Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016
Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ ΤΟΥΣ (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ)
Αυτό το αγριωπό αγόρι είναι ο Jack London και ο σκύλος δίπλα του είναι όχι ο Ασπροδόντης αλλά ο Rollo, ο σκύλος που είχε όταν ήταν παιδί.
Τον Ζακ Πρεβέρ τον έχουμε ξαναδεί με το κοστούμι και το καπελάκι του να κάθεται σ' ένα παρισινό καφέ, μόνο που σ' εκείνη τη φωτογραφία ήταν παρέα με μια γάτα. Εδώ είναι με τον σκύλο του και φαίνονται κι οι δύο εξίσου αποκαμωμένοι.
Αν υπάρχει κάποιος για τον οποίο ισχύει το "γνώρισα τους ανθρώπους και αγάπησα τα ζώα", αυτός είναι ο μισάνθρωπος, μηδενιστής και ιδιοφυής Λουί Φερντινάντ Σελίν, που εδώ τον βλέπουμε με τα τρία (!) σκυλιά του.
Η Βιρτζίνια Γουλφ, που σ' όλες τις φωτογραφίες της μου φαίνεται εύθραυστη και σκεφτική, ίσως επειδή κάθε φορά φέρνω στο νου μου τη μάχη της με την κατάθλιψη και το τραγικό της τέλος, εδώ κάθεται στο γρασίδι παρέα με τον σκύλο της.
Ο συγγραφέας και εικονογράφος παιδικών βιβλίων Μορίς Σεντάκ (περισσότερο γνωστός για το βιβλίο "Where the Wild Things Are", το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2009 από τον Spike Jonze) μαζί με τον σκύλο του Μέλβιλ, που, ναι, σωστά το μαντέψατε, πήρε τ' όνομά του από τον Χέρμαν Μέλβιλ.
Εντάξει, από εδώ και πέρα δεν έχουμε κανονικούς συγγραφείς, ωστόσο και οι τρεις έχουν γράψει άκρως ενδιαφέροντα αυτοβιογραφικά κείμενα, ο Ταρκόφσκι τα ημερολόγιά του και οι άλλοι δύο την αυτοβιογραφία τους. Και τα τρία έργα θέλω πολύ να τα διαβάσω, παρ' όλο που πρόκειται για πολύ διαφορετικά κείμενα. Σ' αυτή τη φωτογραφία ο Ταρκόφσκι στέκεται μαζί με τον σκύλο που έχουμε δει σε πολλές από τις polaroids του.
Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να δείχνει badass έχοντας ένα κανίς (ή κάτι παρόμοιο) στην αγκαλιά του είναι ο Kieth Richards.
Μπορεί με τον Kieth Richards ν' ανεβάσαμε πολύ ψηλά τα επίπεδα coolness, αλλά εδώ τα τερματίσαμε: the man in black, ο Johnny Cash αυτοπροσώπως, παρέα μ' έναν εξίσου κατάμαυρο σκύλο.
Υ.Γ.: Οι περισσότερες φωτογραφίες είναι παρμένες από το literarydogs.tumblr.com
Κυριακή 20 Μαρτίου 2016
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ ΤΟΥΣ (ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ)
Τελικά οι τρεις μέρες έγιναν βδομάδα, όχι επειδή έλειπα σε διακοπές τόσο καιρό ή επειδή, ας πούμε, είχα χανγκόβερ μετά από τα τρελά πάρτι του τριημέρου, αλλά για έναν τελείως βαρετό λόγο: είχα πολλή δουλειά. Προέκυψαν τόσες υποχρεώσεις μετά την επιστροφή στο νησί, που δεν προλάβαινα ούτε να πάω τον σκύλο μια βόλτα και τώρα φοβάμαι ότι μετά απ' αυτήν την κλεισούρα έχει γίνει αγρίμι... Καημένη Ρόζα! Μιλώντας για τον σκύλο μου, λοιπόν, ας δούμε διάφορους συγγραφείς παρέα με τους δικούς τους.
Ξεκινάμε με τον έξοχα εκκεντρικό Ρολάντ Τοπόρ, που κάνει ντουέτο με τον σκύλο του.
Εδώ έχουμε τον αγαπημένο Ντίκενς σε άψογη βικτωριανή πόζα, συντροφιά με τον ευμεγέθη σκύλο του τον Τούρκο. Κι οι δύο, πάντως, μου φαίνονται σαν να βαριούνται λιγάκι.
Παραμένουμε στους Αγγλοσάξονες και ιδού η περιπετειώδης Αγκάθα, ντυμένη σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, ν' αγκαλιάζει το σκυλάκι της.
Τον Μαρκ Τουαίην τον ξέρουμε βασικά ως γατόφιλο, φαίνεται όμως ότι αγαπούσε γενικά τα ζώα. Προσπάθησα να βρω στο ίντερνετ κάποια ρήση του σχετική με σκύλους και δεν δυσκολεύτηκα καθόλου -φαίνεται ότι ο Τουαίην είχε κάτι έξυπνο να πει για τα πάντα. Πιο πολύ μ' άρεσε αυτό: "αν πάρεις έναν πεινασμένο σκύλο και τον ταΐσεις, δε θα σε δαγκώσει. Αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ ενός σκύλου και ενός ανθρώπου".
Απ' όλους όσους μάζεψα στο σημερινό ποστ, αυτός είναι ο πιο αγαπημένος μου: ο Κερτ Βόνεγκατ. Με την ανάλαφρη παιδικότητα που τον χαρακτήριζε, τρέχει στην παραλία παρέα με τον σκύλο του τον Pumpkin.
Ο Τόμας Μαν μπορεί να ήταν μεγαλοφυΐα, όμως από παιδικότητα δεν είχε ούτε ίχνος. Γι' αυτό κάπως τον αντιπαθώ, παρ' όλο που το Μαγικό Βουνό ήταν για μένα κορυφαία αναγνωστική εμπειρία. Ακόμα κι εδώ, που υποτίθεται ότι είναι πιο χαλαρός και παίζει με το ασχημούτσικο αυτό σκυλάκι, φαίνεται στημένος.
Άλλος ένας γερμανοθρεμμένος, ο Σίγκμουντ Φρόιντ, ο άνθρωπος που άλλαξε με το έργο του τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας, χαϊδεύει βλοσυρός ένα σκυλάκι που μάλλον είναι τσόου-τσόου, αν λάβουμε υπ' όψιν μας τη γενικότερη αγάπη του Φρόιντ για την Άπω Ανατολή.
Εντάξει, ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ μπορεί να μην έχει γράψει βιβλίο, έχει γράψει όμως στίχους και είναι ίσως ο μοναδικός στιχουργός που έχει γράψει λόγια αγάπης για το αγαπημένο του κατοικίδιο, τη Μάρθα.
Υ.Γ.: Οι περισσότερες φωτογραφίες είναι παρμένες από το literarydogs.tumblr.com
Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016
Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016
Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016
ΠΙΣΤΟΜΑ
Όταν ύστερα από την αναρχία που' χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Μαγουλαδίτης Αντώνης Κουκουλιώτης.
Είτουν τότες ως σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Το πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
Ο άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Κι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Κουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
Εγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. Κ' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, το' σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
Αλλά ο Κουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας της είπε:
"Μη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Είναι το παιδί τούτο δικό σου; Ναι; Μα όχι δικό μου! Με ποιον, λέγε, το' χεις κάμει;"
Τ' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
"Αντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Το φταίσμα μου είναι μεγάλο. Μα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θα' ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Κοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ, Κάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
Καθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Εσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
"Γυναίκα κακή! Δε ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκείνου θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
Εμολόησε. Κι ο Κουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Κι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Μα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ως το ξημέρωμα.
Την άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
"Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
"Τον σκότωσες!"
"Την ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Ανατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
Κι ο Κουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
Και φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Το σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. Η γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. Κ' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
Κι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Κουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
"Βαλ' το πίστομα μέσα".
Είτουν τότες ως σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Το πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
Ο άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Κι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Κουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
Εγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. Κ' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, το' σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
Αλλά ο Κουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας της είπε:
"Μη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Είναι το παιδί τούτο δικό σου; Ναι; Μα όχι δικό μου! Με ποιον, λέγε, το' χεις κάμει;"
Τ' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
"Αντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Το φταίσμα μου είναι μεγάλο. Μα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θα' ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Κοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ, Κάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
Καθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Εσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
"Γυναίκα κακή! Δε ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκείνου θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
Εμολόησε. Κι ο Κουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Κι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Μα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ως το ξημέρωμα.
Την άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
"Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
"Τον σκότωσες!"
"Την ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Ανατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
Κι ο Κουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
Και φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Το σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. Η γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. Κ' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
Κι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Κουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
"Βαλ' το πίστομα μέσα".
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, από τα Διηγήματα [Κορφιάτικες Ιστορίες]
Νικόλαος Γύζης
Τρίτη 8 Μαρτίου 2016
Κυριακή 6 Μαρτίου 2016
Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΈΚΟ
Δεν ξέρω αν για τον Ουμπέρτο Έκο ο παράδεισος ήταν ένα είδος βιβλιοθήκης, σε μια τέτοια περίπτωση όμως δεν θα διαφέρει τόσο από το σπίτι του, που διαθέτει μία βιβλιοθήκη 50.000 τόμων. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι τα βιβλία που περιέχει δεν ήταν καταγεγραμμένα σε κατάλογο αλλά τα έβρισκε από μνήμης, μιας και πολλές φορές μέσα στη μέρα επισκεπτόταν τον μήκους εβδομήντα μέτρων διάδρομο όπου τα φύλαγε. Άλλωστε, όπως είχε επισημάνει κι ο ίδιος σε μια εξαιρετική συνέντευξή του στο Spiegel το 2009 (μπορείτε να τη διαβάσετε ολόκληρη εδώ), "καλλιέργεια δεν είναι να γνωρίζω πότε πέθανε ο Ναπολέοντας, αλλά να γνωρίζω πώς μπορώ να το βρω μέσα σε δυο λεπτά". Στην ίδια συνέντευξη μιλά για την ομορφιά και την αξία που έχουν οι λίστες -εξάλλου, κι οι βιβλιοθήκες είναι ένα είδος λίστας. Κατά τον Έκο, λοιπόν, ο πολιτισμός μας είναι γεμάτος λίστες: λίστες από αγίους, στρατούς, θεραπευτικά βότανα ή ακόμα λίστες από θησαυρούς και τίτλους βιβλίων· οι λίστες προσπαθούν να βάλουν σε τάξη το χάος και ν' απαριθμήσουν το άπειρο. Κάτι τέτοιο είναι βέβαια αδύνατο, γιατί οι δυνατότητές μας είναι πεπερασμένες -έχουμε ένα όριο κι αυτό το όριο είναι ο θάνατος. Γι' αυτό, καταλήγει ο Έκο, μας αρέσουν τα πράγματα που φαίνονται να εκτείνονται στο άπειρο, τα πράγματα που φαίνονται να μην έχουν τέλος, τ' αστέρια για παράδειγμα, γιατί μας επιτρέπουν να ξεχνάμε τον θάνατο. Οι λίστες, δηλαδή, "μας αρέσουν γιατί δεν θέλουμε να πεθάνουμε".
Υ.Γ.: Η φωτογραφία που συνοδεύει το ποστ προέρχεται από εδώ.
Υ.Γ.: Η φωτογραφία που συνοδεύει το ποστ προέρχεται από εδώ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)























