονάς Μιλκ. Στην ουσία πρόκειται για μια ιστορία bullying, μιας και -κακά τα ψέμματα- το bullying δεν περιορίζεται στο χώρο του σχολείου. Απεναντίας, η κοινωνική απομόνωση και ο εκφοβισμός του ανθρώπου που φαίνεται διαφορετικός, αδύναμος κι ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του συναντώνται σ' όλους τους κοινωνικούς χώρους.
Ο Ζονάς Μιλκ, λοιπόν, κατοικεί στην πλατεία της Παλαιάς Αγοράς μιας μικρής γαλλικής κωμόπολης από παιδί, από τότε δηλαδή που οι γονείς του έφυγαν από την επαναστατική Ρωσία κι εγκαταστάθηκαν εκεί. Αν κι έχει ζήσει όλη του τη ζωή σ' αυτή τη γειτονιά, οι υπόλοιποι κάτοικοι δεν τον θεωρούν "δικό τους". Απόδειξη, το ότι αγνοούν το γεγονός ότι είναι ένας από τους
σπουδαιότερους συλλέκτες γραμματοσήμων παγκοσμίως, με μια συλλογή πραγματικό θησαυρό. Για τον Ζονάς Μιλκ, όμως, τα γραμματόσημα δεν είναι απλώς κομμάτια μιας συλλογής. Είναι παράλληλα ένας τρόπος να μάθει τον κόσμο και κυρίως τη Ρωσία, την πατρίδα που δε θυμάται μα ξέρει καλά μέσα από τα λεπτεπίλεπτα οδοντωτά χαρτάκια. Ωστόσο η γυναίκα του, η νεαρή Τζίνα, γνωρίζει καλά τη χρηματική αξία της συλλογής, γι' αυτό όταν φεύγει από το σπίτι φροντίζει να πάρει μαζί της τα πιο σπάνια γραμματόσημά του. Όμως ο ευγενέστατος κύριος Ζονάς προτιμά να μην εκθέσει τη γυναίκα του, γι' αυτό, όταν το πρωί τον ρωτάνε για κείνην, λέει ένα αθώο ψέμα: ότι έχει πάει σε μια φίλη της σε άλλη πόλη. Αλλά καθώς η Τζίνα δεν επιστρέφει, όλοι αρχίζουν να υποψιάζονται ότι την έχει δολοφονήσει. Κι εδώ ακριβώς ξεκινά το ανελέητο ανθρωποκυνηγητό που γίνεται με λοξές ματιές, προσβλητικές κουβέντες και οδυνηρές αποκαλύψεις κι οδηγεί τον εύθραυστο Ζονάς Μιλκ στην ψυχολογική κατάρρευση. Η ευαίσθητη σκιαγράφηση της προσωπικότητας του ανθρωπάκου από το Αρχάγγελσκ και η περιγραφή της σταδιακής κατάπτωσής του, καθώς κι η απεικόνιση των αδυσώπητων νοικοκυραίων που δεν έχουν ενδοιασμούς να καταστρέψουν έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικός, στην ουσία μόνο και μόνο επειδή μπορούν, είναι που κάνουν το βιβλίο αυτό κορυφαίο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












